Η νέα έκθεση για την Ελισάβετ Β΄ στο Buckingham Palace δεν παρουσιάζει απλώς τα πιο γνωστά σύνολά της. Επιχειρεί κάτι πιο ενδιαφέρον: να ξαναδιαβάσει τη βασίλισσα ως μια μορφή που χειρίστηκε με εξαιρετική ακρίβεια τη δημόσια εικόνα της, πολύ πριν η επιμέλεια του εαυτού γίνει η κυρίαρχη γλώσσα της εποχής μας.
Για δεκαετίες, η Ελισάβετ Β΄ διαβαζόταν σχεδόν πάντα με τον ίδιο τρόπο: σταθερή, ευπρεπής, ατάραχη, ντυμένη έτσι ώστε να μην εκπλήσσει ποτέ κανέναν. Η έκθεση Queen Elizabeth II: Her Life in Style, που ανοίγει στις 10 Απριλίου στο The King’s Gallery του Buckingham Palace, μετατοπίζει διακριτικά αλλά ουσιαστικά αυτή την εικόνα. Πίσω από τα ταγέρ, τα καπέλα, τα βραδινά φορέματα και τα τελετουργικά σύνολα, αρχίζει να φαίνεται μια γυναίκα που ήξερε πολύ καλά τι έκανε όταν έβγαινε μπροστά στο κοινό.
Το παλάτι μιλά για περίπου 200 αντικείμενα, πολλά από τα οποία εκτίθενται πρώτη φορά. Αλλά το πραγματικό θέμα δεν είναι ο όγκος ούτε η νοσταλγία. Είναι ότι η έκθεση προσπαθεί να μετατρέψει μια φιγούρα που έμοιαζε σχεδόν ακίνητη σε κάτι πολύ πιο σύγχρονο και αναγνωρίσιμο για το σημερινό κοινό: ένα από τα πιο επιτυχημένα και πειθαρχημένα συστήματα δημόσιας εικόνας του προηγούμενου αιώνα. Σήμερα, στην εποχή του personal brand, της σκηνοθετημένης ορατότητας και της αδιάκοπης αυτοπαρουσίασης, αυτό μοιάζει λιγότερο με βασιλικό footnote και περισσότερο με πολιτισμικό case study.
Εδώ ακριβώς γίνεται πιο ενδιαφέρον και το νέο αρχειακό υλικό. Σύμφωνα με το People, ο βασιλιάς Κάρολος ενέταξε στη Royal Collection ολόκληρο το fashion archive της μητέρας του, περίπου 4.000 κομμάτια που απλώνονται σε δέκα δεκαετίες. Μαζί με τα ρούχα, το αρχείο περιλαμβάνει σχέδια, δείγματα υφασμάτων, σημειώσεις και αλληλογραφία, δηλαδή ό,τι χρειάζεται για να δει κανείς όχι μόνο το αποτέλεσμα αλλά και τον μηχανισμό πίσω από αυτό. Και εκεί αρχίζει να ραγίζει ο παλιός μύθος ότι η Ελισάβετ απλώς φορούσε ό,τι της έδιναν.
Η Caroline de Guitaut, επιμελήτρια της έκθεσης και συγγραφέας του συνοδευτικού βιβλίου, λέει ανοιχτά ότι η έρευνα γύρω από το αρχείο λειτουργεί απομυθοποιητικά απέναντι στην ιδέα πως η αδελφή της, η πριγκίπισσα Μαργαρίτα, ήταν η “μοντέρνα” και η Ελισάβετ η αδιάφορη. Οι επιστολές και τα σχέδια δείχνουν μια πολύ πιο άμεση εμπλοκή της ίδιας της βασίλισσας στις επιλογές της, καθώς και μια πιο στενή σχέση με τους δημιουργούς που έντυσαν τη δημόσια φιγούρα της. Με άλλα λόγια, δεν βλέπουμε απλώς μια γκαρνταρόμπα αλλά μια μέθοδο.
Αυτό δίνει άλλο βάρος και στα πιο “εύκολα” εκθέματα. Ναι, θα είναι εκεί το νυφικό του 1947 και το φόρεμα της στέψης του 1953. Ναι, θα υπάρχουν παιδικά φορέματα, βραδινά σύνολα και τα αξεσουάρ που έγιναν σχεδόν συνώνυμα της βασιλικής εικόνας. Αλλά το πιο ζωντανό κομμάτι της έκθεσης ίσως βρίσκεται αλλού: σε όσα θυμίζουν ότι η εικόνα της Ελισάβετ δεν ήταν ποτέ ουδέτερη.
Ήταν φτιαγμένη για να αντέχει στον χρόνο, να αναγνωρίζεται αμέσως, να μην προδίδει αδυναμία, να μη χάνει ποτέ τον έλεγχο του κάδρου. Ακόμη και μια πιο παιχνιδιάρικη λεπτομέρεια, όπως η φούστα που φόρεσε σε χορό στον Καναδά το 1951 και δεν είχε παρουσιαστεί δημόσια για 75 χρόνια, αποκτά έτσι άλλο νόημα: όχι απλώς ως νοσταλγικό εύρημα, αλλά ως μικρή ρωγμή σε μια εικόνα που για δεκαετίες παρουσιαζόταν μονοκόμματη.
Το πιο έξυπνο στοιχείο της έκθεσης είναι τελικά ότι δεν προσπαθεί να κάνει την Ελισάβετ ξανά “fashion icon” με τον εύκολο τρόπο. Προσπαθεί να την ξανασυστήσει ως κάτι ίσως πιο ενδιαφέρον: ως μια γυναίκα που κατάφερε να μετατρέψει το ντύσιμο σε γλώσσα σταθερότητας, εξουσίας και ορατότητας, χωρίς να δείχνει ποτέ ότι προσπαθεί πολύ. Και αυτό, σε μια εποχή όπου όλοι προσπαθούν να ελέγξουν την εικόνα τους, είναι ίσως το μόνο πραγματικά σύγχρονο στοιχείο αυτής της βασιλικής αναδρομής.