ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΣΑΝ θεατρικό έργο του Τομ Στόπαρντ: δυο τιτάνες της Αναγέννησης –δυναμικοί, φιλόδοξοι, ανεξάρτητοι, αναγνωρισμένοι από τους συγχρόνους τους ως οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες της εποχής τους, που τους χώριζαν όμως το διαφορετικό γούστο και οι γεωγραφικές αποστάσεις– συναντιούνται και καταλήγουν να επηρεάζουν σημαντικά ο ένας τον άλλον. Η ιδέα φαίνεται τραβηγμένη, επειδή έχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε τους καλλιτέχνες ως μεμονωμένες οντότητες. Η συνάντησή τους όμως συνέβη πραγματικά.
Στο πρώτο μισό του 16ου αιώνα, ο Μιχαήλ Άγγελος και ο Τιτσιάνο συναντήθηκαν όχι μία, αλλά δύο φορές και ο ένας τους άφησε το στίγμα του στο έργο του άλλου. Αυτή η ιστορία αποτελεί το θέμα του βιβλίου «Michelangelo & Titian: A tale of rivalry & genius» (Μιχαήλ Άγγελος & Τιτσιάνο: Μια ιστορία αντιζηλίας και ιδιοφυΐας) του Ουίλιαμ Ε. Γουάλας, καθηγητή Iστορίας της Tέχνης στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον στο Σαιντ Λούις και κορυφαίου μελετητή του Μιχαήλ Άγγελου στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το θέμα έχει εξεταστεί και στο παρελθόν, κυρίως από τη Ρόνα Γκόφεν στο έργο της «Renaissance Rivals: Michelangelo, Leonardo, Raphael, Titian» («Αντίζηλοι της Αναγέννησης: Μιχαήλ Άγγελος, Λεονάρντο ντα Βίντσι, Ραφαήλ, Τιτσιάνο») του 2002. Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψή της καθώς και άλλων μελετητών που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, η επιρροή ήταν μονόδρομη: ο Μιχαήλ Άγγελος επηρέασε τον Τιτσιάνο, και όχι το αντίστροφο. Αυτό οφείλεται αναμφίβολα στο γεγονός ότι ήταν αδύνατο να φανταστεί κανείς τον «Divino» («Θεϊκός»), όπως ήταν γνωστός ο Μιχαήλ Άγγελος στην εποχή του, να εξαρτάται από τις ιδέες οποιουδήποτε άλλου εκτός από τις δικές του. Ο Γουάλας υποστηρίζει με πειστικότητα ότι η επιρροή ήταν αμφίδρομη και, επιπλέον, ότι η επίδραση του Τιτσιάνο στην τέχνη του Μιχαήλ Άγγελου ήταν άμεση και βαθιά.
Ο Τιτσιάνο ήταν ζωγράφος, ενώ ο Μιχαήλ Άγγελος, αν και φημισμένος τόσο ως ζωγράφος όσο και ως γλύπτης, θεωρούσε τον εαυτό του αποκλειστικά ως γλύπτη. Ζούσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά ο ένας από τον άλλο –ο πρώτος στη Βενετία, ο δεύτερος στη Φλωρεντία και τη Ρώμη– και κατοικούσαν σε εντελώς διαφορετικά αισθητικά σύμπαντα.
Οι δύο άνδρες δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί. Ο Τιτσιάνο ήταν ζωγράφος, ενώ ο Μιχαήλ Άγγελος, αν και φημισμένος τόσο ως ζωγράφος όσο και ως γλύπτης, θεωρούσε τον εαυτό του αποκλειστικά ως γλύπτη. Ζούσαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά ο ένας από τον άλλο –ο πρώτος στη Βενετία, ο δεύτερος στη Φλωρεντία και τη Ρώμη– και κατοικούσαν σε εντελώς διαφορετικά αισθητικά σύμπαντα.
Το έργο του Μιχαήλ Άγγελου συνοψίζεται στη λέξη «disegno», σχέδιο. Στη Φλωρεντία, όπου μεγάλωσε και διαμορφώθηκε ο καλλιτέχνης, το σχέδιο θεωρούνταν θεμελιώδες. Ήταν η πρώτη δεξιότητα που μάθαιναν οι μαθητευόμενοι καλλιτέχνες και η έμφαση που δινόταν στα σταθερά περιγράμματα και στις σαφώς καθορισμένες μορφές μεταφέρθηκε και στη ζωγραφική. Τα προπαρασκευαστικά σχέδια προηγούνταν της χρήσης του πινέλου.
Αντίθετα, στη Βενετία, η λέξη-κλειδί ήταν «colorito», πολύχρωμο. Η βενετσιάνικη ζωγραφική της Αναγέννησης είναι πλούσια και λαμπερή, κυρίως επειδή χρησιμοποιεί λάδια, σε αντίθεση με την υδατοδιαλυτή τέμπερα των Φλωρεντινών, η οποία δίνει ένα πιο υποτονικό χρωματικά αποτέλεσμα. Τα λάδια επέτρεπαν επίσης τις γενναίες πινελιές που συχνά διέλυαν τις μορφές σε μια ελεύθερη, πολυχρωματική ομίχλη. Και αντί να χρησιμοποιεί προπαρασκευαστικά σκίτσα, ο Τιτσιάνο ζωγράφιζε alla prima, ξεκινώντας κατευθείαν από τον λευκό καμβά.
Ο Μιχαήλ Άγγελος είδε για πρώτη φορά το έργο του Τιτσιάνο σε μια επίσκεψή του στη Φεράρα, νοτιοδυτικά της Βενετίας, το 1529. Τρία μυθολογικά θέματα –«Η λατρεία της Αφροδίτης» (1519), «Η βακχική γιορτή των Ανδριανών» (1521), «Βάκχος και Αριάδνη» (1523)–πρόσφεραν στον επισκέπτη, σύμφωνα με το βιβλίο, «μια πλούσια βύθιση στο χρώμα και τη δημιουργική εικονογραφία». Ο δυναμισμός της σύνθεσης του τελευταίου πίνακα, που απεικονίζει τον ερωτευμένο Βάκχο να πηδά από το άρμα του για να φτάσει την Αριάδνη, «εκτελώντας μια σχεδόν αδύνατη πιρουέτα στον αέρα», όπως τονίζει ο συγγραφέας, θα εμφανιστεί λίγα χρόνια αργότερα στα προσχέδια του Μιχαήλ Άγγελου για ένα θέμα με θέμα την Ανάσταση.
Οι δύο άνδρες συναντήθηκαν αργότερα εκείνο το έτος, όταν ο Μιχαήλ Άγγελος εγκατέλειψε τη Φλωρεντία. Η πόλη βρισκόταν σε μία από τις συχνές περιόδους πολιτικής αναταραχής και κάποιος τον προειδοποίησε ότι η ζωή του ενδέχεται να κινδυνεύει, οπότε αναζήτησε καταφύγιο στη Βενετία. Η συνάντηση έγινε όταν μια μικρή αντιπροσωπεία Βενετών προσωπικοτήτων, μεταξύ των οποίων και ο Τιτσιάνο, πήγε να καλωσορίσει τον Μιχαήλ Άγγελο.
Κατά τη διάρκεια της εξάμηνης παραμονής του, ο Μιχαήλ Άγγελος θα είδε αριστουργήματα του Τιτσιάνο, όπως η «Ανάληψη της Παναγίας» («Assunta», 1518) και η «Μαντόνα του Πεζάρο» (1526) – και τα δύο έργα βρίσκονται στην εκκλησία της Santa Maria Gloriosa dei Frari. Στο δεύτερο έργο είναι αξιοσημείωτη η αποκεντρωμένη, διαγώνια σύνθεσή του που δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ο χώρος του πίνακα και αυτός της εκκλησίας είναι ένα. Ο Μιχαήλ Άγγελος θα υιοθετούσε την ίδια προσέγγιση σε ένα από τα τελευταία του έργα, τη «Μεταστροφή του Σαούλ» (1545), στο Βατικανό.
«Michelangelo & Titian: A Tale of Rivalry & Genius»
«Ο Τιτσιάνο άνοιξε την τέχνη και την ευαισθησία του Μιχαήλ Άγγελου στο χρώμα, στην αφήγηση και στο δράμα», γράφει ο Γουάλας. Μετά την επιστροφή του στη Ρώμη, «ασχολήθηκε συστηματικά με τη ζωγραφική για τα επόμενα τριάντα χρόνια. Αυτή η συχνή και βαθιά ενασχόληση με τις εικονογραφικές τέχνες πρέπει εν μέρει να αποδοθεί στην πρόκληση που του έθεσε ο Τιτσιάνο».
Από την πλευρά του, ο Τιτσιάνο ταξίδεψε στη Ρώμη δεκαέξι χρόνια αργότερα, το 1545, όταν οι δύο συναντήθηκαν ξανά, αν και μόνο μία φορά. Ο Βενετσιάνος είχε έρθει για να παραδώσει τον πίνακά του «Δανάη» (1545) στον καρδινάλιο Αλεσάντρο Φαρνέζε και να εκτελέσει μια σειρά από παραγγελίες. Η συνάντηση έγινε όταν ο Μιχαήλ Άγγελος επισκέφθηκε τον Τιτσιάνο στα διαμερίσματά του στο Παλάτσο Μπελβεντέρε, συνοδευόμενος από τον διάσημο βιογράφο Τζόρτζιο Βαζάρι, και είδε τη «Δανάη». Σύμφωνα με τον Βαζάρι για το έργο του «Βίοι» ο Μιχαήλ Άγγελος σχολίασε ότι «το χρώμα και το ύφος του Τιτσιάνο μου άρεσαν πολύ, αλλά είναι κρίμα που στη Βενετία δεν μάθαιναν να σχεδιάζουν καλά από την αρχή».
Ο Τιτσιάνο, πάντως, αποφάσισε να αποκτήσει και αργότερα να φέρει στη Βενετία ένα γύψινο αντίγραφο σε φυσικό μέγεθος του «Αναστημένου Χριστού» (1520) του Μιχαήλ Άγγελου. Είδε επίσης την «Πιετά» (1499). Πολλοί δεν είχαν καταλάβει ότι το απλωμένο αριστερό χέρι της Παναγίας δεν είναι ένα άκρο που κουνιέται τυχαία αλλά μια χειρονομία γεμάτη νόημα – πολλαπλά νοήματα, για την ακρίβεια. Ο Τιτσιάνο, όμως, ήταν ένας από αυτούς που το κατάλαβαν. Χρόνια αργότερα, μάλιστα, το προσάρμοσε δημιουργικά στη δική του εκδοχή του θέματος, που ζωγράφισε στο τέλος της ζωής του: ένα έργο που περιλαμβάνει ένα άγαλμα στην ίδια ακριβώς στάση του «Αναστημένου Χριστού».
Με στοιχεία από τη «Wall Street Journal»