«Είναι οk να είσαι κακιά»

Η σημασία τού να είσαι «κακιά» / «Είναι οκέι να είσαι κακιά»: η «κακία» ως πράξη αντίστασης / Facebook Twitter
Η συγγραφέας Μίριαμ Γκούρμπα, όπως ακριβώς και η μικρή Μίριαμ του βιβλίου, δεν χαρίζεται πουθενά και επιτίθεται κατά παντός.
0


«ΦΕΡΟΜΑΣΤΕ ΜΕ ΚΑΚΙΑ
 για να προστατευτούμε από τη βαρεμάρα και από όσους θα μπορούσαν να μας κόψουν τα στήθη. Φερόμαστε με κακία για να υπερασπιστούμε τις ομάδες και τους θεσμούς μας. Φερόμαστε με κακία γιατί μας αρέσει να γελάμε. Έχει πλάκα να γίνεσαι κακιά με τα αγόρια και είναι και καθήκον των δευτεροκυματικών φεμινιστριών. Είναι ιερή αποστολή να είσαι αγενής με τους άντρες που το αξίζουν».

Το παραπάνω σαρκαστικό και προβοκατόρικο «μανιφέστο της κακίας» είναι γραμμένο από την Αμερικανίδα, μεξικανικής καταγωγής συγγραφέα και ακτιβίστρια Μίριαμ Γκούρμπα (γεν. 1977). Πρόκειται για ένα απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο της που μεταφράζεται στα ελληνικά, το «Κακιά» («Mean»), το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις νεοσύστατες εκδόσεις yusra (του ομώνυμου και πολύ αξιόλογου περιοδικού), σε μετάφραση Ζωής Κόκκα και επιμέλεια Γιώτας Τεμπρίδου.

Στο εντεινόμενο κλίμα μίσους, ρατσισμού και τρομοκρατίας που επικρατεί στην Αμερική σήμερα, είναι πιο απαραίτητες από ποτέ γενναίες και ριζοσπαστικές λογοτεχνικές φωνές όπως αυτή της Μίριαμ Γκούρμπα, που υψώνουν ανάστημα και αμφισβητούν την εξουσία και τα στερεότυπα σε όλα τα επίπεδα. Η Μίριαμ ζει στην Καλιφόρνια και είναι Chicana, όπως αυτοπροσδιορίζεται, γεννημένη από Μεξικανή μητέρα και λευκό –μισό Πολωνό– πατέρα. Ο όρος δεν δείχνει μόνο καταγωγή αλλά και πολιτική συνείδηση. Είναι, επίσης, μία από τις πιο ενδιαφέρουσες σύγχρονες φεμινιστικές και queer συγγραφείς στις ΗΠΑ, με αιχμηρή και τολμηρή γραφή που έχει στόχο να προκαλέσει. Με το συγγραφικό της έργο και την ακτιβιστική της δράση έχει ταχθεί ενάντια στην καταπάτηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, τον μισογυνισμό και τη σεξουαλική βία. Μια Chicana, φεμινίστρια και queer, που δεν σιωπά μπροστά στην αδικία: ό,τι ακριβώς απεχθάνεται η Αμερική του Τραμπ.

Η συγγραφέας αφηγείται με αφοπλιστική ειλικρίνεια την ιστορία ενηλικίωσής της ως Chicana μεικτής καταγωγής και queer, συνδέοντας τις προσωπικές εμπειρίες της, την παρενόχληση και τη σεξουαλική επίθεση που υπέστη με αληθινά εγκλήματα κατά γυναικών.

Το πρώτο της βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων «Dahlia Season» (2007), κέρδισε το βραβείο Edmund White για πρωτοεμφανιζόμενο βιβλίο μυθοπλασίας, ενώ και άλλα έργα της έχουν ξεχωρίσει και έχουν αποσπάσει πλήθος διακρίσεων. Τα πιο πρόσφατα είναι το «Creep: Accusations and confessions» (2023), μια συλλογή δοκιμίων που ήταν φιναλίστ για το βραβείο National Book Critics Circle Award, και το «Poppy State: A labyrinth of plants and a story of beginnings» (2025), ένα πρωτότυπο υβριδικό βιβλίο που συνδυάζει την προσωπική αφήγηση και το οικολογικό δοκίμιο, χρησιμοποιώντας φυτά και μύθους της Καλιφόρνιας. Έχει, επίσης, αρθρογραφήσει στους «New York Times», στους «Los Angeles Times» και στο «Paris Review».

https://www.lifoshop.gr/product/kakia/
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ. Μyriam Gourba, «Κακιά», μτφρ.: Ζωή Κόκκα, εκδόσεις yusra

Η «Κακιά» είναι το τρίτο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε το 2017 και ξεχώρισε ως ένα από τα καλύτερα αυτοβιογραφικά βιβλία της χρονιάς στην Αμερική, με queer και φεμινιστικό περιεχόμενο. «Το “Mean” αποτελεί ένα τεράστιο, έντονο trigger warning από την αρχή ως το τέλος», έγραψαν εμφατικά οι «New York Times» και διαβάζοντάς το δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε για πολλούς λόγους.

Η συγγραφέας αφηγείται με αφοπλιστική ειλικρίνεια την ιστορία ενηλικίωσής της ως Chicana μεικτής καταγωγής και queer, συνδέοντας τις προσωπικές εμπειρίες της, την παρενόχληση και τη σεξουαλική επίθεση που υπέστη, με αληθινά εγκλήματα κατά γυναικών. Ταυτόχρονα, πρόκειται για ένα βιβλίο γυναικείας ενδυνάμωσης που εξετάζει το τραύμα και τον τρόπο διαχείρισής του, αλλά κυρίως είναι ένα ξέσπασμα οργής εναντίον του ρατσισμού, των φυλετικών διακρίσεων και της έμφυλης βίας.

Τι μπορεί να συνδέει την ιστορία ενός κοριτσιού που μεγαλώνει στα ’90s με τις αγίες που μαρτύρησαν σε προηγούμενους αιώνες και με μοναχές που έπεσαν θύματα βιασμού; Πόσα κοινά έχουν τα σύγχρονα αγοροκόριτσα με τις οσίες; Και τι σχέση μπορεί να έχει με όλα αυτά το φάντασμα της «Μαύρης Ντάλιας», δηλαδή η δολοφονία της 24χρονης Ελίζαμπεθ Σορτ στο Λος Άντζελες το 1947; Η Γκούρμπα αναζητά το αόρατο νήμα που ενώνει τις ζωές τόσων γυναικών σε διαφορετικές εποχές και αυτό δεν είναι άλλο από τον αέναο κύκλο της βίας κατά των γυναικών και του κοινωνικού στιγματισμού τους που ακολουθεί.

Η αφήγηση ξεκινά με ένα άγριο έγκλημα. Η Μεξικάνα Σοφία Τόρες, εποχική εργάτρια στα χωράφια φράουλας της Καλιφόρνιας, ξυλοκοπείται μέχρι θανάτου και βιάζεται από έναν άγνωστο σε ένα γήπεδο μπέιζμπολ στη Σάντα Μαρία, την πόλη όπου μεγάλωσε η ίδια η συγγραφέας. Στα εξήντα σύντομα κεφάλαια του βιβλίου, η Γκούρμπα ανακαλεί τα παιδικά της χρόνια, την εμπειρία της ως δίγλωσσης σε ένα πολυπολιτισμικό περιβάλλον, τον ρατσισμό και τα σεξιστικά στερεότυπα που αντιμετώπισε, την παρενόχληση που υπέστη σε εφηβική ηλικία, τις φιλίες της και τις ομάδες στις οποίες εντάχθηκε, τη γυναικεία αλληλεγγύη που βρήκε σε αυτές, την αμφισεξουαλική της ταυτότητα, τα φοιτητικά της χρόνια στο πανεπιστήμιο του Μπέρκλεϊ, τη σχέση της με την τέχνη και τέλος τη σεξουαλική επίθεση που υπέστη από τον ίδιο άντρα που δολοφόνησε τη Σοφία, καθώς και το μετατραυματικό στρες που της προκάλεσε αυτό.

Στη γραφή της Γκούρμπα συναντάμε κάτι από την ωμότητα και τον ζόφο της Φερνάντα Μελτσόρ, αλλά και τον τρόπο που διαχειρίζεται αφηγηματικά το τραύμα η Κάρμεν Μαρία Ματσάδο. Ωστόσο, είναι κυρίως το παιγνιώδες και ξεκαρδιστικό ύφος της που δεν κρύβει την τραγικότητα όσων αφηγείται –αντίθετα, τα αναδεικνύει– που την κάνει πραγματικά ξεχωριστή. Η Γκούρμπα επιτυγχάνει μια παράδοξη μείξη και μια εξαιρετικά δύσκολη ισορροπία ανάμεσα στο χιούμορ και τη βία, την ενσυναίσθηση και την πρόκληση, την οργή και την τρυφερότητα. Βέβηλη και σοβαρή, αστεία αλλά και κυνική, σαρκαστική και ανακουφιστικά απελευθερωτική, γράφει με γλώσσα ωμή, χωρίς καλλιέπειες.

Η σημασία τού να είσαι «κακιά» / «Είναι οκέι να είσαι κακιά»: η «κακία» ως πράξη αντίστασης / Facebook Twitter
Σκοπός της Γκούρμπα δεν είναι να μιλήσει για το προσωπικό της τραύμα αλλά για τη διαχρονική βία της πατριαρχίας που δεν διστάζει να διακηρύξει πως είναι παντού.

Εκτός από το ανεξάντλητο χιούμορ της, η γραφή της απογειώνεται και από ευφάνταστες μεταφορές και απρόσμενες παρομοιώσεις. Τα λαχανάκια Βρυξελλών που απεχθάνεται η μικρή Μίριαμ ήταν «κρύα και μοχθηρά. Έμοιαζαν με Αμερικανούς Προέδρους». Η ενοχή, πάλι, ήταν ένα «αόρατο αλλά βαρύ άλμπατρος που κρεμόταν» από τον λαιμό της, μια αναφορά στο γνωστό ποίημα του Κόουλριτζ «Η μπαλάντα του γέρου ναυτικού»· μόνο που στη δική της περίπτωση φορά αυτό το πουλί «όπως φόρεσε η Μπγιορκ το φουστάνι κύκνο». Το «χάος των αναμνήσεων» του Βάλτερ Μπένγιαμιν (από το δοκίμιό του «Αποσυσκευάζω τη βιβλιοθήκη μου»), εδώ μετασχηματίζεται στο «χάος που έρχεται αφότου κάποιος σε παραβιάσει». Και η σαρκαστική ειρωνεία της δεν πάει πίσω: «Οι καλύτερες φεμινίστριες είναι νεκρές και υγρές», γράφει, αναφερόμενη στην αυτοκτονία της Βιρτζίνια Γουλφ. Στο πανεπιστήμιο, ο καθηγητής Ανθρωπολογίας είναι ένας λευκός γέρος και αυτό μοιάζει απολύτως φυσικό γιατί, όπως σημειώνει: «Ποιος θα ήταν καταλληλότερος να μας εξηγήσει όλους τους πολιτισμούς και τους λαούς του κόσμου απ’ αυτόν που τους εξουσιάζει;»

Η συγγραφέας Μίριαμ Γκούρμπα, όπως ακριβώς και η μικρή Μίριαμ του βιβλίου, δεν χαρίζεται πουθενά και επιτίθεται κατά παντός. Είναι ατίθαση και ανυπάκουη, ένα ανήσυχο και αντιδραστικό πνεύμα: «Χάρη στο Μοντεσόρι και στα γονίδια, δεν ήξερα πώς να κάθομαι ήσυχη», γράφει. Ούτε η ρευστή σεξουαλικότητά της υπακούει σε νόρμες. Καθώς μεγαλώνει, η κοριτσίστικη αυθάδειά της όχι μόνο δεν μειώνεται, αλλά οξύνεται. Τη βλέπουμε να αποδομεί τη δηθενιά στην τέχνη, τον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία των λευκών μεσοαστών, τα στεγανά του ακαδημαϊκού χώρου αλλά και την κλασική λογοτεχνία.

Δεν είναι λίγες οι λογοτεχνικές αναφορές που συναντάμε: από τον Ντίκενς και τον Ντοστογιέφσκι μέχρι τον Ισιγκούρο και την Τζόις Κάρολ Όουτς και από τον Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ μέχρι τη Σίλβια Πλαθ. Είναι απολαυστικός ο πολιτικά μη ορθός τρόπος με τον οποίο περιπαίζει τους συγγραφείς που απεχθάνεται: το εγχειρίδιο λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο περιέχει, μεταξύ άλλων, «κάτι μαλακίες της Γερτρούδης Στάιν που με εκνεύριζαν. Προσπάθησα να τις διαβάσω, αλλά με εξόργιζαν. Ήταν σαν μπολ με αυτά τα δημητριακά-γράμματα που επιπλέουν μέσα στο γάλα και δεν βγάζουν κανένα νόημα».

Τα φαντάσματα που στοιχειώνουν το βιβλίο είναι όλες εκείνες οι κακοποιημένες, ξυλοκοπημένες, βιασμένες ή/και δολοφονημένες γυναίκες, γυναίκες που στοιχειώνουν τον αέρα που αναπνέουμε, και κάποιες φορές φτάνουν μέχρι τα δελτία ειδήσεων όπου συρρικνώνονται σε απλά ονόματα και αριθμούς ηλικίας· γυναίκες που στοιχειώνουν και τη λογοτεχνία.

Ο βαθιά ριζωμένος ρατσισμός της αμερικανικής κοινωνίας διαπερνά κάθε έκφανση της καθημερινότητάς της από παιδί: «Οι συμμαθητές μου έπαιρναν το καφέ μου χρώμα ως προειδοποίηση. Τους έλεγε ότι είμαι κλέφτρα». Ακόμα και ο γιατρός στον οποίον πηγαίνουν την αδελφή της Μίριαμ, με εμφανή σημάδια ανορεξίας, αρνείται να πιστέψει πως είναι ανορεκτική, επειδή απλούστατα είναι Μεξικάνα. Χωρίς διδακτισμό, αλλά με ευθύτητα, θίγει καυστικά την υπεροχή των λευκών προνομίων και τους φυλετικούς διαχωρισμούς στην αμερικανική κοινωνία: «Δεν ήξερα ότι οι Μεξικάνοι ήταν Μεξικάνοι, μια κατηγορία ανθρώπων που κάποιοι θεωρούν εσφαλμένα υπάνθρωπους».

Αλλά δεν αποκρύπτει και τις ενοχές της μη λευκής μεν, αλλά συγκριτικά πιο προνομιούχας από άλλες γυναίκες της ίδιας εθνικότητας: «Αν και είμαι Μεξικάνα, μεγάλωσα σε ένα όμορφο σπίτι με βιβλία, δορυφορική τηλεόραση και λευκή καθαρίστρια. Μεγάλωσα με μεσοαστική χαρά και προνόμιο. Η Σοφία όχι». Παρά τα προνόμιά της, τους μορφωμένους γονείς και το όμορφο σπίτι, τίποτα από όλα αυτά δεν στάθηκε αρκετό να εμποδίσει το γεγονός ότι η Μίριαμ έπεσε θύμα παρενόχλησης στο σχολείο, στο μάθημα της Ιστορίας, από έναν συνομήλικο συμμαθητή της, παρουσία μάλιστα του καθηγητή της που δεν παρενέβη ποτέ για να την σταματήσει.

Η σημασία τού να είσαι «κακιά» / «Είναι οκέι να είσαι κακιά»: η «κακία» ως πράξη αντίστασης / Facebook Twitter
Ο βαθιά ριζωμένος ρατσισμός της αμερικανικής κοινωνίας διαπερνά κάθε έκφανση της καθημερινότητάς της από παιδί.

Εκτός από το προνόμιο της μεσοαστής Mεξικάνας, που δεν χρειάστηκε ποτέ να γίνει εργάτρια για να επιβιώσει, η Μίριαμ διαθέτει και το προνόμιο της «επιζήσασας»: και σε αυτήν και στη Σοφία επιτέθηκε ο ίδιος άντρας· εκείνη ζει, ενώ η Σοφία όχι. Το γεγονός ότι αυτή στάθηκε πιο τυχερή τής προκαλεί ενοχές: «Εμένα μου επιτράπηκε να δραπετεύσω. Εμένα μου επιτράπηκε να φύγω από εκείνο το σημείο. Της Σοφίας όχι. Η ενοχή είναι φάντασμα». Αλλά η ενοχή στοιχειώνει –ή θα έπρεπε να στοιχειώνει– την κοινωνία συνολικά: «Πραγματικά ποτέ δεν ξέρεις αν στέκεσαι στο σημείο που κάποια έχει ή πρόκειται να ξυλοκοπηθεί μέχρι θανάτου». Σκοπός της Γκούρμπα δεν είναι να μιλήσει για το προσωπικό της τραύμα αλλά για τη διαχρονική βία της πατριαρχίας που δεν διστάζει να διακηρύξει πως είναι παντού: «Ο Θεός είναι σαν τον βιασμό. Ο βιασμός είναι κι αυτός παντού. Ο βιασμός είναι στον αέρα».

Στην πραγματικότητα, λοιπόν, η «Κακιά» δεν είναι παρά μία ιστορία φαντασμάτων. Τα φαντάσματα που στοιχειώνουν το βιβλίο είναι όλες εκείνες οι κακοποιημένες, ξυλοκοπημένες, βιασμένες ή/και δολοφονημένες γυναίκες, γυναίκες που στοιχειώνουν τον αέρα που αναπνέουμε, και κάποιες φορές φτάνουν μέχρι τα δελτία ειδήσεων όπου συρρικνώνονται σε απλά ονόματα και αριθμούς ηλικίας· γυναίκες που στοιχειώνουν και τη λογοτεχνία. Όπως στοίχειωναν και το μνημειώδες μυθιστόρημα «2666» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, οι δολοφονημένες εργάτριες της φανταστικής Σάντα Τερέσα, στα σύνορα ΗΠΑ και Μεξικού.

Πώς μπορεί μια γυναίκα να παραμείνει απλώς ζωντανή; Η «κακία» του τίτλου είναι, μεταξύ άλλων, εκείνο το είδος αναγκαίας «κακίας» που μπορεί να βοηθήσει μια γυναίκα να παραμείνει απρόσβλητη από τις βίαιες διαθέσεις κάποιου άντρα, ο οποίος, με τη σειρά του, ενδέχεται να ασκείται σε ένα άλλο είδος κακίας: «Είμαι κακιά, αλλά δεν είμαι τόσο κακιά που να έχω βιάσει ποτέ μου κάποιον». Έχει ενδιαφέρον ότι η συγγραφέας χρησιμοποιεί ταυτόχρονα την ίδια έννοια με αμφίσημο τρόπο, σε αρκετά σημεία του βιβλίου, καταφέρνοντας έτσι να στοχαστεί πάνω στο ίδιο το νόημά της.

«Είναι οκέι να είσαι κακιά». Παρά την ωμότητά της και τα τραυματικά βιώματα που πραγματεύεται, η «Κακιά» διαθέτει μια σχεδόν απελευθερωτική δύναμη: απενοχοποιεί τη γυναικεία οργή και επανανοηματοδοτεί την κακία ως αμυντική στρατηγική επιβίωσης. Η κοινωνία εκπαιδεύει τα κορίτσια να είναι «καλά», πειθήνια και υπάκουα, ενώ την ίδια στιγμή συγχωρεί –αν δεν επιβραβεύει κιόλας– τους άντρες που φέρονται με σκαιότητα. Έτσι, το να γίνεις αγενής, ατίθαση και «κακιά» μπορεί και να είναι μια πράξη αντίστασης.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Ευάρεστος Πιμπλής: «Η ηδονή σήμερα τρομάζει – και αυτό λέει πολλά για εμάς»

Βιβλίο / Ευάρεστος Πιμπλής: «Η ηδονή σήμερα τρομάζει και αυτό λέει πολλά για εμάς»

Ο πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας μιλά στη LiFO με αφορμή το βιβλίο του «Πέρα από τη συναίνεση» για μερικά από τα πιο δύσκολα ζητήματα της εποχής: τη βία μέσα στη φαντασίωση, τον νέο πουριτανισμό, τα όρια της επιθυμίας και την εύθραυστη, συνεχώς μεταβαλλόμενη έννοια του τι σημαίνει να είσαι άνδρας σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Η πρώτη αγάπη: Ένας τόπος όπου ζεις πραγματικά

Βιβλίο / Αρρώστια είναι ν’ αγαπάς, αρρώστια που σε λιώνει*

«Ανοίξτε, ουρανοί»: Το queer μυθιστόρημα ενηλικίωσης του Βρετανοϊρλανδού ποιητή Σον Χιούιτ αποτελεί το εντυπωσιακό ντεμπούτο του στην πεζογραφία, προσφέροντας μια πιστή, ποιητική και βαθιά συγκινητική απεικόνιση του πρώτου έρωτα.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
«Από τότε που με έφεραν εδώ, έχω πειστεί ότι έχω πεθάνει»

Βιβλίο / «Από τότε που με έφεραν εδώ, έχω πειστεί ότι έχω πεθάνει»

Το πρωτότυπο science fiction μυθιστόρημα «Οι υπάλληλοι» της Δανής Όλγκα Ράουν κερδίζει υποψηφιότητα για Booker, προβλέποντας εικόνες από τη ζωή αλλόκοτων υπαλλήλων στο μέλλον, βγαλμένες από το πιο ζοφερό παρόν.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Όταν η αγάπη δεν έχει γλώσσα

Φωτογραφία / Father and Son: Φωτογραφίζοντας μια σιωπηλή σχέση

Στο φωτογραφικό πρότζεκτ «Father and Son» του Βάλερι Ποστάροβ, μια απλή χειρονομία, το κράτημα του χεριού, μετατρέπεται σε πράξη επανασύνδεσης, φωτίζοντας τη σιωπηλή, συχνά ανείπωτη σχέση ανάμεσα σε πατέρες και γιους μέσα από διαφορετικές κουλτούρες και γενιές.
M. HULOT
Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Μόνο οι τεχνοκράτες έχουν συγκεκριμένα σχέδια για την κλιματική αλλαγή»

Βιβλίο / Ντιπές Τσακραμπάρτι: «Δεν θα επιβιώσουμε αν συνεχίσουμε να ψεκάζουμε με αεροζόλ»

Μπορεί το όνομα του Ντιπές Τσακραμπάρτι να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό στην Ελλάδα, όμως ο ινδικής καταγωγής συγγραφέας του δοκιμίου «Κλιματική αλλαγή και ιστορία: Τέσσερις θέσεις» θεωρείται από τους κορυφαίους σύγχρονους στοχαστές.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Θα σώσουν η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ και η Ντούα Λίπα την αγορά του βιβλίου;

Βιβλίο / Μπορεί η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ να σώσει την αγορά του βιβλίου;

Αυξάνονται οι λέσχες ανάγνωσης που καθιερώνουν οι διάσημοι μπαίνοντας σε κριτικές επιτροπές και αναλαμβάνοντας τον ρόλο του κριτικού. Και παρά τις αντιρρήσεις, αυτοί έχουν φέρει ξανά το βιβλίο στην πρώτη γραμμή.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Βιβλίο / Έφτιαξε τα πιο φημισμένα εστιατόρια της Νέας Υόρκης. Δεν ήταν αρκετό

Στην αυτοβιογραφία του «I Regret Almost Everything», ο Κιθ ΜακΝάλι δεν αφηγείται την ιστορία ενός θριαμβευτή αλλά ενός ανθρώπου που μετέτρεψε την ανασφάλεια σε αισθητική. Η ειλικρινής, ωμή αφήγησή του είναι ένας ανελέητος απολογισμός γεμάτος ενοχές, αποτυχίες και μια επίμονη αίσθηση ότι τίποτα από όσα έχτισε δεν μπόρεσε να καλύψει το εσωτερικό του κενό.
M. HULOT
Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Βιβλίο / Μιράντα Τζουλάι: «Στην Αμερική, κάθε μέρα είναι ένας γαμημένος εφιάλτης»

Καλλιτέχνιδα με πολύπλευρο έργο ‒ σινεμά, περφόρμανς, βιβλία, video art. Μια ανήσυχη, τολμηρή, σύγχρονη Aμερικανίδα που δεν ησυχάζει στιγμή. Έρχεται στην Αθήνα, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Βιβλίο / Το ξενοδοχείο της εξορίας: Η ιστορία του Hôtel Lutetia

Λειτούργησε ως κέντρο Γερμανών αντιφρονούντων πριν από τον πόλεμο, έγινε έδρα της Γερμανικής Υπηρεσίας Πληροφοριών στην Κατοχή και κέντρο υποδοχής των διασωθέντων από στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Απελευθέρωση.
THE LIFO TEAM
Το πίσω ράφι/ Τόνι Μόρισον «Τζαζ»

Το πίσω ράφι / «Τζαζ»: Η σκοτεινή ιστορία που έδωσε στην Τόνι Μόρισον το Νόμπελ

Στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του ’20, εν μέσω της Μεγάλης Μετανάστευσης και της έκρηξης της τζαζ, η μεγάλη Αφροαμερικανίδα συγγραφέας αφηγείται μια ιστορία έρωτα και βίας, φωτίζοντας τα τραύματα του παρελθόντος που διαμορφώνουν τις ζωές των ηρώων της.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: O ασπρόμαυρος κόσμος του Πάμπστ

The Review / Από τη Λουίζ Μπρουκς στον Γκέμπελς: Η άνοδος και η πτώση ενός σπουδαίου σκηνοθέτη

Η Βένα Γεωργακοπούλου συζητάει με τον κορυφαίο μοντέρ Γιώργο Μαυροψαρίδη για το μυθιστόρημα «Ασπρόμαυρο» του Ντάνιελ Κέλμαν. Ήρωας του βιβλίου είναι ο Αυστριακός σκηνοθέτης Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ και θέμα του οι καλλιτέχνες που συνθηκολόγησαν με το Κακό στις ποικίλες σατραπείες του κόσμου. Εν προκειμένω, στη ναζιστική Γερμανία.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Γκαμπριέλ Ζουκμάν / «Δεν είναι δουλειά των πλουσίων να αποφασίζουν τι φόρους θα πληρώνουν»

Ο Γάλλος οικονομολόγος, Γκαμπριέλ Ζουκμάν, που έγινε διάσημος με την πρότασή του για άπαξ φορολόγηση 2% σε κάθε μεγιστάνα επιμένει ότι η σκανδαλώδης φοροδιαφυγή των πολλά εχόντων δεν είναι φυσικός νόμος αλλά αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών που επιβάλλεται να αλλάξουν.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
 Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Radio Lifo / Τι συμβαίνει όταν οι λέξεις δεν είναι αρκετές; Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης απαντά

Ο γλωσσολόγος Φοίβος Παναγιωτίδης κουβεντιάζει με τον Τάσο Μπρεκουλάκη και τη Μαρία Δρουκοπούλου με αφορμή το νέο του βιβλίο «Μέσα από τις λέξεις» και λύνει όλες τους τις απορίες.
THE LIFO TEAM
Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος, ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες και δικά μας παιδιά.

Βιβλίο / Ο βουρκόλακας, ο άλιωτος κι ο απέθαντος είναι μια χαρά Έλληνες- δικά μας παιδιά

Σύμφωνα με την έκδοση «Ο Βουρκόλακας και άλλα μορμολύκεια», η μορφή του ενυπήρχε στις ελληνικές αφηγήσεις, διαπερνώντας αρχαίες δοξασίες και προφορική παράδοση - έτσι εξηγείται το πρόσφατο ενδιαφέρον για τις ιστορίες λαογραφικού τρόμου.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ