«ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΚΑΛΟΙ / όσο υπάρχει ακόμα χρόνος», έγραφε στους στίχους του ο Φίλιπ Λάρκιν, ο ποιητής που ο Τζούλιαν Μπαρνς χρησιμοποιούσε ως οδοδείκτη σε όλη τη ζωή του: νιώθοντας αντίστοιχα βαθιά το χρέος να διατηρήσει ψηλά τον πήχη της ανθρώπινης καλοσύνης σε χαλεπούς καιρούς, ο Βρετανός συγγραφέας αποφάσισε να συντάξει το δικό του αποχαιρετιστήριο γράμμα προς τον αναγνώστη του (κατά το πρότυπο του μποντλερικού «αναγνώστη, – όμοιέ μου– αδελφέ μου») με τη μορφή βιβλίου, εξού και η υπογραφή στο τέλος. Χωρίς καμία διάθεση αυτοβιογραφικής προβολής ή ναρκισσιστικής αυτοαναφορικότητας και αποφεύγοντας τη λυρική εξομολόγηση του πάσχοντος από μια σπάνια –αλλά ιάσιμη– μορφή λευχαιμίας, ο Μπαρνς επιστρατεύει πηγαίο χιούμορ ακόμα και όταν περιγράφει τις πιο άσχημες φάσεις της υγείας του. Στις εξαίσια απέριττες, οδυνηρά τρυφερές «Αναχωρήσεις», που είναι ουσιαστικά το τελευταίο βιβλίο του, όπως ομολογεί προς το τέλος, πρωταγωνιστής δεν είναι, ως αυτοβιογραφούμενος, ο ίδιος, αλλά όλα τα όντα που αγάπησε και που άφησαν το δικό τους ανεξίτηλο ίχνος στην ευαίσθητη μνήμη του: η γυναίκα του που έφυγε από τη ζωή το 2008, οι συγγραφείς φίλοι του, η αποθανούσα εκδότριά του –πόσο τρυφερή η περιγραφή της στο τέλος του βιβλίου!–, η σημερινή του σύντροφος, ένα δίδυμο που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη ζωή του και φυσικά ο γέρικος σκύλος του, που λειτουργεί ως μοναδικό alter ego.
Στο βιβλίο πρωταγωνιστής δεν είναι ο ίδιος, αλλά όλα τα όντα που αγάπησε και που άφησαν το δικό τους ανεξίτηλο ίχνος στην ευαίσθητη μνήμη του: η γυναίκα του που έφυγε από τη ζωή το 2008, οι συγγραφείς φίλοι του, η αποθανούσα εκδότριά του.
Χρησιμοποιώντας, για την ακρίβεια, το εύρημα της μαντλέν, αφού, όπως εξηγεί με αντίστοιχη προυστική σχολαστικότητα, ο αγαπημένος του συγγραφέας είχε λόγους να προκρίνει αυτό αντί για ένα πιο ουδέτερο μπισκότο, αρχίζει να ξετυλίγει το νήμα των αναμνήσεων που δεν διαχωρίζονται σε σημαντικές ή ασήμαντες, καθώς εξίσου κρίσιμες ήταν και οι πιο τραγελαφικές στιγμές. Με γενναίες δόσεις αυτοσαρκασμού –που φέρνουν στον νου το ισοπεδωτικό χιούμορ του Κίνγκσλεϊ Έιμις και το στοχαστικό βρετανικό boredom που αποθέωσαν ο Λάρκιν και ο Έλιοτ, στους οποίους επανέρχεται διαρκώς στο βιβλίο– και μέσα από μια σπειροειδή αφήγηση, ο Μπαρνς δίνει έμφαση σε φευγαλέα περιστατικά που επιβεβαιώνουν τον αγαπημένο του στίχο από τον Τ.Σ. 'Ελιοτ «όσο και αν τυλίξεις τη μνήμη με καμφορά, οι σκόροι θα τρυπώσουν». Θυμάται, για παράδειγμα, όχι μόνο στιγμές από την ανιαρή παιδική του ηλικία αλλά και τις σκηνές της αποτυχημένης του πορείας ως επίδοξου εραστή από τα φοιτητικά του χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από όπου δεν κρατάει τις διακρίσεις αλλά τις μικρές ατυχίες, όπως τότε που, από τον φόβο του μήπως τον πιάσουν να φιλοξενεί στη φοιτητικούς κοιτώνες μια φίλη με την οποία δεν ολοκλήρωσαν ποτέ ερωτικά τη σχέση τους, αποφάσισε να την κλειδώσει στην ντουλάπα – και σαν να μην έφτανε αυτό, φρόντισε, για να μην εντοπίσουν το άρωμά της, να κάψει επίτηδες ένα τοστ!
Πρόκειται για άλλο ένα περιστατικό αυτοσαρκαστικής παρατήρησης, επιβεβαιωτικό της ατόφιας κωμικής φλέβας του Μπαρνς, στα ίχνη της παράδοσης του Τρίστραμ Σάντι αλλά και ενδεικτικό της συνειδητής του απόφασης να επιλέγει την αποδόμηση από τη σοβαροφάνεια, ακόμα και όταν πρόκειται για τα πιο κρίσιμα περιστατικά της ζωής του. Ο συγγραφέας που μελέτησε όσο κανείς την παγκόσμια ιστορία –το έχουμε δει στο «Η ιστορία του κόσμου σε 101/2 κεφάλαια»– και αποθέωσε τους Γάλλους συγγραφείς αποσπώντας διάφορες ιπποτικές διακρίσεις από το γαλλικό κράτος ξεκίνησε την καριέρα του γράφοντας με το ψευδώνυμο Κάβανο (το επώνυμο της γυναίκας του) ανατρεπτικές νουάρ ιστορίες στα πρότυπα του Σιμενόν και ως φόρο τιμής στον πλέον αγαπημένο του ήρωα Σέρλοκ Χολμς (τον συγγραφέα του οποίου είδαμε να πρωταγωνιστεί στο μπεστ σέλερ βιβλίο του «Άρθουρ και Τζορτζ»). Θα έπρεπε να διασκέδαζε τα μάλα βάζοντας τον bisexual πρωταγωνιστή του Νικ Ντάφι να περιδιαβαίνει τις ατραπούς της ζωής με ένα σαρδόνιο χαμόγελο κυνικής προσμονής παρά αλαζονικής αποφασιστικότητας. Είναι, άλλωστε, προφανές ότι αντί για τον δρόμο της αρετής ή της κακίας ο Μπαρνς επιλέγει το δίστρατο του Προυστ, από τη μεριά του Σουάν και από τη μεριά του Γκερμάντ, γνωρίζοντας ότι εδώ δεν εμφανίζονται περίοπτα ανθρώπινα κατορθώματα αλλά κάθε λογής ενοχές, εμμονές και υψηλές δόσεις αμφιβολίας. Ως γνωστός εμμονικός φρόντισε, άλλωστε, με τα βιβλία του να αποθεώσει τη ζήλια του Βέρθερου ή να γίνει ένας επίμονος, σχολαστικός καταγραφέας της ζωής του Γκιστάβ Φλομπέρ, όπως ακριβώς ο παρανοϊκός γιατρός πρωταγωνιστής του, Μπρέθγουεϊτ, (βλέπε «Ο παπαγάλος του Φλομπέρ»). Αναπόφευκτα, όταν στα βιβλία του επιστρατεύει με επάρκεια διάφορες ιατρικές διαγνώσεις, με τις οποίες ομολογεί πως είχε ανέκαθεν μανία, στον νου έρχονται οι σχοινοτενείς κατάλογοι από το φλομπερικό «Μπουβάρ και Πεκισέ» – και τι ειρωνεία μια τέτοια σχολαστική επεξεργασία να κάνει στη δική του ιατρική γνωμάτευση!
Επιπλέον, ως Ηomo universalis –ένας από τους τελευταίους πραγματικά μορφωμένους Βρετανούς συγγραφείς της παλιάς σχολής–, ο Μπαρνς ακροβατούσε πάντα με θαυμαστή επάρκεια ανάμεσα στη λογοτεχνική γνώση, την ιστορική εποπτεία και τη μαθηματική ακρίβεια, κι ας διαμαρτύρεται στις «Αναχωρήσεις» ότι δεν μπόρεσε ως φοιτητής να αποσπάσει άριστα στη Φιλοσοφία. Κατάφερε, ωστόσο, να καθιερώσει ένα δικό του μείγμα μυθιστορηματικής πρόζας και δοκιμιακής γραφής γνωρίζοντας πως οι παρεμβάσεις του δεν εξαντλούνται στην παράθεση λεπτομερειών αλλά υπεισέρχονται στα πιο στενά πεδία της ηθικής φιλοσοφίας με τον τρόπο των Στωικών: προφανώς η επιλεγμένη θέση του στοχαστικού, άθεου και σκεπτικιστική παρατηρητή, μια σθεναρή στάση που κράτησε σε όλη του τη ζωή, ακόμα και όταν η καριέρα του σφραγίστηκε με καθολική αναγνώριση, ήταν ενάντια σε οποιονδήποτε φανατισμό και ιδεολογική καθαρότητα, από την οποία ήξερε ότι έπασχε η ανθρωπότητα. Όχι τυχαία ένα από τα ωραιότερα βιβλία του αφορούν την κομμουνιστική εποχή –βλέπε το βιβλίο του για τον Ντμίτρι Σοστακόβιτς «Αχός της εποχής»–, αν και στις «Αναχωρήσεις» επανέρχεται σε εκείνο το φευγαλέο στιγμιότυπο των γυαλιών που είχε αγοράσει σε μια χώρα του πρώην Ανατολικού Μπλοκ.
Η ηθική φιλοσοφική απεύθυνση του Μπαρνς εντοπίζεται κυρίως στην απόφασή του να είναι, επιτέλους, δίκαιος με τους φίλους του, οι οποίοι αποτέλεσαν την αφρόκρεμα των γραμμάτων στον βρετανόφωνο κόσμο, όπως και με τους επίσης άθεους, σαρκαστικούς Κρίστοφερ Χίτσενς και Μάρτιν Έιμις – τον οποίο έβλεπε, ενόσω έγραφε το βιβλίο, να οδεύει και αυτός στον δρόμο των αναχωρούντων (μην ξεχνάμε ότι το βιβλίο του τιτλοφορείται «Αναχωρήσεις»). Οι πιο καίριοι από τους φίλους, ωστόσο, κατά δική του ομολογία στο βιβλίο φαίνεται να είναι ο Στίβεν και η Τζιν, αφού όχι μόνο ήταν αυτός που τους έφερε κοντά στα φοιτητικά χρόνια αλλά κατά κάποιο τρόπο φρόντισε να τους επανενώσει με μια σκηνοθετημένη συνάντηση σε ένα μπαρ, σαράντα χρόνια αργότερα! Η προσωπική του πολλαπλή εμπλοκή σε αυτή την άκρως μυθιστορηματική ιστορία μετατρέπει αυτομάτως τον Μπαρνς από ενδιάμεσο σε δυνάμει πρωταγωνιστή, αποδεικνύοντας με τον πιο πολύκροτο τρόπο το συγκεχυμένο και άκρως γοητευτικό mélange της λογοτεχνίας με τη ζωή σε μια εξαίσια φαντασμαγορία.
Ωστόσο, δεν πρόκειται για μια άγνωστη ιστορία, όπως οι περισσότεροι πιστεύουν –ο ίδιος ομολογεί ότι την αποκαλύπτει για πρώτη φορά–, παρότι είχε ορκιστεί και στους δυο, όσο ήταν εν ζωή, ότι δεν θα τη φέρει ποτέ στο φως, ούτε θα την εκμεταλλευτεί συγγραφικά σε κάποιο από τα βιβλία του. Οι πιο φανατικοί αναγνώστες του Μπαρνς θα αναγνωρίσουν στην ιστορία του Στίβεν και της Τζιν όλα τα στοιχεία από ένα παλιότερό του μυθιστόρημα, από το μακρινό 1991, το «Talking it οver», όπου περιέγραφε ένα αντίστοιχο ερωτικό τρίγωνο, με τους τρεις πρωταγωνιστές του να φέρουν ατόφια τα χαρακτηριστικά του ίδιου και του ζευγαριού, με το οποίο εμπλέκεται με διαφορετικούς τρόπους. Όσο για τις περιγραφές της δυναμικής, γοητευτικής, σαρωτικής και άκρως μυθιστορηματικής Τζιν, που είναι η μόνη που μπορεί να προβάλλει, όπως γράφει στις «Αναχωρήσεις», ευφυείς αντιρρήσεις, δεν συνάδουν μόνο με αυτές της αξέχαστης ηρωίδας του «Talking it Over» αλλά και με της γυναίκας που αγάπησε ο Μπαρνς περισσότερο από όλες, της Έμα Μποβαρί.
Επομένως, το κεντρικό τέχνασμα του Μπαρνς να αποκαλύψει ως πραγματική μια ιστορία που είδαμε να περιλαμβάνεται σε παλιότερο βιβλίο του συμπαρασύρει όλη του την κοσμοθεωρία για τη λογοτεχνία που μοιάζει με διαρκή αστυνομική εξερεύνηση ή με ένα ατελεύτητο παιχνίδι ψευδαισθήσεων, με τους πρωταγωνιστές να αδυνατούν να διακρίνουν τα όρια μεταξύ φαντασίωσης και πραγματικότητας, μετατρέποντας τη ζωή σε έναν φαύλο κύκλο-παιχνίδι προσμονής. Σε αυτό συναινεί το κεντρικό περιστατικό που είχε επικαλεστεί σε προηγούμενο βιβλίο του ο Μπαρνς με τον Φρεντερίκ και τον Ντελοριέ, οι οποίοι, προσπαθώντας να θυμηθούν στο τέλος της «Αισθηματικής Αγωγής» την πιο ωραία ανάμνηση της ζωής τους, προστρέχουν στη μία και μοναδική, κοινή και πλήρως αποτυχημένη και τραγελαφική επίσκεψή τους στο σπίτι του αγοραίου έρωτα (ένα αντίστοιχο περιστατικό αφηγούνταν οι δυο του φίλοι Χίτσενς και Έιμις!). Περιπλέκοντας, επομένως, στην αφήγησή του ακόμα περισσότερο αυτόν τον γοητευτικό κύκλο εκκεντρικής αληθοφάνειας, που πάντοτε επικαλούνταν οι συγγραφείς και οι παραμυθάδες, ο Μπαρνς αναπολεί τη ζωή του με αντίστοιχα αμφίσημο τρόπο. Ταυτόχρονα, φροντίζει διαρκώς να μας θυμίζει πως παρότι υπάρχει η αισιόδοξη και η πιο πεσιμιστική θεώρηση του βίου (ο ίδιος προτιμά το αισιόδοξος πεσιμιστής για τον εαυτό του), υπάρχει πάντοτε ο τρίτος δρόμος, που είναι ότι «απλώς το σύμπαν κάνει τη δουλειά του». Πολύ ουσιαστική η συμβολή, σε αυτό το ωραίο, τελευταίο ταξίδι του Μπαρνς η εξαιρετική μετάφραση της Κατερίνας Σχινά – μια παρά πολύ ωραία συγκυρία, όπως θα έλεγε και ο ίδιος.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.