Felix Gonzalez-Torres: Οχι απλώς άλλο ένα go-go boy

torres
Ο Felix Gonzalez-Torres είχε περιγράψει κάποτε τη στρατηγική του με μια φράση που έμεινε: «Θέλω να είμαι σαν ιός που ανήκει στον θεσμό».
0

Μέχρι τις 18 Απριλίου, η Hauser & Wirth στη Νέα Υόρκη παρουσιάζει το Untitled (Go-Go Dancing Platform), το έργο του Felix Gonzalez-Torres του 1991 όπου ένας χορευτής εμφανίζεται μόνο μία φορά τη μέρα, σε άγνωστη ώρα, πάνω σε μια γαλάζια φωτισμένη πλατφόρμα.

Τριάντα και πλέον χρόνια μετά, το έργο παραμένει μια από τις πιο διακριτικές αλλά και πιο ισχυρές εικόνες για την επιθυμία, την απουσία και την queer παρουσία.

Υπάρχουν έργα που μπαίνουν αμέσως στο δωμάτιο. Και υπάρχουν άλλα που σε αναγκάζουν να περιμένεις. Το Untitled (Go-Go Dancing Platform) ανήκει καθαρά στη δεύτερη κατηγορία. Μια μπλε ξύλινη πλατφόρμα με λαμπτήρες γύρω γύρω στέκει στον χώρο σχεδόν σαν γλυπτό. Τις περισσότερες ώρες μένει άδεια. Κάποια στιγμή μέσα στην ημέρα, όμως, ένας χορευτής με ασημί ρούχο ανεβαίνει πάνω της για λίγα μόνο λεπτά, ακούγοντας μουσική από δικά του ακουστικά, και ύστερα χάνεται ξανά μέσα στον χώρο.

Αυτή η σύντομη εμφάνιση είναι όλο το έργο. Και είναι αρκετή. Ο Felix Gonzalez-Torres, που γεννήθηκε στην Κούβα και πέθανε το 1996 από AIDS, δημιούργησε ένα από τα πιο φορτισμένα έργα της σύγχρονης τέχνης χωρίς να στηρίζεται σε μεγάλες δηλώσεις ή σε εύκολους συμβολισμούς. Δούλεψε με τη λιτότητα του μινιμαλισμού και της εννοιακής τέχνης, αλλά μέσα σε αυτή τη γλώσσα έβαλε πένθος, επιθυμία, συντροφικότητα και απώλεια.

Felix Gonzalez-Torres: Οχι απλώς άλλο ένα go-go boy Facebook Twitter
φωτογραφία: Marcus Maddox

Το 1991, όταν το έργο ανήκε ήδη στην ίδια κρίσιμη δημιουργική περίοδο με το Perfect Lovers, το πολιτισμικό κλίμα στις ΗΠΑ παρέμενε βαθιά εχθρικό. Οι culture wars δεν είχαν τελειώσει, το σοκ από την ακύρωση της έκθεσης του Robert Mapplethorpe ήταν ακόμη νωπό, και γερουσιαστές όπως ο Ted Stevens επιτίθεντο ευθέως σε έργα που θεωρούσαν προσβλητικά ή άσεμνα. Ο Gonzalez-Torres γνώριζε πολύ καλά αυτό το πεδίο. Ηταν ένας gay καλλιτέχνης που ήξερε ότι ο θεσμός μπορούσε ανά πάσα στιγμή να σε ανεχτεί, να σε αποστειρώσει ή να σε πετάξει έξω.

Γι’ αυτό και η στρατηγική του υπήρξε τόσο ιδιαίτερη. Αντί να φτιάξει έργα που θα δήλωναν ευθέως την πολιτική τους πρόθεση, προτίμησε να κρύβει τη φόρτιση μέσα σε μορφές που έμοιαζαν ψυχρές, λιτές, σχεδόν ουδέτερες. Είχε πει κάποτε ότι ήθελε να είναι «σαν ιός που ανήκει στον θεσμό». Αυτή η φράση εξηγεί σχεδόν τα πάντα. Ο Gonzalez-Torres δεν στεκόταν απέναντι από το μουσείο σαν εξωτερικός κατήγορος. Εμπαινε μέσα του, μιλούσε τη γλώσσα του, και από εκεί άρχιζε να τη διαβρώνει.

Το έργο του αυτό είναι ίσως το πιο καθαρό παράδειγμα αυτής της μεθόδου. Εξωτερικά είναι σχεδόν απλό: μια πλατφόρμα, λίγοι λαμπτήρες, ένα σώμα που εμφανίζεται για λίγο. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη λιτή κατασκευή συμπυκνώνεται μια ολόκληρη πολιτική για το ποιος φαίνεται, ποιος επιτρέπεται να επιθυμηθεί, ποιος καταγράφεται από το βλέμμα και ποιος χάνεται αμέσως μόλις νομίσεις ότι τον κατέχεις.

Το πιο δυνατό στοιχείο του έργου είναι ακριβώς ότι δεν αντιμετωπίζει την ορατότητα σαν τελική λύση. Ο χορευτής εμφανίζεται, αλλά δεν μένει. Δεν προσφέρεται πλήρως στο βλέμμα του κοινού. Δεν οργανώνει ένα θέαμα για να το καταναλώσεις. Περνά για λίγο από μπροστά σου και μετά λείπει ξανά. Κι αυτή ακριβώς η σχέση ανάμεσα στην παρουσία και την απουσία είναι που κρατά το έργο τόσο ζωντανό και τόσο πολιτικό μέχρι σήμερα.

Οταν ο χορευτής εμφανίζεται, είναι ταυτόχρονα sex symbol, άγαλμα, μνημείο και φευγαλέα φιγούρα της νύχτας. Οταν φεύγει, η πλατφόρμα αλλάζει λειτουργία. Δεν είναι πια σκηνή. Γίνεται σχεδόν τόπος μνήμης. Ενα σημείο που κρατά μέσα του όλες τις προηγούμενες και όλες τις μελλοντικές ενεργοποιήσεις του έργου. Ενα άδειο βάθρο που δεν δηλώνει έλλειψη, αλλά υπόσχεση και τραύμα μαζί.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία αν θυμηθεί κανείς το ιστορικό του βάθος. Ο Gonzalez-Torres δημιούργησε αυτό το έργο σε μια εποχή όπου η ορατότητα για τους gay άντρες δεν ήταν αφηρημένη πολιτισμική αξία αλλά ζήτημα ζωής και θανάτου. Η κρίση του AIDS είχε γεμίσει τον δημόσιο χώρο με πένθος, στίγμα, σιωπή και εξοστρακισμό. Οι ακτιβιστές πάλευαν να κρατήσουν το HIV στη δημόσια θέα την ώρα που η κοινωνία προτιμούσε να το σπρώξει πίσω στην ντροπή. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το έργο δεν μιλά μόνο για τη desire economy του βλέμματος. Μιλά και για το ποιοι άνθρωποι εμφανίζονται δημόσια πάντα με τον κίνδυνο να σβηστούν ξανά.

Felix Gonzalez-Torres: Οχι απλώς άλλο ένα go-go boy Facebook Twitter
φωτογραφία: Marcus Maddox

Και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο εύστοχο και σήμερα. Σε μια εποχή όπου οι συζητήσεις γύρω από το queer σώμα, τη δημόσια παρουσία και τη διαγραφή επιστρέφουν με νέα ένταση, ο Gonzalez-Torres μοιάζει πάλι απολύτως παρών. Οχι επειδή το έργο του φωνάζει, αλλά επειδή ξέρει να δουλεύει ακριβώς με αυτό που χάνεται, με αυτό που αποσύρεται, με αυτό που δεν παύει να υπάρχει ακόμη κι όταν δεν φαίνεται.

Υπάρχει βέβαια και μια σημερινή αμηχανία γύρω από το έργο του. Ολο και συχνότερα, μουσεία και ιδρύματα προσπαθούν να το παρουσιάσουν με πιο γενικούς όρους, μιλώντας για μνήμη, απώλεια, αγάπη ή ορατότητα, αλλά αποφεύγοντας το συγκεκριμένο queer και AIDS πλαίσιο που το γέννησε. Αυτό δημιουργεί μια πραγματική ένταση. Από τη μία, ο ίδιος ο Gonzalez-Torres δεν ήθελε υπερβολικά επεξηγηματικές αφηγήσεις γύρω από τα έργα του. Από την άλλη, κάθε υπερβολική αποστείρωση κινδυνεύει να αδειάσει το έργο από την ιστορική του φόρτιση.

Το Untitled (Go-Go Dancing Platform) στέκεται ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή. Δεν είναι ούτε σύνθημα ούτε διακοσμητική αμφισημία. Είναι ένα έργο που αφήνει χώρο στην ασάφεια χωρίς να εγκαταλείπει ποτέ την πολιτική του σκληρότητα. Οι οδηγίες του μάλιστα δεν ορίζουν φύλο, ηλικία, φυλή ή άλλη ταυτότητα για τον χορευτή. Ζητούν μόνο το ασημί ύφασμα. Αυτή η ανοιχτότητα δεν αποπολιτικοποιεί το έργο. Το κάνει πιο απαιτητικό. Μεταφέρει το βάρος της μνήμης από το ίδρυμα στο κοινό, από τον τοίχο στο βλέμμα μας.

Το έργο παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1991 και παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα του Gonzalez-Torres. Οχι μόνο για τη μορφή του, αλλά γιατί κατάφερε να μετατρέψει μια σχεδόν άδεια σκηνή σε πεδίο μνήμης, επιθυμίας και αναμονής.

Και ίσως εκεί να βρίσκεται ακόμη η δύναμή του: στο ότι δεν σου δίνει όλο το θέαμα, αλλά σε αφήνει να καταλάβεις τι σημαίνει όταν ένα σώμα εμφανίζεται για λίγο και παρ’ όλα αυτά αλλάζει όλο το δωμάτιο.

Με στοιχεία από τους New York Times

Πολιτισμός
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Η Αντιγόνη δεν γερνάει ποτέ γιατί ο κόσμος δεν σταμάτησε ποτέ να της μοιάζει

Πολιτισμός / Η Αντιγόνη δεν γερνάει ποτέ γιατί ο κόσμος δεν σταμάτησε ποτέ να της μοιάζει

Με αφορμή τέσσερις νέες σκηνικές εκδοχές της μόνο στη Νέα Υόρκη μέσα στο 2026, η Αντιγόνη επιστρέφει ξανά στο τώρα ως το έργο που ξέρει καλύτερα από κάθε άλλο τι συμβαίνει όταν η εξουσία χάνει το όριό της και ο κόσμος βγαίνει από τη θέση του.
ΠΑΝΟΣ ΜΙΧΑΗΛ