Ο ΜΑΡΚΗΣΙΟΣ ΝΤΕ ΜΟΡΕΣ ήταν ένας Γαλλοϊταλός αριστοκράτης. Γεννημένος το 1858, πέρασε την παιδική του ηλικία μεταξύ της έπαυλης των γονιών του και του χειμερινού τους παλατιού στις Κάννες. Ως φοιτητής της στρατιωτικής ακαδημίας στο St Cyr, μαζί με μια ντουζίνα άλλους δόκιμους, επιχείρησε να βάλει φωτιά στο σπίτι ενός Εβραίου τοκογλύφου. Όταν ο άντρας πετάχτηκε έντρομος στον δρόμο, του έριξαν αυγά και τον έλουσαν με σαμπάνια. Ήταν ένας προάγγελος αυτού που θα γινόταν ο Ντε Μορές.
Ο ιστορικός Σέρτζιο Λουτζάτο ξεκινά το νέο βιβλίο του, που έχει τίτλο «Ο πρώτος φασίστας», με έναν πρόλογο που μας μεταφέρει το 1942, σχεδόν μισό αιώνα μετά τον θάνατό του. Η μεταφορά των Γάλλων Εβραίων στο Άουσβιτς είχε αρχίσει και ο αρμόδιος επίτροπος απέτισε φόρο τιμής στον «μεγάλο άρχοντα της δράσης που ήταν ο Μαρκήσιος ντε Μορές» ως έναν από τους πρώτους ηγέτες του «αντιεβραϊκού αγώνα». Εν τω μεταξύ, στο Μπρούκλιν, η Χάνα Άρεντ έλεγε στους μαθητές της ότι «ο φασισμός... εφευρέθηκε πριν από περίπου πενήντα χρόνια, στη Γαλλία».
Η βία με την οποία πάντα φλέρταρε ο Ντε Μορές ήταν αυτή που τον τελείωσε. Το 1896 ξεκίνησε μια κακοσχεδιασμένη αποστολή στη Σαχάρα κατά την οποία φονεύθηκε, σε ηλικία 37 ετών, από νομαδικές φυλές.
Ο Ντε Μορές παντρεύτηκε την Γερμανο-αμερικανίδα Μεντόρα φον Χόφμαν, κληρονόμο μιας δυναστείας τραπεζιτών, η οποία είχε τις ίδιες αντιλήψεις μ’ εκείνον. Όταν άρχισε να ασχολείται με το κυνήγι μεγάλων θηραμάτων, εκείνη τον συνόδευσε στην Ινδία, σκοτώνοντας δύο τίγρεις. Στη συνέχεια, στράφηκε δυτικά, στις ερημιές της Ντακότα. Εκεί αγόρασε ένα δερμάτινο παλτό με κρόσσια, ένα μεγάλο λευκό καπέλο, περίπου 10.000 στρέμματα γης, βοοειδή αξίας 40.000 δολαρίων και 250 άλογα που ανήκαν στον Καθιστό Ταύρο.
Στόχος του ήταν να εκσυγχρονίσει την κτηνοτροφία, να μη στέλνει τα βοοειδή του στην αγορά ζωντανά, αλλά να τα σφάζει και να μεταφέρει το κρέας με ψυγεία σε σιδηροδρομικά βαγόνια στην Ανατολική Ακτή. Το σχέδιο φαινόταν ως μια έξυπνη και καινοτόμος χρήση των τεχνολογικών εξελίξεων, αλλά ο Ντε Μορές έκανε πολλούς εχθρούς μεταξύ των συναδέλφων του κτηνοτρόφων. Κάποια στιγμή σημειώθηκε και μια ανταλλαγή πυροβολισμών και Ντε Μορές κατηγορήθηκε για φόνο.
Τελικά απαλλάχθηκε από την κατηγορία και στη Γαλλία η εφημερίδα «Le Gaulois» έγραφε με θαυμασμό για τη ζωή του, η οποία είχε «απαλλαχθεί από την αργοπορία της δικαιοσύνης και τις διατυπώσεις της γραφειοκρατίας». Όμως η επιχείρηση του Ντε Μορές απέτυχε, καθώς το καρτέλ που έλεγχε την αγορά κρέατος στο Σικάγο τον έθεσε εκτός ανταγωνισμού. Τότε είχε μια άλλη ιδέα: θα αγόραζε όλα τα κρεοπωλεία της Νέας Υόρκης. Οι κρεοπώλες απέρριψαν την προσφορά του. Ο συνεργάτης του τον μήνυσε για κατάχρηση κεφαλαίων. Ηττημένος, είπε στον πατέρα του: «Ξεκινάω ξανά τη ζωή μου από το μηδέν». Ήξερε ποιον να κατηγορήσει. Οι περισσότεροι κρεοπώλες της Νέας Υόρκης που τον είχαν εμποδίσει ήταν Εβραίοι, όπως εσφαλμένα δήλωνε.
Ακολούθησαν κι άλλα ευφάνταστα κερδοσκοπικά εγχειρήματα, όπως ένα ταξίδι στην Ινδοκίνα, όπου διερεύνησε τη διαδρομή ενός σιδηροδρόμου που δεν θα κατασκευαζόταν ποτέ. Το 1889 επέστρεψε στο Παρίσι για να γίνει ο λαμπερός ηγέτης ενός κινήματος του οποίου ο ινστρούχτορας ήταν ο Εντουάρ Ντρουμόν, συγγραφέας «ενός χείμαρρου αντισημιτικών ύβρεων».
Στην διάρκεια της περιπέτειάς του στην Άγρια Δύση, είχε υποστηρίξει μια πολιτοφυλακή ατάκτων γνωστή με την ονομασία «Οι στραγγαλιστές της Μοντάνα», τα μέλη της οποίας υποστήριζαν ότι «ο μόνος τρόπος για να εξαλειφθεί η κλοπή αλόγων είναι να απαγχονίζεται ο δράστης μόλις συλληφθεί». Επιστρέφοντας στη Γαλλία, ο Ντε Μορές έθεσε σε εφαρμογή τα διδάγματα που είχε πάρει. Απευθύνθηκε στους εργάτες του σφαγείου La Villette στο Παρίσι, λέγοντάς τους ότι η δουλειά τους καταστρεφόταν από τους Εβραίους χονδρεμπόρους. Συγκέντρωσε όχλο και μοίρασε ρόπαλα, δηλώνοντας ότι λυπόταν που στη Γαλλία οι Εβραίοι δεν λιντσάρονταν όπως οι Μαύροι στην Αμερική.
Το 1892, σε ένα περιστατικό που θα μπορούσε να θεωρηθεί ως προοίμιο της υπόθεσης Ντρέιφους, η οποία θα δίχαζε τη γαλλική κοινωνία δύο χρόνια αργότερα, ο Ντε Μορές μονομάχησε με τον Εβραίο λοχαγό Αρμάνδο Μέιερ. Το βαρύ σπαθί του διαπέρασε το στήθος του Μέιερ κατά 25 εκατοστά, κάτι που παραβίαζε τους κανόνες της μονομαχίας, οι οποίες συνήθως κρίνονταν από μια «συμβολική» πληγή. Για δεύτερη φορά, ο Nτε Μορές δικάστηκε για φόνο. Και πάλι αθωώθηκε. Τελικά όμως, η βία με την οποία πάντα φλέρταρε ήταν αυτή που τον οδήγησε στο τέλος. Το 1896 ξεκίνησε μια κακοσχεδιασμένη αποστολή στη Σαχάρα κατά την οποία φονεύθηκε, σε ηλικία 37 ετών, από νομαδικές φυλές.
Η ζωή του Ντε Μορές ήταν η ζωή ενός σπάταλου τυχοδιώκτη, όχι ενός πολιτικού θεωρητικού, η περίπτωσή του όμως στηρίζει τη θέση της Άρεντ, αφού συγκεντρώνει πολλά από τα βασικά συστατικά του φασισμού του 20ού αιώνα: παραστατική πολιτική δράση, δημαγωγική ρητορική, παραστρατιωτική βία, περιφρόνηση της νομιμότητας, λυσσαλέος αντισημιτισμός.
Με στοιχεία από τους «Financial Times»