Το ελληνικό περίπτερο στη Βενετία δεν άνοιξε απλώς ως ακόμα μια βαρύγδουπη εθνική συμμετοχή. Άνοιξε και σαν καλλιαρντή ατάκα.
Λίγο μετά τα εγκαίνια του Escape Room του Ανδρέα Αγγελιδάκη στη 61η Μπιενάλε Τέχνης της Βενετίας, το BUTT Magazine δημοσίευσε στο Instagram ένα μικρό, ροζ, ξεδιάντροπα queer αφιέρωμα με τίτλο Sexting Andreas Angelidakis.
Στην πρώτη εικόνα, ο Αγγελιδάκης εμφανίζεται σε βενετσιάνικο σκάφος, με γυαλιά, καπέλο και ένα μικρό πομεράνιαν στην αγκαλιά. Από κάτω, με τεράστια μπλε γράμματα, το όνομά του γίνεται σχεδόν pop αφίσα: SEXTING ANDREAS ANGELIDAKIS.
Από εκεί και πέρα, το πράγμα κάνει ακριβώς αυτό που ξέρει να κάνει καλά το BUTT: παίρνει τη σοβαρότητα της υψηλής τέχνης και της βάζει ένα χέρι στο μπούτι. Ρωτάει τον Αγγελιδάκη αν είναι single. Εκείνος απαντά: «Entirely». Τον ρωτά ποια ήταν η πιο κολλώδης κατάσταση από την οποία χρειάστηκε ποτέ να αποδράσει. Απαντά: «22 χρόνια γάμου». Και όταν η ερώτηση γίνεται πού είναι το καλύτερο μέρος για «boink» στη Βενετία, η απάντηση έρχεται χωρίς δισταγμό: «Το ελληνικό περίπτερο, φυσικά».
Αυτό δεν είναι απλώς ένα αστείο social post. Είναι σχεδόν η πιο ακριβής παράλληλη ανάγνωση του έργου του Αγγελιδάκη. Το Escape Room έχει ήδη περιγραφεί ως μια μεταμόρφωση του ελληνικού περιπτέρου σε σύγχρονο πλατωνικό σπήλαιο, ένα κατοικήσιμο περιβάλλον όπου η ιστορία, η εθνική εικόνα, η μετα-αλήθεια και ο λαϊκισμός μπλέκονται σε έναν γρίφο χωρίς εύκολη έξοδο. Στα χέρια του BUTT, όμως, αυτός ο γρίφος γίνεται sexting, camp, επιθυμία, χιούμορ, λίγη ντροπή και καμία σεμνοτυφία.
Και κάπως έτσι, το ελληνικό περίπτερο παύει να είναι μόνο «εθνικό». Γίνεται queer σκηνή. Γίνεται τόπος αστείου, πρόκλησης, αυτοσαρκασμού και επιθυμίας. Γίνεται το μέρος όπου η Ελλάδα δεν παρουσιάζεται ως καθαρή αρχαιότητα, ούτε ως σοβαροφανής πολιτισμική αποσκευή, αλλά ως κάτι πιο ασταθές και πιο ενδιαφέρον: ένα σώμα που ντύνεται, γδύνεται, γελάει, θυμάται, παίζει και προσπαθεί να αποδράσει από τον εαυτό του.
Η ανάρτηση του BUTT θυμίζει και κάτι ακόμη: ότι ο Αγγελιδάκης δεν έφερε απλώς ένα έργο στη Βενετία. Έφερε μαζί του μια queer ιστορία χώρων. Από τα αθηναϊκά clubs των ’90s μέχρι το Power Dance Club και το tea dance που συνόδευσε το άνοιγμα του περιπτέρου, το Escape Room δεν αντιμετωπίζει το πάρτι σαν διακοσμητικό περιβάλλον. Το αντιμετωπίζει σαν μνήμη, σαν πολιτική, σαν τρόπο επιβίωσης.
Ο ίδιος έχει συνδέσει το tea dance με το Fire Island και με τις αφηγήσεις γκέι ανδρών που συνέχιζαν να χορεύουν στις αρχές των ’80s, μέσα στον φόβο και την απώλεια των χρόνων του AIDS. Αυτή η αναφορά δίνει στο έργο μια πιο βαθιά διάσταση: το club δεν είναι πάντα απόδραση από την πραγματικότητα. Μερικές φορές είναι ο μόνος τρόπος να μείνει κανείς μέσα της χωρίς να συντριβεί.
Γι’ αυτό το post του BUTT έχει σημασία. Γιατί καταλαβαίνει το Escape Room όχι σαν καθωσπρέπει ελληνική συμμετοχή, αλλά σαν queer μηχανισμό. Σαν ένα δωμάτιο όπου η χώρα, το περίπτερο, το μνημείο, το souvenir, το club και το σώμα μπαίνουν μαζί και αναγκάζονται να πουν την αλήθεια με λάθος τρόπους. Δηλαδή με τους μόνους τρόπους που συχνά λέγεται η αλήθεια.
Σε μία από τις καρτέλες, ο Αγγελιδάκης λέει ότι, αν μπορούσε να είναι ένα κτίριο, θα ήταν ένα folly: ένα κτίριο χωρίς σκοπό. Η απάντηση είναι τέλεια γιατί μοιάζει να περιγράφει και την πιο ελεύθερη εκδοχή του ελληνικού περιπτέρου στη Βενετία. Όχι άλλο ένα σοβαρό κουτί εθνικής εκπροσώπησης, αλλά μια αλλόκοτη κατασκευή επιθυμίας, ιστορίας, χιούμορ και πολιτικής μνήμης
Ίσως λοιπόν το πιο εύστοχο σχόλιο για το ελληνικό περίπτερο να μην ήρθε από ένα βαρύ θεωρητικό κείμενο, αλλά από ένα ροζ post του BUTT.
Εκεί όπου η ερώτηση ήταν χυδαία, η απάντηση ήταν ακριβής: στη Βενετία, το καλύτερο μέρος για να μπλεχτείς, να κολλήσεις, να χαθείς, να γελάσεις και ίσως να αποδράσεις είναι, φυσικά, το ελληνικό περίπτερο.
Με στοιχεία από BUTT Magazine