Ο Μαρκ Φίσερ δεν ανήκει σε εκείνη την κατηγορία στοχαστών που πεθαίνουν και μένουν κλεισμένοι σε υπογραμμισμένα αποσπάσματα, πανεπιστημιακά ράφια και μικρούς κύκλους πιστών αναγνωστών. Αντίθετα, σχεδόν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του, μοιάζει να επιστρέφει με έναν παράξενο τρόπο στο κέντρο της πολιτισμικής συζήτησης.
Οχι σαν προφήτης, ούτε σαν μάρτυρας μιας χαμένης αριστερής διαύγειας, αλλά σαν μια φωνή που εξακολουθεί να περιγράφει με ακρίβεια το ψυχικό και αισθητικό κλίμα του παρόντος.
Αυτή η επιστροφή περνά τώρα και μέσα από το νέο πειραματικό ντοκιμαντέρ We Are Making a Film About Mark Fisher, μια ταινία που δεν προσπαθεί απλώς να αφηγηθεί τη ζωή του. Προσπαθεί να ξανανοίξει τις ιδέες του, να τις βγάλει από την ακαδημαϊκή ασφάλεια και να τις βάλει πάλι μέσα στον δρόμο, στην εικόνα, στη διαμαρτυρία, στη θλίψη, στην πολιτισμική ακινησία που εξακολουθεί να μας περιβάλλει.
Το ίδιο το πρότζεκτ παρουσιάζεται ως μια ταινία που δοκιμάζει να υπάρξει έξω από τις κανονικές συνθήκες της αγοράς, με εθελοντές, οργανική διανομή και μια σχεδόν πεισματική επιμονή στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει σήμερα πολιτισμική παραγωγή έξω από τη λογική της αγοράς.
Αυτό είναι ίσως το πρώτο σημείο όπου το ντοκιμαντέρ συναντά πραγματικά τον Φίσερ. Οχι μόνο επειδή μιλά γι’ αυτόν, αλλά επειδή δοκιμάζει να δουλέψει πάνω στην ίδια αντίφαση που εκείνος περιέγραψε ξανά και ξανά: πώς μπορείς να φανταστείς κάτι άλλο όταν ακόμα και η αντίσταση, η δημιουργία και η κοινότητα μοιάζουν ήδη απορροφημένες από το ίδιο σύστημα που θέλεις να αμφισβητήσεις; Το ερώτημα δεν απαντιέται εύκολα. Αλλά η ίδια η προσπάθεια έχει σημασία.
Ο Φίσερ έγινε γνωστός πολύ πέρα από τους αρχικούς του αναγνώστες κυρίως μέσα από το Capitalist Realism, ένα μικρό βιβλίο που όταν κυκλοφόρησε το 2009 πέρασε σχεδόν αθόρυβα. Χρόνια αργότερα, έγινε σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά που έψαχνε λέξεις για να περιγράψει όχι μόνο την οικονομική ασφυξία αλλά και κάτι πιο διάχυτο: την αίσθηση ότι ο κόσμος συνεχίζει, αλλά η υπόσχεσή του έχει χαθεί.
Οτι δουλεύουμε, καταναλώνουμε, επικοινωνούμε, σχολιάζουμε, παρακολουθούμε, αλλά όλο και λιγότερο πιστεύουμε ότι μπορεί να συμβεί κάτι πραγματικά καινούργιο.
Αυτό ακριβώς είναι που κάνει τον Φίσερ τόσο σύγχρονο. Δεν μίλησε μόνο για τον καπιταλισμό ως οικονομικό σύστημα. Μίλησε για τον τρόπο με τον οποίο εισχωρεί στη διάθεση, στην εκπαίδευση, στην ψυχική υγεία, στη μουσική, στο internet, στην αίσθηση του χρόνου.
Γι’ αυτό και μπορούσε να περάσει με την ίδια σοβαρότητα από τον Burial στους Arctic Monkeys, από την Adele στον Κρίστοφερ Νόλαν, από την εργασιακή εξάντληση στη μελαγχολία της ποπ κουλτούρας. Δεν τον ενδιέφερε η υψηλή θεωρία ως διακοσμητικό βάθος. Τον ενδιέφερε να βρει πού ακριβώς σπάει το παρόν και πώς αυτό το ράγισμα αποτυπώνεται στα πράγματα που ακούμε, βλέπουμε και ζούμε.
Το ντοκιμαντέρ φαίνεται να πιάνει ακριβώς αυτό το νήμα όταν επιστρέφει στην ιδέα της hauntology, σε αυτή τη στοιχειωμένη αίσθηση ότι το παρόν είναι γεμάτο από μέλλοντα που δεν ήρθαν ποτέ. Οχι μόνο μεγάλες συλλογικές υποσχέσεις, αλλά και πιο καθημερινές μορφές ζωής: η δουλειά, το σπίτι, η σταθερότητα, η πολιτισμική προσδοκία ότι ο κόσμος μπορεί να γίνει αλλάξει.
Στις εικόνες διαδηλώσεων, στις φωνές, στα πλήθη, στην επανάληψη της απογοήτευσης, διακρίνεται κάτι βαθύτερο από μια απλή πολιτική αναδρομή. Διακρίνεται η μελαγχολία ενός καιρού που έμαθε να επιβιώνει χωρίς να περιμένει πολλά.
Κι όμως, ο Φίσερ δεν ήταν απλώς ο θεωρητικός της ήττας. Αυτό είναι ένα από τα πιο συχνά λάθη στις αναγνώσεις του. Ο πόνος του για το παρόν δεν ήταν παραίτηση. Ηταν ένδειξη ότι αρνιόταν να δεχτεί πως αυτό που έχουμε είναι το μόνο που μπορεί να υπάρξει.
Ακόμα και στα τελευταία του χρόνια, όταν απομακρυνόταν από παλιότερους ενθουσιασμούς για την τεχνολογία και έστρεφε το βλέμμα του προς πιο συλλογικές, πιο ελεύθερες, πιο πολιτισμικά ανοιχτές μορφές ζωής, το βασικό του ερώτημα έμενε το ίδιο: πώς ξαναγίνεται ο κόσμος χώρος δυνατότητας;
Γι’ αυτό και η επιστροφή του σήμερα δεν μοιάζει τυχαία. Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή κούραση, η πολιτισμική ανακύκλωση, η ψυχική εξάντληση και η αίσθηση μόνιμης κρίσης έχουν γίνει σχεδόν ο φυσικός μας καιρός, ο Φίσερ ακούγεται λιγότερο σαν συγγραφέας μιας άλλης δεκαετίας και περισσότερο σαν κάποιος που εξακολουθεί να περιγράφει τη θερμοκρασία του δωματίου. Το νέο ντοκιμαντέρ δεν τον φέρνει πίσω επειδή έγινε μόδα.
Τον φέρνει πίσω επειδή ο κόσμος που προσπάθησε να εξηγήσει δεν έχει ακόμα τελειώσει.
Με στοιχεία από Guardian