«ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΝΕΟΙ, μορφωμένοι και παρθένοι εκείνη την πρώτη νύχτα του γάμου τους και, στην εποχή που ζούσαν, μια συζήτηση για σεξουαλικές δυσκολίες ήταν απλώς αδύνατη». Μ’ αυτήν τη φράση, που τα συνοψίζει όλα, ξεκινάει η χαμηλόφωνη, μελαγχολική νουβέλα του Ίαν ΜακΓιούαν «Στην ακτή» (μτφρ. Ελ. Ηλιοπούλου, Πατάκης, 2007). Μια ιστορία γεμάτη παρεξηγήσεις και λεπτές ψυχολογικές αποχρώσεις, που σε παρασύρει ν’ αναρωτηθείς πάνω στο τυχαίο της ζωής και στη βαρύτητα που μπορεί να έχει στην προσωπική μας πορεία μια αδέξια κίνηση ή μια παρατεταμένη σιωπή σε λάθος στιγμή.
Η «εποχή που ζούσαν» οι νιόπαντροι ήρωες του ΜακΓιούαν, ο Έντουαρντ και η Φλόρενς, είναι το 1962. Τότε ακόμα, «το να είσαι νέος ήταν ένα κοινωνικό φορτίο, ένα σημάδι ασχετοσύνης, μια αμυδρά ενοχλητική κατάσταση για την οποία ο γάμος ήταν η αρχή της ίασης». Τότε, επίσης, η σεξουαλική επανάσταση βρισκόταν στα σπάργανα, δεν έδινε τον τόνο – «η κοινωνική αλλαγή δεν προχωρεί ποτέ με σταθερό βήμα». Το αντισυλληπτικό χάπι έμοιαζε μ’ ένα εξωφρενικό παραμύθι για την Αμερική. Η τελετουργία του φλερτ υπάκουε σε χιλιάδες άρρητους κανόνες, σαν μεγαλοπρεπής χορός περασμένων αιώνων. Κι αυτά τα δυο εικοσάχρονα παιδιά, μολονότι είναι αποφασισμένα να μοιράζονται εφεξής και τα καλά και τα κακά, μια ανάσα πριν από την πρώτη τους ερωτική επαφή σ’ ένα ξενοδοχείο της ακτής Τσέσιλ, είναι παραλυμένα – εκείνος από φόβο, εκείνη από αποστροφή.
Σε κάθε γωνιά του πλανήτη, σε κάθε εποχή, πάντα κάποια ζευγάρια θα αδυνατούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και θα αναλογίζονται κατόπιν εορτής το κόστος ενός παιδιάστικου πείσματος ή της αδράνειας που επέδειξαν.
Ο Έντουαρντ έχει φτάσει στο αμήν. Όσο, όμως, ανυπομονεί να ενωθεί με το αντικείμενο του πόθου του –αυτήν τη γοητευτική βιολονίστα από την Οξφόρδη– άλλο τόσο τρέμει μήπως με την απειρία ή τη «βιασύνη» του την απογοητεύσει. Η Φλόρενς, από τη μεριά της, θέλει να κάνει εμετό. Ο καλλιεργημένος επαρχιώτης που έχει κλέψει την καρδιά της δεν είναι καλοδεχούμενος στο σώμα της. Ακόμα και τα φιλιά του της προξενούν σιχασιά. Η λέξη «διείσδυση» είναι μέσα της ταυτισμένη με την εικόνα σάρκας ανοιγμένης με μαχαίρι. Η ιδέα να την αγγίξει κάποιος «εκεί κάτω» της φαίνεται εξίσου απωθητική με μια εγχείρηση στο μάτι. Ωστόσο, δεν βγάζει μιλιά. «Το σεξ με τον Έντουαρντ δεν μπορούσε να είναι η ολοκλήρωση της ευτυχίας της, αλλά το τίμημα που έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτήν».
Με το ίδιο υλικό, άλλος θα έγραφε μια ξεκαρδιστική κωμωδία. Ο πάλαι ποτέ «μακάβριος Ίαν», όμως, ο συγγραφέας του «Τσιμεντόκηπου», του «Ξένοι στη Βενετία», της «Εξιλέωσης», του «Μαθήματα», δεν μπήκε καν στον πειρασμό. Μισό αιώνα στο λογοτεχνικό προσκήνιο, πέρασε σταδιακά από τη ρεαλιστική, σκληρή ηθογραφία των αγγλικών αστικών κέντρων του ’70 και του ’80 σε μια προβληματική για τις αντιφάσεις του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου (π.χ. «Σάββατο»), διατηρώντας πάντα το ενδιαφέρον του για τα σκοτάδια της παιδικής ηλικίας, το σεξουαλικό ξύπνημα της εφηβείας, την κοινωνική διαστρωμάτωση της βρετανικής κοινωνίας και το ηθικό εκτόπισμα της τέχνης της γραφής. Κι εδώ, επιστρατεύοντας το γνώριμο λιτό ύφος του, όπου η ψυχρή αντικειμενικότητα εναλλάσσεται με μια υποψία ειρωνείας, ζωντανεύει ένα ζευγάρι εγκλωβισμένο μέσα σε συνθήκες αφόρητης πίεσης, που δεν γίνεται παρά να το συμπονέσουμε.
Πώς και γνωρίστηκαν οι δύο νέοι; Πώς έστησαν γέφυρες σ’ ό,τι τους χώριζε ταξικά; Πόση αγάπη πήραν ως παιδιά για να έχουν απόθεμα γι’ αργότερα; Τι τους κρατά φυλακισμένους στις προσωπικές τους αγωνίες και δεν ανοίγονται; Πώς εξηγείται η συστολή και η αθωότητά τους; Αυτά ενδιαφέρουν τον ΜακΓιούαν στην «Ακτή». Χωρισμένη σε πέντε, ίδιας έκτασης, κεφάλαια, η νουβέλα του δίνει τις απαντήσεις μέσα από διαδοχικά φλασμπάκ και μια προβολή στο μέλλον, εμμένοντας σε κάθε άλλο παρά περιττές, όπως αποδεικνύεται, λεπτομέρειες. Κι ενώ οι πρωταγωνιστές του βιβλίου είναι φιγούρες «παγωμένες» μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο ιστορικό, κοινωνικό και οικογενειακό πλαίσιο, η εμπειρία που βιώνουν είναι οικουμενική.
Σε κάθε γωνιά του πλανήτη, σε κάθε εποχή, πάντα κάποιοι θ’ αναμετρώνται με την άγνοια, τους φόβους και τα κρατήματά τους. Πάντα κάποια ζευγάρια θ’ αδυνατούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους και θ’ αναλογίζονται κατόπιν εορτής το κόστος ενός παιδιάστικου πείσματος ή της αδράνειας που επέδειξαν. «Η αγάπη και η υπομονή σίγουρα θα τους είχαν βοηθήσει να τα καταφέρουν», γράφει ο ΜακΓιούαν. Ένα συμπέρασμα σαν προσευχή.
*Η νουβέλα «Στην ακτή» («On Chesil Beach») μεταφέρθηκε το 2017 στον κινηματογράφο σε σενάριο του ίδιου του συγγραφέα, με τους Σίρσα Ρόναν και Μπίλι Χάουλ στους κεντρικούς ρόλους, σηματοδοτώντας το κινηματογραφικό ντεμπούτο τού –θεατρικού κατά βάση– σκηνοθέτη Ντόμινικ Κουκ.