Στις Κάννες, υπάρχουν ονόματα που ανοίγουν πόρτες. Η Κέιτ Μπλάνσετ είναι ένα από αυτά.
Το Vulture το περιγράφει σαν μικρή σκηνή φεστιβαλικής κωμωδίας: μια δημοσιογράφος προσπαθεί να μπει σε αίθουσα του Palais για να της πάρει συνέντευξη, υπάλληλος του φεστιβάλ τη σταματά, εκείνη λέει απλώς ότι είναι «για την Κέιτ Μπλάνσετ» και ξαφνικά όλα γίνονται δυνατά.
Αυτή ακριβώς η δύναμη του ονόματος βρίσκεται και πίσω από το Displacement Film Fund, την πρωτοβουλία που συνίδρυσε η Μπλάνσετ μαζί με το International Film Festival Rotterdam, για να στηρίξει δημιουργούς που έχουν βιώσει τον εκτοπισμό ή αφηγούνται ιστορίες γύρω από αυτόν. Στις Κάννες, η ηθοποιός ανακοίνωσε τους φετινούς αποδέκτες του fund: τον Μοχάμεντ «Μο» Αμέρ, την Αννεμαρί Ζασίρ, την Ακουόλ ντε Μαμπιόρ, τον Μπάο Νγκουέν και τον Ρίθι Παν.
Η ιδέα, όπως είπε, γεννήθηκε σε ένα Global Refugee Forum, όταν μια ομάδα γύρω από το ίδιο τραπέζι κλήθηκε να κάνει μια δέσμευση. Η Μπλάνσετ αναρωτήθηκε γιατί οι ιστορίες των εκτοπισμένων ανθρώπων δεν φτάνουν συχνότερα στο κεντρικό σινεμά όχι μόνο ως ντοκιμαντέρ, αλλά και ως μυθοπλασία. Από εκεί ξεκίνησε η σκέψη για ένα fund που δεν θα αντιμετωπίζει τους εκτοπισμένους δημιουργούς σαν ειδική κατηγορία, αλλά σαν κινηματογραφιστές που συνεχίζουν να είναι κινηματογραφιστές, ακόμη κι όταν η ζωή τους έχει μετακινηθεί βίαια.
Η φράση της είναι απλή και δυνατή: στον εκτοπισμό δεν σταματάς να είσαι δημιουργός.
Το fund λειτουργεί σαν μικρή εκδοχή των MacArthur Genius Grants, όπως είπε η ίδια. Δεν είναι ανοιχτή πρόσκληση για όλους, αλλά στοχευμένη στήριξη σε δημιουργούς με εμπειρία, που έχουν ήδη μια διαδρομή και χρειάζονται χώρο, χρήματα και ορατότητα για να φέρουν τις ιστορίες τους στο κέντρο. Κάθε ένας από τους πέντε φετινούς δημιουργούς θα λάβει χρηματοδότηση 100.000 ευρώ, ενώ οι ταινίες αναμένεται να κάνουν πρεμιέρα στο IFFR το 2027.
Δίπλα της στη συνέντευξη του Vulture βρίσκονταν δύο από τους επιλεγμένους δημιουργούς: ο Μο Αμέρ, ο Παλαιστινοαμερικανός κωμικός, σεναριογράφος και δημιουργός του Mo στο Netflix, και ο Βιετναμέζος-Αμερικανός σκηνοθέτης Μπάο Νγκουέν. Ο Αμέρ ετοιμάζει το Return to Sender, για έναν Παλαιστίνιο stand-up και πρόσφυγα που βρίσκεται αντιμέτωπος με όλο και πιο παράλογους μεταναστευτικούς περιορισμούς ενώ περιοδεύει διεθνώς. Ο Νγκουέν δουλεύει το How to Ride a Bike, μια ιστορία για έναν Βιετναμέζο πατέρα που δεν έμαθε ποτέ ποδήλατο και αρχίζει κρυφά να μαθαίνει, αφού αποτυγχάνει να το διδάξει στον γιο του.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Μπλάνσετ δεν μιλά για αυτές τις ιστορίες σαν να πρέπει να σηκώσουν όλο το βάρος της εκπροσώπησης. Η προϋπόθεση δεν είναι να εξηγήσουν τον εκτοπισμό σαν μάθημα. Είναι να ξεκινήσουν από εκεί, αλλά να έχουν την ελευθερία να κάνουν σινεμά.
Στην ίδια συνέντευξη, η Μπλάνσετ μίλησε και για την τεχνητή νοημοσύνη, ένα θέμα που απασχολεί όλο και περισσότερο ηθοποιούς, σκηνοθέτες και στούντιο. Είπε ότι δεν είναι φοβική απέναντι στην AI και ότι τη σέβεται ως εργαλείο. Το πρόβλημα, όπως το θέτει, είναι η συναίνεση και η διαφάνεια. Η χρήση εικόνας, φωνής ή έργου ενός καλλιτέχνη δεν μπορεί να γίνεται σαν αρπαγή. «Η κλοπή δεν είναι διαπραγμάτευση», είπε.
Αυτό συνδέεται με το RSL Media, ένα εργαλείο στο οποίο συμμετέχει και το οποίο, όπως εξήγησε, επιτρέπει στους δημιουργούς να δηλώνουν με μηχανικά αναγνώσιμο τρόπο αν συναινούν ή όχι στη χρήση του έργου τους από συστήματα AI. Δεν πρόκειται για άρνηση της τεχνολογίας. Πρόκειται για το ποιος ελέγχει τη χρήση της.
Και κάπου εκεί, η κουβέντα πέρασε στο Χόλιγουντ. Όταν ρωτήθηκε για την απουσία μεγάλων αμερικανικών στούντιο από τις φετινές Κάννες και για το αν η βιομηχανία μοιάζει πιο ήσυχη, η Μπλάνσετ είπε ότι οι άνθρωποι φαίνονται πλέον πιο απρόθυμοι να πάρουν ρίσκα. Υπάρχουν γυρίσματα στη Βρετανία και στην Κεντρική Ευρώπη, υπάρχουν ταινίες σε χαμηλότερα budget, υπάρχει ανθεκτικότητα και εφευρετικότητα. Αλλά το αίσθημα, όπως το περιγράφει, είναι ότι το ρίσκο έχει γίνει δύσκολη λέξη.
Η διατύπωσή της δεν ακούγεται σαν νοσταλγία για ένα παλιό Χόλιγουντ. Ακούγεται περισσότερο σαν διάγνωση για μια βιομηχανία που καλείται να μιλήσει δημόσια για μεγάλα δύσκολα θέματα τεχνητή νοημοσύνη, εκτοπισμός, ανισότητες, εργασιακή ανασφάλεια ενώ ταυτόχρονα φοβάται όλο και περισσότερο να ανοίξει παραγωγές, να εμπιστευτεί δημιουργούς ή να αφήσει χώρο σε ιστορίες που δεν μοιάζουν ασφαλείς.
Η συνέντευξη στο Vulture δεν ήταν η μόνη στιγμή των φετινών Καννών όπου η Μπλάνσετ κινήθηκε πέρα από τον ρόλο της σταρ. Σε δημόσιες συζητήσεις του φεστιβάλ είχε ήδη μιλήσει για το #MeToo, λέγοντας ότι στο Χόλιγουντ «σκοτώθηκε πολύ γρήγορα», για τη διαρκή ανισορροπία φύλου στα κινηματογραφικά πλατό, αλλά και για την ανάγκη να δημιουργηθούν πραγματικοί μηχανισμοί στήριξης για ιστορίες και ανθρώπους που σπάνια φτάνουν στο κέντρο.
Έτσι, παρότι δεν βρέθηκε στις Κάννες για να παρουσιάσει μια νέα δική της ταινία, η Μπλάνσετ κατάφερε αυτές τις μέρες να απασχολήσει το φεστιβαλικό news cycle με κάτι πιο ουσιαστικό από μια ακόμη εμφάνιση στο κόκκινο χαλί. Μίλησε για το ποιος έχει πρόσβαση στο σινεμά, ποιος ελέγχει την εικόνα του στην εποχή της AI, ποιος παίρνει το ρίσκο να πει δύσκολες ιστορίες και ποιος μένει συνήθως έξω από το κάδρο.
Στις Κάννες, η Μπλάνσετ δεν εμφανίστηκε απλώς ως σταρ που έχει το κύρος να μιλά για τη βιομηχανία. Εμφανίστηκε ως κάποια που προσπαθεί να μετατρέψει αυτό το κύρος σε πρόσβαση για άλλους. Σε μια εποχή όπου το Χόλιγουντ μετρά συνεχώς το ρίσκο, εκείνη μοιάζει να επιμένει σε κάτι πολύ πιο απλό: οι πιο αναγκαίες ιστορίες δεν είναι πάντα οι πιο ασφαλείς.
με στοιχεία από το Vulture