Η Άνα Βιλαδομίου δεν μπορεί να κατέβει να πετάξει τα σκουπίδια με τις πιτζάμες της. Όχι επειδή μένει σε μια αυστηρή πολυκατοικία με περίεργους γείτονες, αλλά επειδή η πολυκατοικία της είναι η Κάζα Μιλά του Αντόνι Γκαουντί, ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα κτίρια της Βαρκελώνης, μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO και τουριστικός προορισμός για περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους τον χρόνο.
Η ίδια είναι 70 ετών, συγγραφέας, και η τελευταία μόνιμη ένοικος της Κάζα Μιλά, γνωστής και ως Λα Πεδρέρα. Σύμφωνα με τον Guardian, είναι ουσιαστικά η τελευταία ένοικος σε οποιοδήποτε κτίριο του Γκαουντί, αν δεν μετρήσει κανείς τα γεράκια που φωλιάζουν συνήθως στη Σαγράδα Φαμίλια. Το θέμα επανέρχεται τώρα, το 2026, χρονιά που συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον θάνατο του Γκαουντί, ενώ το βιβλίο της Βιλαδομίου κυκλοφορεί στα αγγλικά με τίτλο The Last Tenant.
«Είναι μνημείο παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά είναι και το σπίτι μου πια», λέει η ίδια. Ζει εκεί σχεδόν 40 χρόνια. Εκεί μεγάλωσε τις δύο κόρες της, που έγιναν και οι δύο αρχιτέκτονες. Εκεί έμαθε να συνυπάρχει με τον θόρυβο, τα βλέμματα, τις φωτογραφικές μηχανές, τους τουρίστες που κοιτούν προς τα πάνω και ρωτούν αν είναι «η γυναίκα που μένει επάνω», σαν να πρόκειται για φιγούρα ενός ζωντανού μουσείου.
Η ιστορία της είναι σπάνια γιατί ακουμπά σε μια αντίφαση που πολλές πόλεις γνωρίζουν καλά, αλλά λίγες τη ζουν τόσο θεαματικά. Η Κάζα Μιλά δεν χτίστηκε για να είναι φόντο σε φωτογραφίες. Χτίστηκε για να κατοικηθεί. Σήμερα, σχεδόν όλο το κτίριο έχει περάσει σε άλλες χρήσεις, με γραφεία, πολιτιστικές εκδηλώσεις και χώρους επισκέψιμους στο κοινό. Η Βιλαδομίου, όμως, παραμένει εκεί ως κάτι περισσότερο από κάτοικος. Είναι το τελευταίο ίχνος της αρχικής λειτουργίας του κτιρίου.
Μετακόμισε στο διαμέρισμα το 1988, όταν ζούσε με τον σύζυγό της, Φερνάντο Αμάτ, ιδιοκτήτη του θρυλικού καταστήματος design Vinçon, που έκλεισε το 2015. Το διαμέρισμα ανήκε σε εκείνον και το συμβόλαιο είναι από τα λεγόμενα renta antigua, παλαιά συμβόλαια με σταθερό μίσθωμα και δικαίωμα παραμονής μέχρι τον θάνατο των ενοίκων. Τέτοιου τύπου συμβόλαια δεν δίνονται πια στην Ισπανία από το 1985, ωστόσο εκτιμάται ότι περίπου 100.000 εξακολουθούν να υπάρχουν.
Η Βιλαδομίου δεν αποκαλύπτει τι νοίκι πληρώνει. Λέει μόνο ότι γνωρίζει πως απολαμβάνει κάτι προνομιακό. Το διαμέρισμα είναι μεγάλο, φωτεινό, με καμπύλους τοίχους, μπαλκόνια και λεπτομέρειες που θυμίζουν τη χειροποίητη, σχεδόν οργανική φαντασία του Γκαουντί. Οι παλιοί μπρούντζινοι διακόπτες λειτουργούν ακόμη. Η ίδια λέει ότι δεν θα άλλαζε τίποτα. Όχι επειδή υπάρχουν κανόνες που την εμποδίζουν, αλλά επειδή το ίδιο το σπίτι μοιάζει να ζητά σεβασμό.
Όταν μετακόμισε, υπήρχαν ακόμη γείτονες. Η Κάζα Μιλά είχε ζωή κανονικής πολυκατοικίας. Την περίοδο εκείνη, η Caixa Catalunya είχε αγοράσει το κτίριο και έκανε προσφορές σε ενοίκους για να αποχωρήσουν, ώστε να προχωρήσει η ανακαίνισή του. Στη Βιλαδομίου και τον Αμάτ δεν έγινε ποτέ τέτοια πρόταση. Η ίδια αστειεύεται ότι ίσως ήθελαν να τους κρατήσουν ως αξιοθέατο, σαν τον Snowflake, τον διάσημο αλμπίνο γορίλα του ζωολογικού κήπου της Βαρκελώνης.
Η Κάζα Μιλά ανατέθηκε στον Γκαουντί από τον Πέρε Μιλά και τη Ροζέρ Σεχιμόν, η οποία είχε κληρονομήσει μεγάλη περιουσία από το εμπόριο καφέ στη Γουατεμάλα. Όταν ολοκληρώθηκε, στις αρχές του 20ού αιώνα, δεν αντιμετωπίστηκε αμέσως ως αριστούργημα. Το παρατσούκλι Λα Πεδρέρα, δηλαδή «το λατομείο», είχε αρχικά ειρωνικό τόνο, επειδή η κυματιστή πέτρινη όψη του κτιρίου έμοιαζε σε πολλούς με βράχο. Αυτό που σήμερα θεωρείται αρχιτεκτονική ιδιοφυΐα υπήρξε κάποτε αφορμή χλευασμού.
Από τότε, το κτίριο έχει υπάρξει πολλά πράγματα μαζί. Στον ισπανικό εμφύλιο, τροτσκιστικές και σοσιαλιστικές οργανώσεις εγκαταστάθηκαν στους κάτω ορόφους. Αργότερα στέγασε αίθουσα μπίνγκο, μεσιτικά γραφεία, προξενεία, ακόμη και έναν Αιγύπτιο πρίγκιπα. Η ιστορία του δεν είναι μόνο η ιστορία της αρχιτεκτονικής του. Είναι και η ιστορία των χρήσεων, των ανθρώπων, των αλλαγών που πέρασαν μέσα από τους τοίχους του.
Αυτή την ιστορία προσπάθησε να μαζέψει η Βιλαδομίου στο The Last Tenant. Το βιβλίο ξεκίνησε ως σειρά συνεντεύξεων με πρώην ενοίκους και κατέληξε σε ένα έργο αυτομυθοπλασίας. «Το βιβλίο είναι αυτομυθοπλασία, αλλά όλα όσα λέει για τη Λα Πεδρέρα είναι αληθινά», λέει. Η φίλη της, δημοσιογράφος, την έπεισε να αφηγηθεί την ιστορία σε πρώτο πρόσωπο, μαζί με την ιστορία της δικής της οικογένειας.
Από το διαμέρισμα πέρασαν κατά καιρούς διάσημοι επισκέπτες: η Ζάχα Χαντίντ, ο πρώην δήμαρχος της Βαρκελώνης και πρόεδρος της Καταλονίας Πασκουάλ Μαραγκάλ, ο Ζαν Πολ Γκοτιέ . Τον Γκοτιέ τον συνάντησε στο ασανσέρ, με τα χέρια της γεμάτα πορτοκάλια. Εκείνος κοιτούσε γύρω του με ενθουσιασμό, τη ρώτησε αν μένει εκεί και εκείνη τον κάλεσε να ανέβει. Αργότερα της έστειλε τριαντάφυλλα.
Αυτό είναι ίσως το πιο γοητευτικό στοιχείο της ιστορίας. Η Βιλαδομίου δεν ζει απλώς μέσα σε ένα μνημείο. Ζει στο σημείο όπου η πόλη ακόμη αντιστέκεται στην πλήρη μουσειοποίησή της. Στον ίδιο χώρο όπου ο επισκέπτης βλέπει Γκαουντί, εκείνη βλέπει διακόπτες, βιβλία, μπαλκόνια, κόρες που μεγάλωσαν, σκουπίδια που πρέπει να κατέβουν, σκυλιά, φως, καθημερινότητα.
Το 2026, η Βαρκελώνη ετοιμάζεται να τιμήσει τον Γκαουντί έναν αιώνα μετά τον θάνατό του, ενώ τον Ιούνιο ο πάπας αναμένεται να επισκεφθεί την πόλη για να ευλογήσει τον ολοκληρωμένο πύργο του Ιησού Χριστού στη Σαγράδα Φαμίλια.
Μέσα σε αυτή τη χρονιά επετείων, τελετών και μεγάλων συμβόλων, η Άνα Βιλαδομίου θυμίζει κάτι απλό και σχεδόν συγκινητικό: πριν τα αριστουργήματα γίνουν αξιοθέατα, ήταν χώροι για να ζουν άνθρωποι.
Με στοιχεία από τον Guardian και Elpais