Η ΓΑΛΛΙΔΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ του 19ου αιώνα Αμαντίν Ορόρ Λισίλ Ντιπέν, η οποία αποτελεί εθνικό θησαυρό για τη χώρα της και διεθνές λογοτεχνικό ίνδαλμα μετά την υιοθέτηση του ψευδώνυμου Γεωργία Σάνδη (George Sand), μπορεί να μην ξεπερνούσε το ενάμιση μέτρο σε ύψος, αλλά από κάθε άλλη άποψη ήταν μια γιγαντιαία μορφή. Οι σύγχρονοί της την έραιναν με επαίνους σαν να ήταν κομφετί. Ο Αλέξις ντε Τοκβίλ ανέφερε ότι είχε «κάτι από τη φυσική στάση των πολύ σπουδαίων μυαλών». Ο Μάθιου Άρνολντ, ένας από τους πολλούς Βρετανούς συγγραφείς που πραγματοποίησαν το προσκύνημα στην κομψή εξοχική της έπαυλη στο Νοάν της κεντρικής Γαλλίας, ισχυρίστηκε ότι ήταν «το μεγαλύτερο πνεύμα στον ευρωπαϊκό κόσμο» μετά τον Γκαίτε. Ήταν επίσης εκπληκτικά παραγωγική, υποστηρίζοντας το ταλέντο της με σκληρή δουλειά. Μέχρι το θάνατό της σε ηλικία 71 ετών είχε δημοσιεύσει περισσότερα από πενήντα μυθιστορήματα, χώρια τα πολλά θεατρικά έργα, τα διηγήματα και τα πολιτικά φυλλάδια. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έμοιαζε με μια λογοτεχνική ρωσική κούκλα (ματριόσκα): πολλοί διαφορετικοί συγγραφείς τοποθετημένοι ο ένας μέσα στον άλλον σ’ ένα κοινό σώμα.
Στην αυτοβιογραφία της, η Γεωργία Σάνδη γράφει ότι, ανεξάρτητα από την ηλικία μας, αν εξετάσουμε την καρδιά μας, θα διαπιστώσουμε ότι είναι «γεμάτη με την αθωότητα» της παιδικής ηλικίας, και η Σάμσον υποστηρίζει πειστικά ότι αυτό ήταν το πραγματικό μυστικό της επιτυχίας της.
Γεννημένη το 1804, ενώ οι επιπτώσεις της Γαλλικής Επανάστασης συνέχιζαν να αντηχούν σε όλη την Ευρώπη, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής της ηλικίας μαθαίνοντας όλα τα ηθικά διδάγματα που το υπόλοιπο της ζωής της θα προσπαθούσε να ξεδιαλύνει. Κόρη μιας ηθοποιού, αλλά μεγαλωμένη κυρίως από την αριστοκράτισσα γιαγιά της, μορφώθηκε σε ένα μοναστήρι του Παρισιού, όπου της δίδαξαν πώς να συμπεριφέρεται με ευπρέπεια και σεμνότητα. Στα 18 της χρόνια απέκτησε κάποια ελευθερία, όταν παντρεύτηκε τον Καζιμίρ Ντιντεβάν, νόθο γιο του βαρόνου Ζαν-Φρανσουά Ντιντεβάν, αν και γρήγορα ξεπέρασε αυτό που ήταν εν μέρει ένας γάμος συμφέροντος. Σύντομα άρχισε να γράφει ιστορίες και άρθρα σε περιοδικά μαζί με τον νέο της εραστή, Ζιλ Σαντό (Jules Sandeau), με την υπογραφή «J Sand», αλλά μέσα σε λίγα χρόνια τον αντικατέστησε και αυτόν. Η «J Sand» ήταν πλέον η «George Sand».
Η φήμη της άρχισε να μεγαλώνει με τη δημοσίευση μυθιστορημάτων που ανέλυαν τις πολύπλοκες ανθρώπινες σχέσεις από τη γυναικεία οπτική, όπως τα «Lélia» και «Jacques», και τα δύο γραμμένα το 1833 – σε κάθε περίπτωση υποστήριζε τα συμπεράσματά της με άφθονη επιτόπια έρευνα. Το 1835 χώρισε και επίσημα τον Ντιντεβάν, αναλαμβάνοντας την επιμέλεια των δυο παιδιών τους. Όπως διαβάζουμε στη νέα βιογραφία της, την οποία έγραψε η Φιόνα Σάμσον και έχει τίτλο «Becoming George», παρά τις απαιτήσεις της ανατροφής των παιδιών και μιας ολοένα και πιο επιτυχημένης λογοτεχνικής καριέρας, η Γεωργία Σάνδη κατάφερε να συγκεντρώσει έναν εντυπωσιακό κατάλογο εραστών. Είχε μια ιδιαίτερη προτίμηση για χλωμούς, λεπτεπίλεπτους συγγραφείς και μουσικούς, συχνά πολύ νεότερους από αυτήν, τους οποίους έπαιρνε υπό την προστασία της και συχνά οδηγούσε στο κρεβάτι της.
Ο πιο διάσημος από αυτούς τους νεαρούς άνδρες ήταν ο Φρεντερίκ Σοπέν, ο αγαπημένος της «Τσιπ-Τσιπ», όπως χαϊδευτικά τον αποκαλούσε, ο οποίος ταξίδεψε μαζί της στη Μαγιόρκα το 1838 και αργότερα πέρασε πολλά καλοκαίρια στο εξοχικό της – η σχέση τους, πάντως, δεν ήταν σεξουαλική. Η συγγραφέας της βιογραφίας δεν είναι η πρώτη που πιθανολογεί ότι ο Σοπέν ενδιαφερόταν περισσότερο για τους άνδρες φίλους του, στους οποίους έγραφε τρυφερά μηνύματα όπως «πρέπει να πληρώσεις για το βρόμικο όνειρο που είδα χθες το βράδυ» και «σε θέλω και περιμένω να είσαι φρεσκοξυρισμένος». Η σχέση τους δεν είχε αίσιο τέλος, με τη Σάνδη να σηματοδοτεί τον χωρισμό τους γράφοντας: «Τι ανακούφιση! Για εννέα χρόνια, ενώ ήμουν γεμάτη ζωή, ήμουν δεμένη με ένα πτώμα». Ωστόσο, η σχέση τους φαίνεται ότι είχε προσφέρει και στους δυο τη σταθερότητα που χρειάζονταν για να δημιουργήσουν τα μεγαλύτερα έργα τους – στην περίπτωση της Σάνδη το μυθιστόρημα «Lucrezia Floriani» του 1847 που είναι στην ουσία ένα αυτοβιογραφικό έργο ελαφρώς καλυμμένο με ένα μυθοπλαστικό φύλλο συκής, και στην περίπτωση του Σοπέν μια σειρά από αιώνια έργα, όπως τα «Νυχτερινά», η «Φαντασία σε φα ελάσσονα» και η «Σονάτα για βιολοντσέλο».
Αν τα γραπτά της την έκαναν διάσημη, οι δημόσιες εμφανίσεις της την έκαναν περιβόητη. Στην αρχή της καριέρας της ντυνόταν με κομψά ανδρικά ρούχα, ενώ αργότερα απέκτησε αγορίστικο κούρεμα και έβαλε μια τελική πινελιά με ένα πούρο. Ενώ ορισμένοι λογοτεχνικοί ανταγωνιστές της έδειχναν αμήχανοι από την απόφασή της να ντύνεται σαν άνδρας (ο Βικτόρ Ουγκό είχε πει ότι «η Τζορτζ Σαντ δεν μπορεί να αποφασίσει αν είναι άνδρας ή γυναίκα» και ότι δεν ήταν σίγουρος αν μπορεί να την αποκαλεί «αδελφή μου ή αδελφό μου»), άλλοι σεβάστηκαν απόλυτα την επιλογή της. Όταν ο Φλομπέρ άρχισε μια μακρά αλληλογραφία μαζί της το 1863, της έδειξε ότι τη θεωρούσε ίση του, αποκαλώντας την «chère maitre».
Στην αυτοβιογραφία της, η Σάνδη γράφει ότι, ανεξάρτητα από την ηλικία μας, αν εξετάσουμε την καρδιά μας, θα διαπιστώσουμε ότι είναι «γεμάτη με την αθωότητα» της παιδικής ηλικίας, και η Σάμσον υποστηρίζει πειστικά ότι αυτό ήταν το πραγματικό μυστικό της επιτυχίας της. Έβλεπε τον κόσμο με νέους τρόπους επειδή ποτέ δεν θεωρούσε τίποτα δεδομένο, ακόμα κι αν «μερικές φορές κάλυπτε αυτή την αθωότητα με μια κοσμική επιτήδευση». Ακόμα και στα τελευταία της χρόνια πειραματιζόταν με νέες ιδέες, γράφοντας για «τον χαιρετισμό [salut] ανάμεσα στον πλανήτη και τους κατοίκους του» σε μια εποχή που ο όρος «οικολογία» δεν είχα ακόμα επινοηθεί, και σκουραίνοντας τα μαλλιά της με χυμό καρυδιάς λίγο πριν τη φωτογραφίσει ο Félix Nadar το 1864. Όταν πέθανε, το 1876, ταλαιπωρημένη από καρκίνο του εντέρου, ο Ουγκό απέστειλε τα συλλυπητήριά του με τη φράση: «Θρηνώ μια νεκρή γυναίκα και χαιρετώ μια αθάνατη».
Με στοιχεία από τους «Times»