Στη Μπιενάλε της Βενετίας, το πιο πολυσυζητημένο θέαμα δεν κρέμεται απλώς σε έναν τοίχο. Βρέχεται, ιδρώνει, ουρλιάζει, κινδυνεύει, κάνει τζετ σκι και κάποια στιγμή χτυπά σαν καμπάνα με το ίδιο του το σώμα.
Η Φλορεντίνα Χόλτσινγκερ, η Αυστριακή χορογράφος, περφόρμερ και εικαστικός που εκπροσωπεί φέτος την Αυστρία, έχει μετατρέψει το Αυστριακό Περίπτερο σε κάτι ανάμεσα σε ναό, λούνα παρκ, υδάτινο πάρκο, σκηνή θεάτρου και εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων. Το έργο της, Seaworld Venice, παρουσιάζεται στην 61η Μπιενάλε Τέχνης της Βενετίας, από τις 9 Μαΐου έως τις 22 Νοεμβρίου, και έχει ήδη γίνει ένα από τα πιο συζητημένα σημεία της διοργάνωσης. Η ίδια η Μπιενάλε περιγράφει το έργο ως μια εξερεύνηση του ανθρώπινου σώματος σε ένα ριζικά μεταβαλλόμενο τοπίο, όπου η φύση και η τεχνολογία συγκρούονται.
Το έργο ξεκινά, σχεδόν μυθικά, μέσα από τη λιμνοθάλασσα. Σε μια περφόρμανς πάνω στο νερό, γυναίκες γυμνές, φορώντας μόνο μπότες και τατουάζ, εμφανίστηκαν απέναντι από το κοινό. Μουσική, θόρυβος, ηλεκτρική κιθάρα, κραυγές, ένας γερανός, μια αλυσίδα που βυθίζεται στο νερό. Και ύστερα, από τη λιμνοθάλασσα, σηκώνεται μια μεγάλη χυτοσιδηρή καμπάνα. Μέσα της, ανάποδα κρεμασμένη, βρίσκεται μια γυναίκα. Καθώς η καμπάνα ανεβαίνει πάνω από τον ορίζοντα της Βενετίας, εκείνη αρχίζει να τη χτυπά με το σώμα της. Σύμφωνα με τον Guardian, η ίδια η Χόλτσινγκερ ήταν εκείνη που κρεμόταν γυμνή μέσα στην καμπάνα.
Αν αυτό ακούγεται σαν σκηνή φτιαγμένη για να γίνει viral, η συνέχεια στο Αυστριακό Περίπτερο αποδεικνύει ότι η Χόλτσινγκερ δεν ενδιαφέρεται απλώς για το σοκ. Ή, ακριβέστερα, ξέρει ότι το σοκ είναι μόνο η πόρτα. Από πίσω υπάρχει ένα ολόκληρο σύστημα: σώματα, νερό, απόβλητα, θέαμα, κόπωση, εργασία, οικολογία, θρησκεία, τουρισμός και η μικρή υποκρισία ενός κόσμου τέχνης που δηλώνει έτοιμος για τα πάντα, μέχρι να βρεθεί μπροστά σε ένα πραγματικό σώμα.
Στο Seaworld Venice, οι περφόρμερ κάνουν ακροβατικά με τζετ σκι, κρέμονται από ιμάντες, ποζάρουν σαν ζωντανά θρησκευτικά tableaux, εκτελούν πράξεις αντοχής και βυθίζονται σε δεξαμενές. Σε μία από τις πιο συζητημένες εικόνες του έργου, μια περφόρμερ με μάσκα κατάδυσης στέκεται για ώρες μέσα σε γυάλινη δεξαμενή. Το νερό γύρω της προέρχεται από τα ούρα των επισκεπτών, αφού πρώτα περάσουν από σύστημα φιλτραρίσματος. Η επίσημη περιγραφή του περιπτέρου μιλά για ένα «μηχανικό οργανισμό» που μετατρέπει τα σωματικά υγρά των επισκεπτών σε περιβάλλον για τους περφόρμερ και κάνει ορατό αυτό που συνήθως κρύβεται: τα απόβλητα, τη βρωμιά, την αλυσίδα συνεπειών που ξεκινά από το σώμα και επιστρέφει σε αυτό.
Η Χόλτσινγκερ τοποθετεί το έργο της σε μια πόλη όπου το νερό δεν είναι ποτέ απλώς νερό. Η Βενετία είναι θέαμα, τουρισμός, βύθιση, φθορά, υγρασία, υπερχείλιση. Είναι επίσης μια πόλη που έχει χτίσει μεγάλο μέρος της εικαστικής της ιστορίας πάνω στη γυναικεία γυμνότητα. Η ίδια θυμίζει στον Guardian ότι η Βενετία είναι η γενέτειρα του ξαπλωμένου γυμνού σώματος στην τέχνη, της γυναίκας που μπορεί να εκτίθεται οριζόντια, όμορφα, διαθέσιμα, αρκεί να παραμένει εικόνα. Και εκεί ρωτά το προφανές: πώς γίνεται αυτή η γυμνότητα να θεωρείται τόσο προκλητική όταν πια δεν είναι πίνακας αλλά πραγματικό σώμα;
Αυτό είναι το πραγματικό νεύρο του έργου. Η Χόλτσινγκερ δεν δείχνει απλώς γυμνά σώματα. Δείχνει σώματα που δουλεύουν. Σώματα που κρυώνουν, κάνουν θόρυβο, κινδυνεύουν, κουράζονται, κρατούν βάρος, βουτούν, στέκονται όρθια για ώρες, γίνονται μηχανή, όργανο, καμπάνα, αντλία, θέαμα και σκάνδαλο ταυτόχρονα. Το γυμνό εδώ δεν είναι διακοσμητικό. Δεν είναι η παλιά, βολική γυμνότητα της τέχνης που μπορείς να θαυμάσεις χωρίς να σε κοιτάξει πίσω. Είναι ένα γυμνό σώμα που εργάζεται μπροστά σου και σου θυμίζει ότι το βλέμμα σου δεν είναι ποτέ αθώο.
Η Χόλτσινγκερ δεν εμφανίστηκε ξαφνικά με ένα προκλητικό περίπτερο στη Βενετία. Τα τελευταία χρόνια έχει γίνει μία από τις πιο έντονες μορφές της ευρωπαϊκής περφόρμανς, με έργα που ενώνουν χορό, θέατρο, όπερα, τσίρκο, ακροβατικά, body piercing, θρησκευτικές εικόνες, σωματικό κίνδυνο και κωμωδία. Στην όπερα Sancta, που περιόδευσε σε ευρωπαϊκές σκηνές, οι αντιδράσεις προκλήθηκαν από τη γυμνότητα, τη βλασφημία, τη χρήση θρησκευτικών συμβόλων και τις ακραίες σωματικές δοκιμασίες των περφόρμερ. Η ίδια έχει μάθει να δουλεύει στο όριο όπου το σώμα δεν αναπαριστά απλώς κάτι. Το κάνει.
Στη Βενετία, αυτό το όριο μεταφέρεται από τη σκοτεινή προστασία του θεάτρου σε ένα διεθνές εικαστικό γεγονός, όπου το κοινό μπαίνει, βγαίνει, φωτογραφίζει, σχολιάζει, σκανδαλίζεται και καταναλώνει. Η ίδια λέει ότι δεν είναι αφελής. Ξέρει τι αντιδράσεις μπορεί να προκαλέσει η δουλειά της. Αλλά, όπως παραδέχεται, τίποτα δεν την είχε προετοιμάσει για αυτό που συνέβη στο περίπτερο.
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο ίσως δεν είναι ούτε τα γυμνά σώματα ούτε τα ούρα. Είναι οι θεατές. Ο Guardian περιγράφει επισκέπτες του κόσμου της τέχνης να αγνοούν τις πινακίδες που απαγορεύουν τη φωτογράφιση και να καταγράφουν τις περφόρμανς με τα κινητά τους. Η Χόλτσινγκερ λέει ότι δεν θέλει να αστυνομεύει το κοινό, αλλά τη σοκάρει το πόσο δύσκολα μπορεί κανείς πια να αντιληφθεί την τέχνη χωρίς την οθόνη του. Κάπως έτσι, η περφόρμανς που μιλά για το σώμα γίνεται αμέσως εικόνα προς κατανάλωση. Και οι γυμνές περφόρμερ, που ήδη εκτίθενται ως σώματα, εκτίθενται ξανά ως περιεχόμενο.
Εδώ το έργο γίνεται πιο πονηρό από το ίδιο του το σκάνδαλο. Γιατί δεν ρωτά μόνο αν αντέχουμε τη γυμνότητα. Ρωτά αν αντέχουμε να δούμε πώς κοιτάζουμε τη γυμνότητα. Αν αντέχουμε να παραδεχτούμε ότι το πρόβλημα δεν είναι το δέρμα, αλλά η στιγμή που το ζωντανό σώμα δεν υπακούει στον ρόλο που του έχουμε δώσει: να είναι ωραίο, διαθέσιμο, μουσειακό, ασφαλές, ιδανικό. Στη Χόλτσινγκερ, το σώμα δεν ξαπλώνει ευγενικά για να γίνει ιστορία της τέχνης. Σκαρφαλώνει, ουρεί, βουτά, χτυπά, γελά, σπάει τη φόρμα και μας λερώνει το βλέμμα.
Υπάρχει όμως και μια άλλη, πιο πρακτική ειρωνεία. Η καλλιτέχνιδα λέει ότι το Αυστριακό Περίπτερο λειτουργούσε ανέκαθεν σαν ανεπίσημη τουαλέτα των Giardini. Οι επισκέπτες έφταναν εκεί μετά από ώρες περιήγησης και συχνά κατέληγαν να ουρούν πίσω από το κτίριο. Η Χόλτσινγκερ πήρε αυτή τη βρώμικη, ανομολόγητη λειτουργία και την έκανε έργο. Όχι για να πει απλώς «κοιτάξτε, ούρα», αλλά για να δείξει πως κάθε θεσμός έχει τα κρυφά του υδραυλικά. Κάθε υψηλή τέχνη έχει το αποχωρητήριό της. Κάθε Μπιενάλε, μαζί με τις θεωρίες και τις σαμπάνιες της, έχει και σώματα που πίνουν, ιδρώνουν, κουράζονται και ψάχνουν πού να κατουρήσουν.
Αυτό κάνει το Seaworld Venice πολύ πιο ενδιαφέρον από μια απλή άσκηση πρόκλησης. Είναι ένα έργο για την οικολογία χωρίς τη συνηθισμένη οικολογική ευπρέπεια. Δεν μιλά για τη σχέση νερού και ανθρώπου με καθαρές εικόνες, μπλε αποχρώσεις και ποιητικές επιφάνειες. Μιλά με φίλτρα, δεξαμενές, απόβλητα, σώματα μέσα σε υγρά, μηχανισμούς που μπορεί ανά πάσα στιγμή να χαλάσουν. Η Βενετία δεν εμφανίζεται εδώ ως καρτ ποστάλ. Εμφανίζεται ως σύστημα που μπάζει νερά, τουρίστες και σωματικά υγρά.
Η Χόλτσινγκερ επιμένει ότι η κωμωδία είναι απαραίτητη στη δουλειά της. Και πράγματι, χωρίς το γέλιο, το έργο θα γινόταν ίσως αφόρητο. Με το γέλιο, γίνεται πιο επικίνδυνο. Γιατί επιτρέπει στο κοινό να πλησιάσει εκεί όπου κανονικά θα αποστρεφόταν. Να γελάσει με το άβολο, πριν καταλάβει ότι γελάει με κάτι που το αφορά απολύτως: το σώμα του, τα απόβλητά του, την επιθυμία του να βλέπει χωρίς να εμπλέκεται, την ανάγκη του να μετατρέπει ακόμη και το πιο ζωντανό σώμα σε υλικό για stories.
Κάπως έτσι, το Αυστριακό Περίπτερο έγινε το σημείο όπου η φετινή Μπιενάλε έβγαλε τον πιο άβολο ήχο της. Όχι επειδή μια γυναίκα ήταν γυμνή. Όχι επειδή μια περφόρμερ στάθηκε μέσα σε φιλτραρισμένα ούρα. Αλλά επειδή η Χόλτσινγκερ έστησε ένα έργο που κάνει το σώμα να πάψει να είναι ωραία εικόνα και να ξαναγίνει αυτό που είναι: εργαλείο, κίνδυνος, μηχανή, μνήμη, αστείο, απόβλητο, απόδειξη ζωής.
Και ίσως γι’ αυτό η ερώτησή της παραμένει τόσο εύστοχη. Πώς γίνεται η γυμνότητα να προκαλεί ακόμη; Ίσως επειδή δεν μας ενοχλεί το γυμνό σώμα. Μας ενοχλεί το σώμα όταν δεν μας αφήνει να το κοιτάξουμε από ασφαλή απόσταση.
Με στοιχεία από Guardian, La Biennale di Venezia και Austrian Pavilion.