Λέα Ούπι: Η ζωή μου στην καταρρέουσα Αλβανία του Χότζα

lea ypi Facebook Twitter
Η Λέα Ούπι πετυχαίνει μια συναρπαστική αφήγηση με συναίσθημα και στοχαστικότητα, χωρίς το ένα στοιχείο να επισκιάζει το άλλο. Φωτ.: Getty Images/Ideal Image
0

Την ιστορία την ξέρουμε όλοι. Την ξέρουμε από την αποδώ πλευρά των συνόρων. Πολλοί την έχουμε ακούσει από πρώτο χέρι, από τους χιλιάδες μετανάστες που πέρασαν παράνομα τα βουνά της Ηπείρου όταν κατέρρευσε το καθεστώς του Ενβέρ Χότζα στην Αλβανία.

Η Λέα Ούπι αφηγείται την ιστορία από την άλλη πλευρά των συνόρων. Γεννημένη στα Τίρανα το 1979, είναι δέκα χρονών όταν αρχίζει η κατάρρευση του καθεστώτος. Πίστευε ότι η «δίκαιη κοινωνία» της θα διαρκούσε για πάντα. Η δασκάλα της, Νόρα, ήταν απόλυτα κατηγορηματική ως προς αυτό.

Μάλιστα, μια μέρα, μετά το τέλος ενός λόγου της, σήκωσε το δεξί χέρι της και είπε: «Αυτό το χέρι θα είναι πάντα δυνατό. Αυτό το χέρι θα αγωνίζεται πάντα. Ξέρετε γιατί; Γιατί έχει σφίξει το χέρι του συντρόφου Ενβέρ. Έκανα μέρες να το πλύνω. Όμως, κι αφού το έπλυνα, η δύναμη παρέμεινε».

Η Λέα Ούπι, σήμερα καθηγήτρια Πολιτικής Θεωρίας στο London School of Economics, ανασυστήνει, μέσα από μια συναρπαστική αυτοβιογραφική αφήγηση, αυτήν τη «στιγμή» του τέλους της Ιστορίας. Αφηγείται το τέλος της δικής της μικροϊστορίας, την κατάρρευση των βεβαιοτήτων και των ψευδαισθήσεων και ταυτόχρονα την αναζήτηση της ελευθερίας, έστω κι αν αυτή η ελευθερία είναι ένα φάντασμα. Το βίωμά της γίνεται τελικά οικουμενικό, συνδέεται με την απώλεια και την ελπίδα.

Η αφήγηση της Λέα Ούπι καλύπτει το πέρασμά της από την παιδική στην εφηβική ηλικία καθώς και όλη την εφηβική ηλικία της. Είναι τα χρόνια από το 1990 έως 1997, δηλαδή από την κατάρρευση του κομμουνιστικού και κλειστού αυταρχικού καθεστώτος του Χότζα μέχρι τα γεγονότα του 1997, με την κατάρρευση του συστήματος των πυραμίδων.

Αυτή η τελευταία κατάρρευση έχει μείνει στην Ιστορία ως ο Αλβανικός Εμφύλιος, αφού συνοδεύτηκε από λεηλασίες, χιλιάδες νεκρούς (πάνω από δύο χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους), επιθέσεις πολιτών σε στρατιωτικές φρουρές και ένα πρωτόγνωρο κύμα μετανάστευσης. Με την κατάρρευση των πυραμίδων ο μισός πληθυσμός της χώρας, ανάμεσά τους και η οικογένεια της Λέα Ούπι, έχασε όλες τις οικονομίες τους.

«Επικρατούσε το ίδιο χάος, η ίδια αίσθηση αβεβαιότητας, η ίδια κατάρρευση του κράτους, η ίδια οικονομική καταστροφή. Με μία διαφορά. Το 1990 δεν είχαμε τίποτα παρά μόνο την ελπίδα. Το 1997 την είχαμε χάσει κι αυτήν».

Στο εξώφυλλο του βιβλίου η φωτογραφία ενός άδειου κουτιού Coca-Cola συνδέεται με την αφήγηση, κυρίως όμως με την πραγματικότητα της αλβανικής κοινωνίας.

«Εκείνη την περίοδο ένα κουτάκι Coca-Cola αποτελούσε ένα εξαιρετικά σπάνιο θέαμα», γράφει η Ούπι. «Ακόμη πιο σπάνια ήταν η γνώση της λειτουργίας του. Συνιστούσε ένα σύμβολο κοινωνικού κύρους. Όταν κάποιος τύχαινε να έχει ένα κουτάκι, το επιδείκνυε στο καθιστικό του, συνήθως πάνω σε ένα σεμεδάκι στην τηλεόραση ή στο ραδιόφωνο, συχνά δίπλα στη φωτογραφία του Ενβέρ Χότζα. Χωρίς το κουτάκι της Coca-Cola, τα σπίτια μας έδειχναν ίδια. Ήταν βαμμένα στο ίδιο χρώμα, είχαν τα ίδια έπιπλα. Με το κουτάκι κάτι άλλαξε, όχι μόνο οπτικά».

ΣΑΒΒΑΤΟ Ο θείος Ενβέρ μας άφησε για πάντα Facebook Twitter
Η Λέα Ούπι σε παιδική ηλικία στην παραλία του Δυρραχίου. Φωτ.: Προσωπικό αρχείο της Λέα Ούπι.

Όταν γεννήθηκε η Λέα Ούπι, 8 Σεπτεμβρίου 1979, η εφημερίδα «Zeri I Populit», δηλαδή το επίσημο όργανο του Κόμματος, κατέγραφε ακόμη μία μέρα καπιταλιστικής κατάπτωσης, ιδεολογικής επιθετικότητας των Ηνωμένων Πολιτειών και της Σοβιετικής Ένωσης αλλά και εργατικής αλληλεγγύης.

Η Λέα γεννήθηκε με πολλές δυσκολίες και οι πιθανότητες επιβίωσής της ήταν μόλις 30%. Οι γονείς της δεν τόλμησαν να της δώσουν όνομα, αλλά αναθάρρησαν όταν το νοσοκομείο αρίθμησε το βρέφος: 471. «Μόνο τα νεκρά μωρά δεν έπαιρναν αριθμό και, απ’ τη στιγμή που δεν είχα πεθάνει ακόμα, είχαν κάθε λόγο να χαίρονται».

Η γιαγιά της, Νινί, η δυνατότερη προσωπικότητα της οικογένειας, που πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε ζήσει στη Θεσσαλονίκη και είχε φοιτήσει στο εκεί γαλλικό σχολείο, είδε στην επιβίωση του μωρού την ελπίδα.

Αργότερα, όταν η γιαγιά θυμόταν τη στιγμή της γέννησης της Λέα, έλεγε: «Όταν γεννήθηκες, νιώσαμε την ελπίδα. Η ελπίδα είναι κάτι για το οποίο πρέπει να αγωνίζεσαι. Ωστόσο έρχεται κάποια στιγμή που μετατρέπεται σε ψευδαίσθηση. Είναι πολύ επικίνδυνο. Εξαρτάται από το πώς ερμηνεύεις τα γεγονότα». 

ΛΕΑ ΟΥΠΙ
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ: Λέα Ούπι, Ελεύθερη, Μτφρ.: Αντώνης Καλοκύρης, Εκδόσεις Πατάκη, Σελ. 383

Η Νινί ήταν μια γυναίκα που γεφύρωνε την οικογενειακή ιστορία αλλά και την ιστορία της Αλβανίας. Είχε γεννηθεί το 1918, κόρη ανώτερων τοπικών κυβερνητών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα είκοσί της έγινε σύμβουλος του πρωθυπουργού της Αλβανίας και ήταν η πρώτη γυναίκα που εργάστηκε στη διοίκηση. Γνώρισε τον άντρα της, τον παππού της Λέα, στον γάμο του βασιλιά Ζώγου. Μετά ήρθε το κομμουνιστικό καθεστώς.

Στα τριάντα δύο της άρχισε να δουλεύει σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας. Στα σαράντα της, πολλοί συγγενείς είχαν εκτελεστεί ή αυτοκτονήσει, ενώ άλλοι είχαν καταλήξει σε ψυχιατρικά ιδρύματα, στην εξορία ή στη φυλακή.

Στα πενήντα πέντε της κόντεψε να πεθάνει από πλευρίτιδα. Και στα εξήντα της έγινε γιαγιά, όταν γεννήθηκε η Λέα. «Τα υπόλοιπα τα ήξερα», γράφει η Λέα Ούπι.

Το 1991, όταν το καθεστώς έχει πλέον καταρρεύσει και οι ανδριάντες του Χότζα και του Στάλιν έχουν γκρεμιστεί, η γιαγιά Νινί έλαβε ένα γράμμα από την Αθήνα. Παλιοί γνωστοί την καλούσαν να επισκεφτεί την Ελλάδα για να δει αν θα μπορούσε να διεκδικήσει κάποια περιουσιακά στοιχεία που είχε η οικογένεια του πατέρα της πριν από τον πόλεμο.

Η Λέα συνόδευσε τη γιαγιά στην Αθήνα, σ’ ένα ταξίδι που θα μπορούσε να ονομαστεί «πρώτη φορά». Η Λέα κατέγραφε σχολαστικά σ’ ένα ημερολόγιο όλα τα πράγματα που ανακάλυπτε για πρώτη φορά.

Η πρώτη φορά που ένιωσε τον αέρα από το κλιματιστικό στις παλάμες της, που δοκίμασε μπανάνες, που είδε φωτεινούς σηματοδότες, που είδε ουρές να σχηματίζονται από αυτοκίνητα και όχι από ανθρώπους, που κάθισε σε λεκάνη τουαλέτας, που είδε ανθρώπους να ακολουθούν σκύλους δεμένους με λουρί, που είδε σταυρούς σε τάφους, που είδε τοίχους καλυμμένους με διαφημίσεις, που είδε την Ακρόπολη, απέξω, αφού δεν είχαν χρήματα για το εισιτήριο.

Ο θείος Ενβέρ μας άφησε για πάντα Facebook Twitter
Τον Φεβρουάριο του 1997 πολλοί Αλβανοί έχασαν τις αποταμιεύσεις τους. Εδώ μια ομάδα ανθρώπων που είχαν έρθει στα Τίρανα από την ύπαιθρο για να μάθουν τι συνέβαινε με τα χρήματά τους. Φωτ.: In Pictures Ltd./Corbis via Getty Images/Ideal Image

Η οικογένεια της Λέα ανήκε στους διανοούμενους. Έτσι έλεγαν στη Αλβανία όσους είχαν πανεπιστημιακή μόρφωση. Αλλά το αν θα μπορούσε κανείς να σπουδάσει, όπως και το τι θα σπούδαζε είχε σχέση με το «βιογραφικό».

Το «βιογραφικό» ήταν κάτι σαν τον φάκελο στην Ελλάδα της μετεμφυλιακής εποχής. Αν το βιογραφικό σου δεν ήταν τόσο φιλικό προς το καθεστώς, δεν ήταν απίθανο να αποκλειστείς από τις σπουδές ή να σπουδάσεις κάτι που δεν ήθελες, ας πούμε Δασοκομία, όπως έγινε με τον πατέρα της Λέα. Δεν έπρεπε να διαμαρτύρεται.

Καθώς έπασχε από άσθμα, έπρεπε να ευγνωμονεί το σοσιαλιστικό καθεστώς. «Αν ζούσαμε στη Δύση, ο πατέρας μου θα είχε γίνει αλήτης και θ’ αναγκαζόταν να λέει τραγούδια μπομπντύλαν κάτω από μια γέφυρα για να βγάλει λεφτά». 

Πολλοί από τους συγγενείς της Λέα ήταν «απόφοιτοι». Όταν η οικογένειά της μιλούσε για αποφοίτηση συγγενών στην πραγματικότητα αναφερόταν στην αποφυλάκισή τους. Ολοκλήρωση σπουδών ήταν η κωδική ονομασία για την έκτιση της ποινής.

Τα διάφορα επιστημονικά αντικείμενα αντιστοιχούσαν σε επίσημες κατηγορίες. Οι διεθνείς σχέσεις αντιστοιχούσαν στην κατηγορία της προδοσίας. Οι σπουδές λογοτεχνίας, στην υποκίνηση σε βία και προπαγάνδα. Οι οικονομικές σπουδές, σε απόκρυψη χρυσού.

Οι φοιτητές που κατέληγαν δάσκαλοι ήταν πρώην κρατούμενοι που είχαν γίνει χαφιέδες. Αποβολή σήμαινε θανατική καταδίκη, ενώ οικειοθελής εγκατάλειψη των σπουδών σήμαινε αυτοκτονία. Κωδικές γλώσσες και μετωνυμίες δημιουργούσαν ένα γλωσσικό πέπλο που τύλιγε τη ζοφερή πραγματικότητα.

ΣΑΒΒΑΤΟ Ο θείος Ενβέρ μας άφησε για πάντα Facebook Twitter
O παππούς και η γιαγιά της Λέα Ούπι. Φωτ.: Προσωπικό αρχείο Λέα Ούπι

«Όλοι θέλουν να φύγουν. Όλοι εκτός από μας», έγραφε η Λέα στο ημερολόγιό της το 1991. «Οι περισσότεροι φίλοι και συγγενείς μας περνούσαν μέρες, εβδομάδες, ακόμα και μήνες σχεδιάζοντας πώς να φύγουν».

Η Λέα, στην Αλβανία, συνέχισε τις σπουδές της στο λύκειο. Η τελευταία τάξη συνέπεσε με την οικονομική κατάρρευση του συστήματος των πυραμίδων. «Ήταν σαν να βρισκόμουν ξανά στο 1990», γράφει. «Επικρατούσε το ίδιο χάος, η ίδια αίσθηση αβεβαιότητας, η ίδια κατάρρευση του κράτους, η ίδια οικονομική καταστροφή. Με μία διαφορά. Το 1990 δεν είχαμε τίποτα παρά μόνο την ελπίδα. Το 1997 την είχαμε χάσει κι αυτήν».

Αυτή την ίδια χρονιά η Λέα έκανε τελικά τη δική της έξοδο. Έφυγε για να σπουδάσει Φιλοσοφία, αφού υποσχέθηκε στον πατέρα της ότι θα μείνει μακριά από τον Μαρξ. Διέσχισε την Αδριατική και πήγε στην Ιταλία μ’ ένα πλοίο που «ταξίδεψε πάνω από χιλιάδες πνιγμένους». Δεν επέστρεψε ποτέ.

Τώρα, στο Λονδίνο, στο London School of Economics, διδάσκει ένα μάθημα για τον Μαρξ, που είναι ένα μάθημα για την ελευθερία. Και διαπιστώνει, όπως γράφει στις τελευταίες αράδες του βιβλίου της, ότι ο κόσμος της απέχει τόσο πολύ την ελευθερία όσο κι εκείνος ο κόσμος από τον οποίο προσπάθησαν να ξεφύγουν οι γονείς της.

Η Λέα Ούπι, το είπαμε ήδη, πετυχαίνει μια συναρπαστική αφήγηση με συναίσθημα και στοχαστικότητα, χωρίς το ένα στοιχείο να επισκιάζει το άλλο. Είναι ένα επίτευγμα. Πολύ καλή η μετάφραση του Αντώνη Καλοκύρη.

Ο θείος Ενβέρ μας άφησε για πάντα Facebook Twitter
Έξοδος προς την Ελλάδα. © Ivo Lorenc/Sygma/CORBIS/Sygma via Getty Images/Ideal Image

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

To νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.

Βιβλίο
0

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η ξεχασμένη ελληνική μειονότητα της Αλβανίας

LiFO politics / Η ξεχασμένη ελληνική μειονότητα της Αλβανίας

Ποια είναι η κατάσταση της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία και τι γνωρίζουμε για αυτήν; Με αφορμή την πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Αλβανία και τα χωριά της ελληνικής μειονότητας, η Βασιλική Σιούτη συζητά για το θέμα με τον Νίκο Ευσταθίου, δημοσιογράφο και συγγραφέα.
ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΙΟΥΤΗ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Titus Milech: «Όταν κατάλαβα, μου ήταν αδύνατο να συνεχίσω να μιλάω Γερμανικά»

Titus Milech / O Γερμανός ψυχίατρος που νιώθει βαθιά απαξίωση για τη χώρα του

Ο Titus Milech μιλάει για τη βαθιά απαξίωση που νιώθει για τη χώρα στην οποία γεννήθηκε λόγω των εγκλημάτων του ναζισμού και εξηγεί γιατί του είναι αδύνατον ακόμα και να χρησιμοποιεί τη μητρική του γλώσσα.
ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΑΡΙΔΗΣ
Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Βιβλίο / Άλμπερτ Σπέερ, «ο ανεκπλήρωτος έρωτας του Φύρερ»

Ένα νέο βιβλίο εξερευνά την γοητεία που ασκούσε στον Χίτλερ ο αγαπημένος του αρχιτέκτονας και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος ο Σπέερ «ξέπλυνε» τη συμμετοχή του στον όλεθρο και εμφανίστηκε ως «ο καλός Ναζί»
THE LIFO TEAM
Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Βιβλίο / Ερίκ Βιγιάρ: Ο συγγραφέας που μίλησε τη γλώσσα των φτωχών και των κατατρεγμένων

Το νέο βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα που κυκλοφορεί στα ελληνικά, «Οι ορφανοί - Μια ιστορία του Μπίλι δε Κιντ», επιβεβαιώνει τον λόγο που το ελληνικό αναγνωστικό κοινό τον προτιμά: αφηγείται πραγματικά γεγονότα με την ευαισθησία του λογοτέχνη και δεν φοβάται να προασπιστεί με τις λέξεις του τους αφανείς και τους ανυπεράσπιστους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ