«Ο Θεός του Δάσους»: Το βιβλίο που απογείωσε το BookTok

«Ο Θεός του Δάσους»: Το βιβλίο που απογείωσε το BookTok Facebook Twitter
Η Μουρ χειρίζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία και στιβαρότητα το υλικό της, δημιουργώντας μια καταιγιστική, εντυπωσιακά σφιχτοδεμένη πλοκή.
0


ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΕΠΕΙΣΟΔΙΟ της σειράς ντοκιμαντέρ «Taylor Swift: The end of an era», που κυκλοφόρησε τον προηγούμενο μήνα, η διάσημη ποπ σταρ εμφανίζεται να ξεκουράζεται σε ένα διάλειμμα από τις συναυλίες της στο Λονδίνο, στο πλαίσιο της παγκόσμιας περιοδείας της, ακούγοντας απόσπασμα από ένα audio book. Οι θαυμαστές της δεν έχασαν την ευκαιρία και αναζήτησαν το βιβλίο που άκουγε η Τέιλορ Σουίφτ, για να ανακαλύψουν ότι πρόκειται για το ατμοσφαιρικό θρίλερ μυστηρίου «Ο Θεός του δάσους» της Λιζ Μουρ. Όπως ήταν αναμενόμενο, η αναγνωστική προτίμηση της Σουίφτ εκτόξευσε τις πωλήσεις ενός βιβλίου που ήδη είχε διαγράψει θεαματική πορεία.

Ο «Θεός του δάσους» («The God of the Woods») που κυκλοφορεί πλέον και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Μαρίας Φακίνου, είναι το πέμπτο μυθιστόρημα της Αμερικανίδας Λιζ Μουρ (γεν. 1983). Κυκλοφόρησε το 2024 και παρέμεινε στη λίστα με τα ευπώλητα των «New York Times» για πολλές εβδομάδες, ενώ η εφημερίδα το συμπεριέλαβε στα «καλύτερα θρίλερ» και στα «καλύτερα αστυνομικά μυθιστορήματα» της χρονιάς. Φιγουράρισε, επίσης, στην καθιερωμένη λίστα του Μπαράκ Ομπάμα με τα αγαπημένα του βιβλία. Ήταν ένα από τα αγαπημένα των αναγνωστών του Goodreads για το 2024, ενώ συζητήθηκε πολύ και στο booktok. Έχει ήδη ανακοινωθεί η τηλεοπτική μεταφορά του από το Netflix, με την ίδια τη Λιζ Μουρ να είναι συνδημιουργός στην παραγωγή.

Η Λιζ Μουρ είναι συγγραφέας, σεναριογράφος και παραγωγός. Ζει στη Φιλαδέλφεια και διευθύνει το μεταπτυχιακό πρόγραμμα δημιουργικής γραφής του Πανεπιστημίου Temple. Το τέταρτο μυθιστόρημά της, το ψυχολογικό θρίλερ «Μακρύ, φωτεινό ποτάμι» (2020), ήταν αυτό που την καθιέρωσε και έγινε επίσης παγκόσμιο μπεστ σέλερ.

Ο αναγνώστης εισέρχεται στο μυθιστόρημα όπως θα έμπαινε σε ένα σκοτεινό δάσος: με δέος, αβεβαιότητα και την αίσθηση ότι στο επόμενο βήμα πρόκειται να αποκαλυφθεί μια αλήθεια, ένα μυστικό ή ένα παλιό τραύμα.

Η υπόθεση του βιβλίου προδιαθέτει αρχικά για ένα ακόμα κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα. Η δράση εκτυλίσσεται στο επιβλητικό τοπίο των βουνών Αντιρόντακ της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, και ξεκινά τον Αύγουστο του 1975 με την εξαφάνιση ενός 13χρονου κοριτσιού από την καλοκαιρινή κατασκήνωση Έμερσον, που προορίζεται για παιδιά ευκατάστατων οικογενειών. Η 13χρονη Μπάρμπαρα είναι η κόρη των ιδιοκτητών της κατασκήνωσης, των πλούσιων τραπεζιτών Βαν Λάαρ. Δεκατέσσερα χρόνια πριν, ο αδελφός της, Μπέαρ, είχε επίσης εξαφανιστεί μυστηριωδώς από την ίδια κατασκήνωση, χωρίς ποτέ να βρεθεί κάποιο ίχνος του.

Τι προκάλεσε, λοιπόν, τόσο ενθουσιασμό για ένα φαινομενικά κλασικό αστυνομικό μυθιστόρημα; Αξίζει να σημειωθεί πως έχει φτάσει να συγκρίνεται μέχρι και με το συγγραφικό φαινόμενο «Μυστική Ιστορία» της Ντόνα Ταρτ. Τι το ξεχωρίζει από άλλα αντίστοιχα του είδους του; Και τι οδήγησε τον μετρ του λογοτεχνικού τρόμου, Στίβεν Κινγκ, να δηλώσει: «Στην αρχή δυσκολεύεσαι να το αφήσεις από τα χέρια σου. Μετά τη σελίδα 200 είναι απλώς αδύνατο»;

cover
ΚΑΝΤΕ ΚΛΙΚ ΕΔΩ ΓΙΑ ΝΑ ΤΟ ΑΓΟΡΑΣΕΤΕ:
Λιζ Μουρ, «Ο θεός του δάσους», μτφρ.: Μαρία Φακίνου, εκδόσεις Ίκαρος

Καταρχάς, έχουμε ένα εκτενές, πολυεπίπεδο και αρκετά πολύπλοκο μυθιστόρημα, με πάρα πολλούς χαρακτήρες: η Μπάρμπαρα, το κορίτσι που εξαφανίζεται, ένα ατίθασο και δύσκολο παιδί, μπελάς για την οικογένειά της. Ο αδελφός της, ο χαρισματικός Μπέαρ, το πρώτο παιδί της οικογένειας, που εξαφανίστηκε το 1961. Η Λουίζ, η 23χρονη ομαδάρχισσα της κατασκήνωσης που ήταν υπεύθυνη για την Μπάρμπαρα και θα είναι η πρώτη που θα αντιληφθεί την εξαφάνισή της. Η Τρέισι, η μοναδική φίλη της Μπάρμπαρα στην κατασκήνωση. Η Άλις, η μητέρα του Μπέαρ και της Μπάρμπαρα, που μετά την εξαφάνισή του γιου της καταρρέει ψυχικά και βρίσκει καταφύγιο στο αλκοόλ και στα χάπια. Η Τι Τζέι Χιούιτ, η διευθύντρια της κατασκήνωσης και κόρη του παλιότερου φύλακα Βικ Χιούιτ. Ο Πίτερ Βαν Λάαρ, ο αυταρχικός και απόμακρος σύζυγος της Άλις, αυστηρός και αδιάλλακτος ως πατέρας. Ο Τζον Πολ ΜακΛέλαν, ο κακοποιητικός «αρραβωνιαστικός» της Λουίζ και βαφτιστήρι των Βαν Λάαρ. Η Τζούντι Λάπτακ, η νεαρή ντετέκτιβ που προσπαθεί να διαλευκάνει το μυστήριο ενώ ταυτόχρονα παλεύει να επιβιώσει σε έναν άκρως ανδροκρατούμενο χώρο. Πλήθος άλλων χαρακτήρων κάνει την εμφάνισή του καθώς εξελίσσεται η πλοκή, συνθέτοντας σταδιακά μια περίπλοκη χορογραφία προσώπων και σχέσεων.

Η Μουρ χειρίζεται με μεγάλη δεξιοτεχνία και στιβαρότητα το υλικό της, δημιουργώντας μια καταιγιστική, εντυπωσιακά σφιχτοδεμένη πλοκή για ένα μυθιστόρημα αυτού του μεγέθους – η ελληνική έκδοση ξεπερνά τις 600 σελίδες. Το μυστήριο δομείται αριστοτεχνικά γύρω από το εύρημα των δύο παράλληλων εξαφανίσεων δύο παιδιών από την ίδια οικογένεια και στον ίδιο τόπο, με χρονική απόσταση δεκατεσσάρων ετών. Αυτό όχι μόνο εντείνει το μυστήριο αλλά και επιτρέπει να φωτιστούν τα κοινά ανάμεσα στις δύο υποθέσεις. Το φάντασμα του πρώτου χαμένου παιδιού ρίχνει βαριά σκιά στα γεγονότα της δεύτερης εξαφάνισης, ενώ η εξιστόρηση της πρώτης μοιάζει να προοικονομεί όσα θα συμβούν.

Με αφετηρία τον Αύγουστο του 1975, η αφήγηση κινείται συνεχώς μπρος-πίσω στον χρόνο, σε διάφορους σταθμούς, από τη δεκαετία του 1950 μέχρι το 1975 – είτε αρκετά χρόνια πριν από κάθε εξαφάνιση είτε μόλις λίγους μήνες πριν. Τα φλασμπάκ που εναλλάσσονται σχηματίζουν ένα πινγκ πονγκ χρονικών μετατοπίσεων, καλύπτοντας τρεις δεκαετίες. Παράλληλα, εναλλάσσονται και οι πολλές διαφορετικές οπτικές, θεωρίες, και εκδοχές των γεγονότων, όπως τα αφηγούνται κάθε φορά διαφορετικοί χαρακτήρες, σε έναν κινηματογραφικού τύπου χειρισμό του χρόνου και της αφήγησης που θα ζήλευε και ο Κρίστοφερ Νόλαν. Το σασπένς στηρίζεται σε όσα δεν ομολογούνται και αποκαλύπτονται σταδιακά, μέσα από τις πολλές οπτικές. Το δάσος λειτουργεί ως σύμβολο και όχι απλώς ως ατμοσφαιρικό σκηνικό. Ο αναγνώστης εισέρχεται στο μυθιστόρημα όπως θα έμπαινε σε ένα σκοτεινό δάσος: με δέος, αβεβαιότητα και την αίσθηση ότι στο επόμενο βήμα πρόκειται να αποκαλυφθεί μια αλήθεια, ένα μυστικό ή ένα παλιό τραύμα.

Εκτός από τον πολύπλοκο αφηγηματικό τρόπο με τον οποίο δομείται το  μυστήριο, το βασικό στοιχείο που ξεχωρίζει το «Ο Θεός του Δάσους» είναι η κοινωνική κριτική που ασκεί στις ελίτ, με επίκεντρο τη μεγαλοαστική τάξη της Αμερικής των δεκαετιών 1950-1970 φαινομενικά, αλλά στην ουσία διαχρονικά σε κάθε εποχή. Η ανώτερη τάξη παρουσιάζεται αδίστακτη και διεφθαρμένη, σαν ένα τσούρμο αρπακτικά που θα πατήσουν επί πτωμάτων, στηριζόμενη σε ένα δίκτυο σχέσεων που προστατεύει με σιωπή και ανταλλάγματα όσους ανήκουν στους κόλπους της.

Η ισχυρή οικογένεια των Βαν Λάαρ είναι ο ορισμός της old money οικογένειας: «Πάρα πολλές γενιές με πάρα πολλά λεφτά. Σου θολώνουν το μυαλό». Περιγράφονται ως άνθρωποι που ενδιαφέρονται σε εξαιρετικά μεγάλο βαθμό για τη φήμη τους: «Το ενδιαφέρον τους για την προστασία του περιβάλλοντος ήταν γνήσιο, αλλά και πανούργο, σχεδιασμένο να ενισχύσει τη φήμη τους στην περιοχή. Οι φιλίες που με τα χρόνια είχαν καλλιεργήσει με ανθρώπους που είχαν τις σωστές διασυνδέσεις ήταν ακριβώς το ίδιο: πανούργες. Επιφυλακτικές».  

Η λογική που διέπει τις σχέσεις τους είναι άκρως χρησιμοθηρική. Τα παιδιά τους τα αντιμετωπίζουν κι αυτά ως μια επένδυση. Ο κύριος Βαν Λάαρ θεωρούσε τον γιο του «κάπως σαν τα ομόλογά του. Κάτι που αξίζει να το έχεις από κοντά μόνο γι’ αυτό που θα γίνει αργότερα». Οι σύζυγοί τους είναι διακοσμητικές και δεν πρέπει να ξέρουν πολλά ή να μιλούν πολύ. Οι άνθρωποι γύρω τους είναι αναλώσιμοι, χρήσιμοι μόνο για τους σκοπούς τους.

Οι ταξικές διαφορές, η αυτοπεποίθηση που προσφέρουν τα προνόμια, η κοινωνική ιεραρχία και το βάρος της οικογενειακής παράδοσης αναδεικνύονται πολύ καθαρά στο βιβλίο – όπως και οι διάφορες δυναμικές εξουσίας στις ανθρώπινες σχέσεις. Η εκπαιδευόμενη ομαδάρχισσα Άναμπελ «κινούνταν με όλη τη σιγουριά κάποιας που ήξερε ότι η οικογένειά της δεν είχε βιώσει ποτέ την αγωνία του πώς θα βγει ο μήνας». Ο Τζον Πολ ΜακΛέλαν, με πατέρα δικηγόρο και ισχυρές γνωριμίες, «είχε ήδη τον αέρα που έχουν όλοι αυτοί οι άντρες. Την αίσθηση ότι ο κόσμος τού όφειλε κάτι. Τα πάντα». Οι οικογενειακές καταβολές προδιαγράφουν μια πορεία από την οποία δύσκολα παρεκκλίνει κανείς. Η ομαδάρχισσα Λουίζ, με την αλκοολική μητέρα, τον απόντα πατέρα και έναν μικρότερο αδελφό του οποίου την ευθύνη έχει επωμιστεί, σκέφτεται πως, αν είχε έναν άλλον πατέρα ή μητέρα, «διάολε – ίσως να είχε προκόψει περισσότερο».

Αλλά η πιο σημαντική και ανέλπιστη αρετή του μυθιστορήματος είναι η λεπτή ειρωνεία με την οποία το κεντά η Μουρ, χάρη στις καίρια τοποθετημένες αναφορές της, που υποδηλώνουν περισσότερα από όσα λένε.

Η κατασκήνωση όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα ονομάζεται «Έμερσον» και πήρε το όνομά της από τον Ραλφ Γουάλντο Έμερσον,‎‎ τον Αμερικανό φιλόσοφο και συγγραφέα του 19ου αι., υπέρμαχο του κινήματος του υπερβατισμού και θιασώτη της αλήθειας που βρίσκεται στη φύση, καθώς και μέντορα του Χένρι Ντέιβιντ Θορό, συγγραφέα του διάσημου βιβλίου «Walden ή Η ζωή στο δάσος» που κυκλοφόρησε το 1854. Το όνομα της επιβλητικής καλοκαιρινής κατοικίας των Βαν Λάαρ, «Αυτάρκεια», που δεσπόζει πάνω από την κατασκήνωση, είναι επίσης εμπνευσμένο από ένα από τα πιο γνωστά δοκίμια του Έμερσον, το «Self-Reliance».

Σε άλλο σημείο του βιβλίου γίνεται αναφορά και στον ίδιο τον Θορό. Η αναφορά μόνο τυχαία δεν είναι. Η Λουίζ «διάβασε το “Walden ή Η ζωή στο δάσος” από πλήξη και μόνο, και ένιωσε ενοχλημένη με τον Θορό: ο εγωκεντρισμός του, το ύφος ανωτερότητας, ο τρόπος που έδινε συμβουλές τόσο προφανείς ώστε κατέληγαν προσβλητικές. Εδώ έχουμε έναν πλούσιο που υποκρίνεται, σκέφτηκε η Λουίζ».

Το όραμα για μια πιο απλή ζωή και για αυτάρκεια, μακριά από τις συμβάσεις της διεφθαρμένης κοινωνίας, φαντάζει υψίστη ειρωνεία, καθώς παρακολουθούμε τη δυναστεία μιας οικογένειας όπως αυτή των Βαν Λάαρ. Για την ανοικοδόμηση του τεραστίων διαστάσεων σαλέ τους, που ονόμασαν «Αυτάρκεια», δούλεψαν σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του κοντινού χωριού, μεταφέροντας τα υλικά για την κατασκευή του. Πίσω από το αστυνομικό μυστήριο που έχτισε μεθοδικά η Μουρ κρύβεται η αλαζονεία της ανώτερης τάξης που φαντασιώνεται μια αυθεντικότητα κοντά στη φύση ή με άλλους τρόπους. Αυτή η ψευδεπίγραφη, υποκριτική απλότητα λειτουργεί ως άλλοθι και μέσο για να δηλώσουν την ανωτερότητά τους, να κρατήσουν τα μυστικά τους μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα και να διατηρήσουν αποστάσεις από τους λιγότερο προνομιούχους.

Ακόμα και η ίδια η κατοχή της γης στα δάση των Αντιρόντακ κρύβει μια βρόμικη ιστορία που επαναλαμβάνεται διαχρονικά, προς όφελος των δυνατών πάντα: «Το κράτος δεν είχε κανένα πρόβλημα όταν οι πλούσιοι αποφάσισαν να αποψιλώσουν τη γη για τις κολοσσιαίες κατοικίες τους. Μόνο τους συνηθισμένους ανθρώπους –ανθρώπους σαν τους Σλούτερ– απέκλεισαν από την προηγούμενη εργασία τους, τους ανέθεσαν μόνο να διατηρούν παρθένα τη γη προς τέρψη των Ρούζβελτ και των Ροκφέλερ του κόσμου».

Στη σκιά της επικαιρότητας και του ζόφου από την υπόθεση Επστάιν, που προκάλεσε τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις ελίτ και την ατιμωρησία τους, μία φράση από το βιβλίο της Λιζ Μουρ φωτίζεται διαφορετικά: «Οι πλούσιοι, πίστευε η Τζούντι –το πίστευε τότε και το πιστεύει και τώρα– συνήθως εξαγριώνονται όταν διαισθάνονται ότι πρόκειται να λογοδοτήσουν για τις πράξεις τους».

Το «Ταξίδι επιβίωσης», για το οποίο προετοιμάζει η κατασκήνωση τους εφήβους, τους μαθαίνει πώς να τα βγάζουν πέρα μόνοι τους στην άγρια φύση, με ελάχιστα εφόδια και χωρίς ανέσεις. Στο αληθινό ανεξερεύνητο δάσος, γεμάτο κινδύνους –που δεν είναι παρά η ενήλικη ζωή–, δεν διαθέτουν όλοι τα ίδια εφόδια για να ανάψουν φωτιά και να επιβιώσουν. Το χρήμα, η καταγωγή και οι γνωριμίες καθορίζουν το μέλλον τους. Αργά ή γρήγορα, όλοι συνειδητοποιούν ότι το δάσος δεν έκρυβε τελικά δράκους αλλά ελίτ και προνόμια.

ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΔΩ

Βιβλίο
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

The Review / Πουλάει ο κομμουνισμός σήμερα;

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης γράφει το μυθιστόρημα «Τα κιάλια του Βασίλι Τσουικόφ» που δίνει τον λόγο σε έναν δογματικό και βαθιά τραυματισμένο κομμουνιστή δικηγόρο, ο οποίος πολιορκεί τα γραφεία του ΚΚΕ απαιτώντας δικαίωση. Η Βένα Γεωργακοπούλου μιλά με τη μεταφράστρια και συγγραφέα Κατερίνα Σχινά για το βιβλίο.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Βασίλης Χατζηιακώβου: «Ευθύνονται και οι εκδότες για τη σαβούρα»

Βιβλίο / Βασίλης Χατζηιακώβου: «Ευθύνονται και οι εκδότες για τη σαβούρα»

Μια εκ βαθέων κουβέντα με τον συγγραφέα του αφηγήματος «Η δική μου Σόλωνος… και τρία σύννεφα στον ουρανό», ο οποίος υπήρξε και παραμένει σημείο αναφοράς στον χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα.
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Βιβλίο / Φάτμα Χασόνα: Η τελευταία φωτορεπόρτερ της Γάζας

Η απίστευτη ιστορία της νεαρής Παλαιστίνιας φωτορεπόρτερ που πρόλαβε να πρωταγωνιστήσει σε ντοκιμαντέρ και να τραβήξει την προσοχή με τις φωτογραφίες της προτού πέσει νεκρή από τους ισραηλινούς πυραύλους.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική άγνοια στην Ελλάδα φαίνεται από την επιτυχία της ταινίας του Σμαραγδή»

Οι Αθηναίοι / Χρήστος Λούκος: «Η ιστορική μας άγνοια φαίνεται από την επιτυχία του "Καποδίστρια"»

Μεγαλωμένος στη φτώχεια, με αρβανίτικη καταγωγή, στα υπόγεια των τυπογραφείων και στα βραδινά σχολεία, έμαθε από νωρίς ότι τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Από τα δημοτικά αρχεία της Ερμούπολης έως το Πανεπιστήμιο της Κρήτης, ο έγκριτος ιστορικός και βιογράφος του Καποδίστρια αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ
«Oι κεραίες της εποχής μου»: Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Το πίσω ράφι / «Oι κεραίες της εποχής μου»: Η πολύτιμη παρακαταθήκη του Ανταίου Χρυσοστομίδη

Μια έκδοση που δεν αποτελεί απλή μεταγραφή της ομώνυμης λογοτεχνικής εκπομπής αλλά, χάρη στην ικανότητα του Χρυσοστομίδη, αναδεικνύει το μέγεθος των σημαντικών συγγραφέων που συμμετείχαν σε αυτήν.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ