Βασίλης Χατζηιακώβου: «Ευθύνονται και οι εκδότες για τη σαβούρα»

Βασίλης Χατζηιακώβου: «Πολλοί που ασχολούνται με το βιβλίο δεν έχουν την παραμικρή σχέση μαζί του» Facebook Twitter
Δεν υπάρχει πια ουσιαστικά βιβλιοκριτική, οι βιβλιοπαρουσιάσεις θυμίζουν περισσότερο διαφημίσεις. Ούτε βέβαια και τους εκδότες κρίνει κανείς για τις επιλογές τους. Φωτ.: Πάρις Ταβι τιάν/LIFO
0


ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ, ΤΟ ΠΑΡΟΝ
και το μέλλον του βιβλίου και μαζί αξιομνημόνευτα πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις σε ένα μικρό στο μέγεθος, αλλά με μεγάλη ιστορική αξία «απάνθισμα μνημών», με σημείο εκκίνησης την οδό Σόλωνος, η οποία αποτέλεσε τον βασικό «πνεύμονα» και τροφοδότη του βιβλίου στην Αθήνα επί πολλές δεκαετίες, σε μια διεισδυτική, ζουμερή όσο και απολαυστική συνέντευξη

— Πώς προέκυψε καταρχάς «Η δική μου Σόλωνος»;
Δεν είχα, ξέρεις, την πρόθεση να γράψω ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις μου –έπειτα, είναι τόσες που θα χρειαζόμουν πολλά περισσότερα!–, τα δύο όμως από τα τρία αφηγήματα υπήρχαν.

— Αναφέρεσαι μάλλον στα «τρία σύννεφα» του υπότιτλου…
Ακριβώς. Πρώτα είχε γραφτεί το τρίτο, αυτό για τον Γιάννη Τσαρούχη, και μετά το δεύτερο για τον ηθοποιό Γιώργο Ορφανό. Μια τρομερή φιγούρα που είχε κάνει σπουδαία καριέρα στο εξωτερικό, συνεργάστηκε με τον Τζεφιρέλι, τον Βισκόντι, έπαιξε Μπέκετ στο Παρίσι όταν ακόμα ζούσε ο συγγραφέας, είχε επίσης ποζάρει στον Τσαρούχη ως μοντέλο για τον «Νοέμβρη» του και πρωταγωνιστήσει στην παράστασή του «Ετεοκλής»· συζούσαν επιπλέον. Αυτός λοιπόν κατέβαινε κάθε απόγευμα αφότου έγινε «Νοέμβρης» στη Σόλωνος και μπαινόβγαινε σε όλα τα βιβλιοπωλεία, Εστία, Ενδοχώρα, Θεμέλιο κ.λπ. και κατέληγε σε μας, στην Παρουσία – «πάω στον ταλαντούχο νεαρό απέναντι που με καταλαβαίνει», έλεγε. Μιλούσε ακατάπαυστα για βιβλία αλλά και για τον έρωτα, την τέχνη, την ελληνική γλώσσα, και αγαπούσε πολύ την ποίηση. Είχα εκδώσει τότε κάποιους πολύ σημαντικούς ποιητές, Νάσο Βαγενά, Στέφανο Ροζάνη, Ηλία Λάγιο, Στέφανο Μπεκατώρο, Διονύση Μεμή και άλλους. Τους διάβαζε κι έλεγε «ναι, αυτό είναι ποίηση!». Μια μέρα απήγγειλε το «Αγλαόν φέγγος οπώρας» του Μεμή, έτσι προέκυψε και ο τίτλος.

Δυστυχώς ή ευτυχώς, περιουσία δεν έκανα. Περηφανεύομαι, όμως, ότι αν έχω έναν θησαυρό στη ζωή μου, είναι ότι οι σπουδαίοι μας ποιητές που πρόλαβα, και όσοι παρήλθαν αλλά και οι ζώντες, με γνώριζαν και με γνωρίζουν με το μικρό μου όνομα.

— Διάβαζα, θυμάμαι, σε μια συνέντευξη που είχε δώσει παλιότερα στη LiFO ότι ήταν να υποδυθεί τον Ιωάννη τον Βαπτιστή στον «Ιησού από τη Ναζαρέτ».
Πράγματι, τον επέλεξε ο Τζεφιρέλι μεταξύ πολλών άλλων υποψηφίων, αλλά με το πού πήγε ο Ορφανός στα γυρίσματα, έφυγε τρέχοντας! «Μα πού πας;» τον ρώτησε ο Τζεφιρέλι. «Δεν είμαι άξιος να παίξω δίπλα σε τέτοια μεγαθήρια», αποκρίθηκε. Ποιος, και μάλιστα με το δικό του ταλέντο, θα έκανε το ίδιο στη θέση του; Αυτήν τη διαφορά ήθους και τρόπου ενός σπουδαίου ηθοποιού αλλά και ανθρώπου, που σήμερα δεν συναντάς πια, θέλησα κι εγώ να δείξω. Δες τα πρότυπα που έχουν οι νεότεροι.

Βασίλης Χατζηιακώβου: «Πολλοί που ασχολούνται με το βιβλίο δεν έχουν την παραμικρή σχέση μαζί του» Facebook Twitter
Εκείνο που κυριαρχεί είναι το μη ποιοτικό βιβλίο. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει για εκδότες που προσπαθούν να κρατούν ένα μέτρο, οπότε αναγκάζονται αρκετοί από αυτούς να κάνουν «εκπτώσεις». Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Είναι, πάντως, σήμερα πάρα πολλοί οι νέοι που θέλουν να γίνουν ηθοποιοί.
Ναι, και εξίσου πολλοί είναι όσοι θέλουν να γίνουν ποιητές, ευτυχώς όμως ήρθε η ισοπέδωση μέσω του TikTok και των άλλων σόσιαλ, όπου βγάζει καθένας τον πραγματικό του εαυτό. Μέσα, βέβαια, σε όλον αυτόν τον «βόθρο» ανακαλύπτεις και κάποια διαμαντάκια, όπως επίσης την πνευματική κατάντια και την ακηδία πολλών. Η υπερέκθεση βλάπτει, βλέπεις, ακόμα και αξιόλογους δημιουργούς. Υπήρξαν, φαντάσου, κορυφαίοι ποιητές, όπως ο Ανδρέας Κάλβος, που δεν ξέρουμε καν πώς ήταν εμφανισιακά και αν κάποιες προσωπογραφίες του είναι αυθεντικές. Πολλοί περισσότεροι, όμως, θα ξέρουμε την ποιήτρια Τζοάννα Στιχοπλόκου, ας πούμε, επειδή είναι πολύ ενεργή στα σόσιαλ και διατηρεί 3-4 προφίλ, κι ας γράφει μπούρδες!

solonos
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ.: Βασίλης Χατζηιακώβου, «Η δική μου Σόλωνος... και τρία σύννεφα στον ουρανό», εκδ. Ιωλκός

— Το δεύτερο «σύννεφο»;
Είναι ένα όνειρο στο οποίο συμμετείχαν πρόσωπα με τα οποία είχα εξαιρετικές σχέσεις. Πρόκειται για όλη αυτή την παρέα του ποιητή Ηλία Λάγιου –Κωστής Παπαγιώργης, Χρήστος Βακαλόπουλος, Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, Γιώργος Κακουλίδης και άλλοι– που σύχναζαν επίσης στη Σόλωνος και στα πέριξ, σε βιβλιοπωλεία, καφενεία, χαμαιτυπεία, πολλές φορές τα βράδια και σε κάποια «σκυλάδικα», όπως ήταν η Ανατολή στους Αμπελόκηπους. Βρέθηκα, λοιπόν, κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο μου με όλη αυτή την παρέα, από τη Λατρεία στην Αχαρνών στο μπαρ-σκυλάδικο Το Μωρό στην Αλεξάνδρας –στο βιβλίο όλα συμβαίνουν ταυτόχρονα, όπως γίνεται στα όνειρα, όμως όλα τα περιστατικά, ακόμα και οι ατάκες, είναι πραγματικά– και μέσα σε εκείνη τη συνεύρεση έβλεπες και το μεγαλείο, την απίστευτη παιδεία αλλά και το χιούμορ αυτών των ανθρώπων. Πολλά από αυτά τα αφηγούμαι και στο πρώτο μέρος του βιβλίου, το πρώτο «σύννεφο» που είναι και το κυρίαρχο.

— Είναι αυτό που αφορά το «τσακάλι» τον Γιώργο Τσάκαλο, σωστά;
Ακριβώς! Ήταν μεγάλη μορφή και ο σημαντικότερος βιβλιοπώλης της Αθήνας τον τελευταίο μισό αιώνα, γνώριζε το βιβλίο στην ολότητά του όσο κανείς. Βιβλιοπώλες εξειδικευμένοι στη λογοτεχνία, στην ιστορία, στο πολιτικό βιβλίο κ.λπ. υπήρχαν κι άλλοι, μόνο ο Τσάκαλος όμως ήταν τέτοιο «τέρας» γνώσεων. Μαζί δημιουργήσαμε το βιβλιοπωλείο Παρουσία όταν ήμουν είκοσι ετών, δύο μόλις χρόνια αφότου είχα έρθει στην Αθήνα από τις Σέρρες. Ήταν το κεντρικότερο βιβλιοπωλείο της Σόλωνος – μπαίνοντας έβλεπες όλα τα έντυπα του χώρου των Εξαρχείων, μετά λογοτεχνία, ποίηση, ιστορία, φιλοσοφία, θεολογία… Είχαμε κυριολεκτικά τα πάντα, δεν αποκλείαμε κανένα βιβλίο ή συγγραφέα για ιδεολογικούς λόγους, όπως έκαναν άλλοι, παρεκτός τη «σαβούρα», έστω κι αν ήταν εμπορική.

— Ένα παράδειγμα τέτοιας «σαβούρας»;
Το «Βρώμικο ’89» του Κεραμά, που θεωρώ ακόμα ένα πολύ κακογραμμένο βιβλίο. Αυτό, λοιπόν, είχε γίνει μπεστ σέλερ και «ζούσε» ολόκληρα βιβλιοπωλεία, ουρές κάνανε απ’ έξω. Δεν καταδεχτήκαμε όμως ποτέ να το βάλουμε στο δικό μας μαγαζί, κι ας χάναμε ένα σίγουρο κέρδος.

— Υπήρχε, πάντως, πράγματι τα χρόνια εκείνα στα βιβλιοπωλεία και τα άλλα αθηναϊκά στέκια αυτή η διαταξικότητα και το συχνά δημιουργικό συναπάντημα ανθρώπων από διαφορετικές αφετηρίες.
Έτσι είναι, και η Παρουσία υπήρξε από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα. Έρχονταν από γνωστούς αναρχικούς μέχρι καθηγητές πανεπιστημίων, πολιτικούς, μητροπολίτες ακόμα. Πολλές φορές μάλιστα τα υποτιθέμενα άκρα συγχρωτίζονταν, ο δε Τσάκαλος μπορούσε να συζητά με την ίδια άνεση για τον Μαλατέστα, τον Ντουρούτι, τον Καρτέσιο, τον Φουκό, τον Μάξιμο τον Ομολογητή και τον Γρηγόριο Νύσσης! Σε ένα τέτοιο περιστατικό που καταγράφω, ο Ευγένιος Αρανίτσης εξηγούσε στην ομήγυρη πώς μεταστράφηκε πνευματικά από μαρξιστή σε θρησκευόμενο ο σπουδαίος στοχαστής Χρήστος Μαλεβίτης χάρη σε ένα βιβλίο, το «Άσμα Ασμάτων» της Παλαιάς Διαθήκης που βρήκε κι έπιασε να διαβάζει περιμένοντας τη σειρά του σε ένα κουρείο. Ήταν η εποχή που ο Χρήστος Γιανναράς ετοίμαζε το δικό του σχόλιο πάνω στο «Άσμα Ασμάτων» και συζητούσε γι’ αυτό με τον Χρήστο Βακαλόπουλο, με τον οποίο γνωρίστηκαν χάρη στο ενδιαφέρον τους για το ίδιο βιβλίο. Στη συνέχεια ο Γιανναράς έγραψε έναν διθύραμβο στην «Καθημερινή» για τη «Γραμμή του Ορίζοντος» του Βακαλόπουλου και κάποιοι απορούσαν, γιατί δεν φαντάζονταν ότι αυτοί οι δύο είχαν φιλικές σχέσεις! Αυτά και πολλά άλλα αναφέρω στο πρώτο αυτό «σύννεφο», όπου δείχνω πόσο ανοιχτοί ήμασταν στα αυτιά, στα μάτια και στο μυαλό, προσπαθώντας να αγκαλιάσουμε όποια εκδοτική προσπάθεια γινόταν με έναν τρόπο χαρισματικό. Γίναμε έτσι μάρτυρες των πρώτων βημάτων πολύ σημαντικών δημιουργών, ανάμεσά τους ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, που ερχόταν τότε μαζί με τον Αλέξη Μπίστικα να μας φέρουν το περιοδικό-φανζίν «Κοντροσόλ στο Χάος», και ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης, ο οποίος έπαιρνε κάθε μέρα διαφορετικά βιβλία. «Αυτός ο πιτσιρικάς πόσο διαβάζει ο άτιμος, μπράβο», σχολίαζε θυμάμαι ο Τσάκαλος.

Το βιβλίο δεν συζητιόταν μόνο στους φυσικούς του χώρους, στα βιβλιοπωλεία, αλλά και σε καφέ, σε μπαρ, σε κλαμπ ακόμα, όπως ο Πήγασος, το Ρόδον και το Vitovski. Οι μουσικοί, οι DJs, οι δισκάδες, ήταν οι περισσότεροι άνθρωποι που και παιδεία διέθεταν και κινούνταν στον χώρο του βιβλίου. Είναι ακριβώς η εποχή που το βιβλίο είναι το μοναδικό, ουσιαστικά, εργαλείο, μαζί με τα διάφορα άλλα έντυπα, για να κυκλοφορήσουν οι ιδέες.

— Η Διεθνής Βιβλιοθήκη ήταν, θυμάμαι, ένας επίσης πολυσυλλεκτικός χώρος.
Βέβαια, περνούσα συχνά από εκεί και συναντούσα από τον Ρολφ Πόλε, τον Νίκο Μπαλή και τον Χρήστο Κωνσταντινίδη, μέχρι τον Δημήτρη Αρμάο, τον Κώστα Σκανδαλίδη και τον Θεόδωρο Πάγκαλο. Αλλά κυρίως είναι τα πρόσωπα που τα έτρεχαν αυτά τα βιβλιοπωλεία – θα ξαναϋπάρξει άλλος Γιώργος Τσάκαλος ή άλλη Σύλβια Παπαδοπούλου; Άνθρωποι με όραμα, μορφωμένοι, ψημένοι στους κοινωνικούς αγώνες αλλά και στη ζωή.

— Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, πάντως, και κυρίως τη δεκαετία του ’80, στις αρχές της οποίας ξεκινάς την καταγραφή σου, υπήρξε μια «έκρηξη» στον χώρο του βιβλίου και κυκλοφόρησαν πολλοί τίτλοι που είχε λογοκρίνει η χούντα.
Ναι, συνέβη τότε μια τεράστια άνθηση – μάλιστα κάθε πολιτική «σέχτα» άνοιγε το δικό της βιβλιοπωλείο, με τις δικές της εκδόσεις. Υπήρχαν βιβλιοπωλεία-«σχολεία», όπως το δικό μας, αλλά και η Εστία, ο Κάλβος, η Τροχαλία… Ακόμα και το ΠΑΣΟΚ είχε τον δικό του εκδοτικό οίκο στο ισόγειο των γραφείων του στη Χ. Τρικούπη, την Αιχμή. Επιπλέον, το βιβλίο δεν συζητιόταν μόνο στους φυσικούς του χώρους, στα βιβλιοπωλεία, αλλά και σε καφέ, σε μπαρ, σε κλαμπ ακόμα, όπως ο Πήγασος, το Ρόδον και το Vitovski. Οι μουσικοί, οι DJs, οι δισκάδες, ήταν οι περισσότεροι άνθρωποι που και παιδεία διέθεταν και κινούνταν στον χώρο του βιβλίου. Είναι ακριβώς η εποχή που το βιβλίο είναι το μοναδικό, ουσιαστικά, εργαλείο μαζί με τα διάφορα άλλα έντυπα για να κυκλοφορήσουν οι ιδέες. Υπήρχαν βέβαια και οι εφημερίδες, αλλά εκεί δεν μπορούσες να δημοσιεύσεις ό,τι ήθελες. Έπειτα, ο μόνος τρόπος τότε για να πληροφορηθείς το περιεχόμενο ενός βιβλίου ήταν να το διαβάσεις. Σήμερα δημοσιεύονται ολόκληρα αποσπάσματά του στα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, τον Τύπο, το ίντερνετ και τα σόσιαλ προτού καν κυκλοφορήσει. Και αυτό δεν αφορά μόνο βιβλία γνωστών πολιτικών ή άλλων διασημοτήτων, αλλά ακόμα και μικρές εκδόσεις. Οι βιβλιοπαρουσιάσεις ήταν ελάχιστες, δεν είχε εμφανιστεί ακόμα η μόδα των βιβλιοπωλείων-καφέ που ξεφυτρώνουν πια σαν τα μανιτάρια. Προσωπικά, όντας κάποιος που «δίδαξε» όλο αυτό το κομμάτι το οποίο αφορά παρουσιάσεις και εκδηλώσεις σχετικά με το βιβλίο, τις χαίρομαι αυτές τις προσπάθειες, ειδικά όταν γίνονται από ανθρώπους που ξέρουν τι και πώς το κάνουν, γιατί αν όλο αυτό καταλήξει άλλος ένας εφήμερος συρμός, θα έχει την τύχη υπόλοιπων ανάλογων, όπως εκείνα τα μαγαζιά που πουλούσαν frozen yoghurt!

Βασίλης Χατζηιακώβου: «Πολλοί που ασχολούνται με το βιβλίο δεν έχουν την παραμικρή σχέση μαζί του» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Υπάρχουν όμως και εξελίξεις με θετικό πρόσημο, έτσι δεν είναι;
Φυσικά, εκείνο ωστόσο που κυριαρχεί είναι το μη ποιοτικό βιβλίο. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει για εκδότες που προσπαθούν να κρατούν ένα μέτρο, οπότε αναγκάζονται αρκετοί από αυτούς να κάνουν «εκπτώσεις».

— Υπάρχει, πάντως, η εντύπωση ότι έχουμε μάλλον πολλές εκδόσεις και βιβλιοπωλεία για μια χώρα οι κάτοικοι της οποίας θεωρείται ότι δεν διαβάζουν.
Δεν νομίζω ότι ισχύει αυτό με τα βιβλιοπωλεία, δεν είναι λίγοι οι χώροι που έκλεισαν τα τελευταία χρόνια, με πιο πρόσφατο «λουκέτο» αυτό των εκδόσεων Γρηγόρη. Ακόμα και η Σόλωνος είναι αγνώριστη συγκριτικά με τη δεκαετία του ’80, ελάχιστα βιβλιοπωλεία παραμένουν εκεί, ο Λιβάνης, το Θεμέλιο και ένα-δυο ακόμα.

— Έχουν ωστόσο ανοίξει άλλα, στις ανηφοριές των Εξαρχείων και αλλού.
Ναι, υπάρχουν βιβλιοπωλεία όπως οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, που φιλοξενούν πλήθος εκδοτικές προσπάθειες, οι οποίες είναι πλέον ευκολότερα εφικτές χάρη στις ψηφιακές εκτυπώσεις. Έχουμε επίσης πολλές και εξαιρετικές εκδόσεις πολιτικού περιεχομένου, οι άνθρωποι που προέρχονται από τον ελευθεριακό χώρο εξακολουθούν να κάνουν αξιοζήλευτη δουλειά και εκδόσεις που εστίασαν στο πολιτικό βιβλίο γνώρισαν ανάπτυξη τα χρόνια της κρίσης, οπότε ήταν ανεβασμένη και η σχετική ζήτηση. Αλλά και στα Εξάρχεια είχαμε πρόσφατα απώλειες, Γιώργος Γαρμπής, Βάσος Γεώργας…

— Απώλειες δυσαναπλήρωτες. Μου έλεγες ωστόσο ότι ήδη στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ενέσκηψε η πρώτη σοβαρή κρίση στον χώρο του βιβλίου.
Υπήρξε πράγματι μια μεγάλη καταστροφή, λόγω της υπόθεσης των βιβλιοθηκών, ένα εγχείρημα στο οποίο είχα δώσει την ψυχή μου και το οποίο δείχνει να ανακινείται τώρα από το υπουργείο Παιδείας. Χωρίς ωστόσο οι ιθύνοντες να συμβουλεύονται τους κατάλληλους ανθρώπους, εκείνους δηλαδή που θεωρούν το βιβλίο πρωτίστως κοινωνικό αγαθό και όχι εμπόρευμα. Αρκετά βιβλιοπωλεία έκλεισαν τότε, άλλα άλλαξαν χέρια, απλώς τα τεκταινόμενα εκείνα δεν έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Η ίδρυση τέτοιων βιβλιοθηκών ήταν ένα όραμα του Γεράσιμου Αρσένη βασισμένο σε ένα σχετικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα πολύ ελκυστικό και για τους εκδότες, αφού θα μπορούσαν να διαθέσουν εκεί πολλά αντίτυπα. Με τη συμβολή κάποιων προσώπων που το δουλέψαμε ετοιμάζοντας καταλόγους κ.λπ., το πρόγραμμα ξεκίνησε το 1998 προβλέποντας 2.300 βιβλιοθήκες που θα ήταν ανοιχτές σε μαθητές, φοιτητές, σε όλη την κοινωνία. Όταν όμως έφτασε το 2002 και ενώ είχαν ιδρυθεί οι πρώτες 500, το πρόγραμμα διακόπηκε απότομα και αρκετοί εκδότες που είχαν επενδύσει σε αυτό επλήγησαν οικονομικά, κάποιοι καταστράφηκαν.

— Αναρωτιέμαι, ωστόσο, πόσοι άνθρωποι διαβάζουν βιβλία πια, ακόμα κι αν θα το ήθελαν, ώστε να μπορούν να συντηρούν βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες – το βιβλίο θέλει χρόνο και υπομονή κι αυτά είναι σήμερα αγαθά που σπανίζουν. Πάντως ούτε το e-book έπιασε τόπο.
Όχι, κι αυτό είναι ένδειξη ότι δεν μπορούν να γίνουν όλες μας οι εμπειρίες ψηφιακές. Ισχύει φυσικά ότι το βιβλίο χρειάζεται τον χρόνο του για να το κερδίσεις και να σε κερδίσει. Υπάρχουν ακόμα βιβλία που διαβάζονται και πουλάνε, ωστόσο ο χαρακτηρισμός «ευπώλητα» είναι συχνά παραπλανητικός. Περηφανεύονταν π.χ. κάποιοι/-ες, όταν ακόμα η Ελλάδα διένυε την εποχή των παχιών αγελάδων, ότι το τάδε βιβλίο πούλησε 50.000 αντίτυπα, το δείνα 60.000, αναφέρονταν όμως στην εύπεπτη, τη «ροζ» λογοτεχνία που ήταν τότε πολύ δημοφιλής – πήγαινε μια κυρία στο κομμωτήριο, ας πούμε, ξεφύλλιζε και κάποιο ρομάντζο. Πλέον σκρολάρει στο smartphone, οπότε συρρικνώθηκε πολύ κι αυτή η αγορά, που ήδη είχε υποστεί μεγάλο πλήγμα με την κρίση. Το καλό ήταν ότι εκδοτικοί οίκοι που είχαν εστιάσει εκεί αναγκάστηκαν να αλλάξουν ρότα επενδύοντας στο σοβαρό βιβλίο.

Aν η τεχνολογία χρησιμοποιηθεί προς όφελος του ποιοτικού βιβλίου, μπορούν να γίνουν θαύματα. Το θέμα είναι όλη αυτήν τη σαβούρα, για την κυκλοφορία της οποίας ευθύνονται και εκείνοι οι εκδότες που δεν διαβάζουν καν τι εκδίδουν.

— Θυμάμαι ένα σκωπτικό κείμενό σου με τίτλο «Σαβουροβιβλιάμηδες».
Λόγω της ευκολίας και της φτήνιας που υπάρχει στον χώρο, στην οποία πολλοί έχουν πλέον «εθιστεί», όταν θέλω να περιγράψω τον χώρο του βιβλίου τον παρομοιάζω με ομόκεντρους κύκλους. Υπάρχει ένας κεντρικός πυρήνας με 60-70 εκδοτικούς οίκους, γύρω από αυτούς «περιστρέφονται» άλλες εκδόσεις και διάφορα ιδρύματα, καμιά 150ριά όλοι μαζί – αυτοί δημιουργούν το βιβλιακό γίγνεσθαι. Όσο, τώρα, μεγαλώνουν και αραιώνουν οι ομόκεντροι αυτοί κύκλοι, φτάνεις σε άτομα που ασχολούνται με το βιβλίο χωρίς να έχουν καμία απολύτως σχέση μαζί του. Που δεν έχουν διαβάσει ούτε ένα λογοτεχνικό βιβλίο στη ζωή τους και εκδίδουν σκουπίδια – εκείνους εννοούσα με αυτό το λογοπαίγνιο. Οι παλιότεροι εκδότες, ξέρεις, έβλεπαν το βιβλίο ως ένα μέσο για να διαδώσουν νέες ιδέες, κάποιοι ακόμα και για να αλλάξουν τον κόσμο. Γι’ αυτό και παρά τις ιδεολογικές διαφορές και τον επαγγελματικό ανταγωνισμό, υπήρχαν συναναστροφές μεταξύ τους καθώς και μια υγιής άμιλλα. Πολλοί νεότεροι, αντίθετα, το αντιμετωπίζουν ως ένα ακόμα εφήμερο καταναλωτικό προϊόν. Χαρακτηριστικό είναι ότι δεν υπάρχουν πια στέκια, καφέ, μαγέρικα όπου να συχνάζουν συγγραφείς και εκδότες και να υπάρχει αλληλεπίδραση, όπως συνέβαινε στο παρελθόν στη Σόλωνος και τους γύρω δρόμους, σε στέκια όπως τα Μετέωρα στη Χ. Τρικούπη και το Κυλικείο στο πάρκινγκ της Σόλωνος.

— Πέρα από την ευτέλεια, ποια άλλα θα έλεγες ότι είναι σήμερα τα μεγαλύτερα προβλήματα στον χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα και πώς θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν;
Εκτιμώ ότι η γενιά μου δημιούργησε κάποιες προϋποθέσεις για ένα καλύτερο μέλλον στον χώρο του βιβλίου, πράγμα που κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν εσφαλμένα και συνεχίζουν. Θέσαμε και δρομολογήσαμε ζητήματα σημαντικά όπως αυτό των βιβλιοθηκών, της ενιαίας τιμής και του ΟΣΔΕΛ που αφορά τα πνευματικά δικαιώματα. Το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων ειδικά είναι ζωτικής σημασίας για το ποιοτικό βιβλίο καταρχάς, αφού αυτό κινδυνεύει περισσότερο να «υποκλαπεί», όχι η συλλογή διηγημάτων του Τζίμη του Ψωναρίδη, ας πούμε. Κι όμως, σήμερα τα περισσότερα πνευματικά δικαιώματα μοιράζονται στον Ψωναρίδη και τους ομοίους του, καθώς επίσης στους εκδότες που βγάζουν κατά κόρον τέτοια βιβλία. Αλλά τι περιμένεις σε μια χώρα όπου κυκλοφορούν κάπου χίλιες ποιητικές συλλογές ετησίως, οι μισές από τις οποίες τουλάχιστον είναι εντελώς για τα σκουπίδια. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, νομίζω, είναι αυτό, ότι η τεχνολογία διευκόλυνε πολύ την έκδοση ενός βιβλίου –παλιά κοιλοπονούσαμε κυριολεκτικά να το βγάλουμε–, με αποτέλεσμα καθένας να μπορεί να κυκλοφορήσει οτιδήποτε. Έχει, έπειτα, γενικευθεί το φαινόμενο επίδοξοι ποιητές και συγγραφείς να πληρώνουν κάποιον εκδότη για να κυκλοφορήσει τα γραπτά τους.

— Η τεχνολογία έχει βέβαια και τα θετικά της, στο ίντερνετ βρίσκεις πια πολλά καλά βιβλία, πολλή και καλή ποίηση επίσης.
Εννοείται, και αν η τεχνολογία χρησιμοποιηθεί προς όφελος του ποιοτικού βιβλίου, μπορούν να γίνουν θαύματα. Το θέμα είναι όλη αυτήν τη σαβούρα, για την κυκλοφορία της οποίας ευθύνονται και εκείνοι οι εκδότες που δεν διαβάζουν καν τι εκδίδουν. Δεν περιαυτολογώ, αλλά όταν κάποτε ήμουν υπεύθυνος του μεγαλύτερου βιβλιοπωλείου της χώρας, είχα ρίξει «πόρτα» μέχρι και σε σπουδαίους ποιητές που ήθελαν να παρουσιάσουν τα βιβλία τους μόνοι τους, προκειμένου να κρατώ ένα επίπεδο. Κάτι το οποίο δυσκόλεψε όταν βρέθηκα να εργάζομαι σε άλλους χώρους, με συνέπεια να υποχρεωθώ κι εγώ να κάνω εκπτώσεις. Έχω τύχει, ξέρεις, σε παρέες συγγραφέων, υποτίθεται, που γνώριζαν λεπτομερώς ο ένας το έργο του άλλου και τα σχετικά κουτσομπολιά, αλλά αγνοούσαν ονόματα όπως ο Σαχτούρης ή ο Καραγάτσης – τον δεύτερο ίσως τον μάθουν τώρα με την τηλεοπτική σειρά.

Βασίλης Χατζηιακώβου: «Πολλοί που ασχολούνται με το βιβλίο δεν έχουν την παραμικρή σχέση μαζί του» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Αλλά τι κάνει τόσους ανθρώπους να γράφουν, καλά ή κακά; Τους ωθεί μόνο κάποια εσωτερική ανάγκη ή και κάποιο ψώνιο, κάποια ματαιοδοξία;
Υπάρχει βέβαια το πρώτο, αλλά συμβαίνει και το δεύτερο. Άνθρωποι απαίδευτοι, που γράφουν κάτι απλώς για να κυκλοφορήσει και να το έχουν στο βιογραφικό τους.

— Αλλά δεν φοβούνται την κριτική; Του βιβλίου, εννοώ.
Ποια κριτική; Δεν υπάρχει πια ουσιαστικά βιβλιοκριτική, οι βιβλιοπαρουσιάσεις θυμίζουν περισσότερο διαφημίσεις. Ούτε βέβαια και τους εκδότες κρίνει κανείς για τις επιλογές τους. Παλιότερα ένας εκδότης είχε μεγάλο ανταγωνισμό γιατί υπήρχαν πολλοί σοβαροί συνάδελφοί του στον χώρο, οπότε τέτοια φαινόμενα υπήρχαν μεν αλλά ήταν περιορισμένα, το ποιοτικό βιβλίο ήταν το κύριο «επίδικο». Θυμάμαι τώρα δα κάτι που μου είχε μεταφέρει ο Αιμίλιος Καλιακάς των εκδόσεων Στιγμή – ζωντανή ιστορία, και όχι μόνο για τα σημαντικά βιβλία που έχει εκδώσει. Ο Αιμίλιος, λοιπόν, στα 15 του χρόνια δούλευε στο τυπογραφείο των Παρουσόπουλων. Αυτοί εξέδιδαν τον Σεφέρη, ο οποίος πήγαινε και ρωτούσε όταν επρόκειτο να βγάλει καινούργιο βιβλίο «αν τυπώσουμε εξήντα αντίτυπα, είναι πολλά;». Ποιος, ο Σεφέρης. Και ρωτάνε σήμερα κάτι τυχάρπαστοι, από εκείνους που ένας σοβαρός εκδότης θα τους έκρινε τουλάχιστον μετεξεταστέους, μήπως είναι λίγα τα χίλια αντίτυπα.

— Άλλοι εκδότες που έγραψαν ιστορία;
Πάντοτε μνημονεύω εκείνη την υπέροχη παρέα, τους Μάριο Πλωρίτη, Νίκο Καρύδη και Αλέκο Πατσιφά, που εξέδωσαν –πιτσιρικάδες ακόμα– το 1944 στην Αθήνα της Κατοχής τα «Μαθήματα Τέχνης» των Ενγκρ – Ροντέν - Μπουρντέλ, μια κλασική μελέτη-λεύκωμα για τη φιλοσοφία της τέχνης, τη γλυπτική και τη ζωγραφική, με σύνθεση και απόδοση του Φωκίωνα Ρωκ, του γλύπτη που φιλοτέχνησε τον Άγνωστο Στρατιώτη. Οι δύο πρώτοι εξ αυτών δημιούργησαν τον Ίκαρο, τον εκδοτικό οίκο των Νόμπελ, και ο τρίτος τη δισκογραφική Λύρα, φέρνοντας σε επαφή τον Ελύτη, τον Σεφέρη, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη, τον Τσαρούχη, όλο αυτό το τεράστιο κομμάτι πολιτισμού – για τέτοια αναστήματα μιλάμε, που είναι πια υπό εξαφάνιση. Όχι πως δεν συναντάς ακόμα ανθρώπους που συνεχίζουν αυτή την πνευματική παράδοση, τέτοιες μορφές όμως δεν θα βρεις, που μπορούσαν να κάνουν παρατηρήσεις ακόμα και σε έναν Ελύτη για κάποιο του γραπτό κι εκείνος να τις δέχεται.

— Αλλά δεν υπάρχουν και στέκια πια που να προσελκύουν όλον αυτόν τον πνευματικό κόσμο, καθώς έλεγες.
Έτσι είναι, δυστυχώς. Παλιότερα πήγαινες, ας πούμε, στο πατάρι του Λουμίδη, στο Βυζάντιον, στο Brazilian ή στο Ελλάς στο Παγκράτι και τους έβλεπες όλους μαζεμένους. Στου Λουμίδη, ας πούμε, σύχναζαν, μεταξύ άλλων, οι Δημήτρης Χριστοδούλου, Ροβήρος Μανθούλης, Λεωνίδας Χρηστάκης, Ρένος Αποστολίδης. Όταν πια είχε κλείσει, ο περίφημος Δολιανίτης, στον οποίο επίσης αναφέρομαι στο βιβλίο, σχολάρχης του πρώτου ιδιωτικού πανεπιστημίου στη χώρα και μέγας συλλέκτης, μου είπε μια μέρα «μόνο εσύ, κ. Χατζηιακώβου, θα μπορούσες να αναβιώσεις το πατάρι του Λουμίδη».

Βασίλης Χατζηιακώβου: «Πολλοί που ασχολούνται με το βιβλίο δεν έχουν την παραμικρή σχέση μαζί του» Facebook Twitter
Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

— Δεν θα ήταν καθόλου άσχημη ιδέα!
Το θέλω και το προσπαθώ καιρό τώρα και παρά τις αντιξοότητες, ευελπιστώ ότι κάποια στιγμή θα το καταφέρω. Ένα στέκι που να συνδυάζει πνευματικότητα και ευζωία, το οποίο και η Αθήνα ως πόλη χρειάζεται πιστεύω πάρα πολύ, συν ότι θα προσέλκυε και ξένους επισκέπτες. Είναι αδιανόητο να μην έχει απομείνει έστω ένα ιστορικό καφέ-στέκι, με εξαίρεση το Athénée, το πρώην Zonar’s στην Πανεπιστημίου. Θα ήταν, παράλληλα, ένα ανάχωμα στην ισοπέδωση που επικρατεί, στο δήθεν, στην άκρατη τουριστικοποίηση και στον αφανισμό των ιστορικών τοπωνυμίων της πρωτεύουσας χάριν ενός απρόσωπου εκσυγχρονισμού. Κάτι το οποίο πέτυχα εν πολλοίς στο Polis Art Cafe στο Αρσάκειο για μια επταετία, και στη συνέχεια για ένα διάστημα στο καφέ του κήπου του Αρχαιολογικού Μουσείου, ένα είδος πολυχώρου που να συνδυάζει από βιβλίο και μουσική μέχρι χορό και εικαστικά.

— Έχεις κάτι άλλο κατά νου;
Σκέφτομαι μία ακόμα έκδοση που να αναφέρεται σε όλα αυτά που έζησα, είδα, έμαθα και έκανα ο ίδιος –άλλα καλύτερα, άλλα χειρότερα– στον χώρο του βιβλίου. Έχω πελώριο υλικό, η «Σόλωνος» είναι απλώς ένα προοίμιο.

— Πέρα από τον Τσάκαλο, ποιο άλλο πρόσωπο από τον χώρο του βιβλίου σού εντυπώθηκε περισσότερο;
Δύσκολη ερώτηση, θα ξεχώριζα ωστόσο ένα πρόσωπο που υπήρξε για μένα και μεγάλος δάσκαλος, τον Γρηγόρη Τρουφάκο των εκδόσεων Τροχαλία. Για τις οποίες, μάλιστα, ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος έγραψε κάποτε στην «Ελευθεροτυπία»: «Εκδόσεις Τροχαλία-Κάτοπτρο, οι πλέον νοήμονες εκδότες των Αθηνών». Θα τον θυμάμαι πάντα με σεβασμό και αγάπη. Αλλά και τον εκδότη μου της Ιωλκού, τον Κωνσταντίνο Κορίδη, που επέλεξα για την ιστορία, την αισθητική και τη σχέση που διατηρούμε, παρότι ο ίδιος χαριτολογώντας έλεγε ότι το βιβλίο όφειλε να κυκλοφορήσει «υπό ομίλου εκδοτών».

— Χρήματα, αλήθεια, έβγαλες από όλη αυτή την ενασχόλησή σου με τα βιβλία;
Δυστυχώς ή ευτυχώς, περιουσία δεν έκανα. Περηφανεύομαι, όμως, ότι αν έχω έναν θησαυρό στη ζωή μου, είναι ότι οι σπουδαίοι μας ποιητές που πρόλαβα, και όσοι παρήλθαν αλλά και οι ζώντες, με γνώριζαν και με γνωρίζουν με το μικρό μου όνομα.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ.

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Η ηδονή σήμερα τρομάζει – και αυτό λέει πολλά για εμάς»

Βιβλίο / Ευάρεστος Πιμπλής: «Η ηδονή σήμερα τρομάζει και αυτό λέει πολλά για εμάς»

Ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας μιλά στη LiFO με αφορμή το βιβλίο του «Πέρα από τη συναίνεση» για μερικά από τα πιο δύσκολα ζητήματα της εποχής: τη βία μέσα στη φαντασίωση, τον νέο πουριτανισμό, τα όρια της επιθυμίας και την εύθραυστη, συνεχώς μεταβαλλόμενη έννοια του τι σημαίνει να είσαι άνδρας σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Βιβλίο / Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Η απίστευτη ιστορία της νεαρής Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ που πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει σε ντοκιμαντέρ και να τραβήξει την προσοχή με τις φωτογραφίες της προτού πέσει νεκρή από τους ισραηλινούς πυραύλους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή»

Χρήστος Λούκος / Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική μας άγνοια φαίνεται από την επιτυχία του "Καποδίστρια"»

Μεγαλωμένος στη φτώχεια, με αρβανίτικη καταγωγή, στα υπόγεια των τυπογραφείων και στα βραδινά σχολεία, έμαθε από νωρίς ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Από τα δημοτικά αρχεία της Ερμούπολης έως το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, ο έγκριτος ιστορικός και βιογράφος του Καποδίστρια αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Oι κεραίες της εποχής μου»: Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Το πίσω ράφι / «Oι κεραίες της εποχής μου»: Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Μια έκδοση που δεν αποτελεί απλή μεταγραφή της ομώνυμης λογοτεχνικής εκπομπής αλλά, χάρη στην ικανότητα του Χρυσοστομίδη, αναδεικνύει το μέγεθος των σημαντικών συγγραφέων που συμμετείχαν σε αυτήν.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Όταν ο MAGA Ιησούς αντικαθιστά τον αληθινό Ιησού

Βιβλίο / Όταν ο MAGA Ιησούς αντικαθιστά τον αληθινό

Η κυβέρνηση Τραμπ υπονομεύει την αυθεντική χριστιανική πίστη, προωθώντας στο όνομα του Ιησού τη βαναυσότητα και τη βούληση για απόλυτη εξουσία, τοποθετώντας τους χριστιανούς σε μια θεολογική ζώνη του λυκόφωτος.
THE LIFO TEAM
Η Σάλι Ρούνεϊ μετά το hype: Το «Ιντερμέτζο» αλλάζει το παιχνίδι;

The Review / Σάλι Ρούνεϊ: Σημαντική συγγραφέας ή το trend της στιγμής;

Ωρίμασε η Ιρλανδή συγγραφέας που με το βιβλίο της «Κανονικοί Ανθρωποι», έγινε σταρ; Είναι το νέο της μυθιστόρημα «Ιντερμέτζο» (εκδόσεις Πατάκη) στροφή σε μια πιο απαιτητική και δύσκολη γραφή; Η Βένα Γεωργακοπούλου κουβεντιάζει με τον αρχισυντάκτη του πολιτιστικού των «Νέων» Δημήτρη Δουλγερίδη.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Βιβλίο / «Όποιος έζησε στην Ευρώπη, θα μπορούσε να είναι πρόγονός μας»

Μια ενδιαφέρουσα επιστημονική μελέτη του Κώστα Καμπουράκη που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, η οποία φωτίζει ζητήματα όσον αφορά το DNA και την εθνική καταγωγή αλλά και τα σχετικά εσφαλμένα ιδεολογήματα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Το πίσω ράφι/ Καζούο Ισιγκούρο «Μη μ’ αφήσεις ποτέ»

Το πίσω ράφι / Πώς ορίζεται μια «αξιοπρεπής» ζωή;

Στο «Μη μ' αφήσεις ποτέ» ο Βρετανός συγγραφέας Καζούο Ισιγκούρο φτιάχνει ένα σύμπαν απίστευτης σκληρότητας και θεσμοθετημένης αδικίας, όπου η απανθρωπιά γίνεται αποδεκτή ως μέρος του συστήματος, όχι ως κάτι τερατώδες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Η Σύλβια Πλαθ έλεγε την αλήθεια της, και τη διεκδικούσε

Το Πίσω Ράφι / Η Σύλβια Πλαθ μετέτρεψε το προσωπικό της τραύμα σε ποιητικό υλικό

Στην αποκατεστημένη έκδοση της εμβληματικής συλλογής «Άριελ» η Αμερικανίδα ποιήτρια μιλά για θέματα όπως ο θάνατος, η αυτοκαταστροφή, η γυναικεία ταυτότητα, η μητρότητα, η πατρική εξουσία, η οργή, η ερωτική προδοσία, κι όλα αυτά σε μια γλώσσα που βγάζει σπίθες, κοφτή, πυκνή, επιθετική, με βίαιες εικόνες και απροσδόκητες μεταφορές.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ