Όταν η Αλβανίδα συγγραφέας, εικαστική καλλιτέχνης και φωτογράφος Ορνέλα Βόρπσι έγραψε το ζοφερό και συναισθηματικό της μυθιστόρημα «Η Χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις», που ανήκει στα καλύτερα μετα-κομμουνιστικά μυθιστορήματα και στο οποίο διερευνά τα τραύματα του αυταρχισμού, της υπερ-σεξουαλικής πατριαρχίας και της βίας με πολλές μορφές, πρόσφερε τις πρώτες και ποιητικές γνώσεις για την ατομική και συλλογική μνήμη, τη μετανάστευση/εξορία για μια χώρα στην οποία δεν έχει καταγραφεί «ο πολιτισμός των αντιφρονούντων» και της οποίας ο λαός ακόμα και σήμερα προσπαθεί να συνειδητοποιήσει τον παραλογισμό της κομμουνιστικής περιόδου.

 

Η ίδια, επιχειρώντας να ανασυγκροτήσει τον εαυτό της μέσα σε άλλες διαστάσεις της ζωής που είχε συναντήσει, πρώτα στην Ιταλία και στη συνέχεια στη Γαλλία όπου ζει μέχρι σήμερα, ανακαλεί μέσα από μια κατακερματισμένη σειρά αναμνήσεων ιστορίες της δεκαετίας του 1970 στην Αλβανία, ιστορίες μιας χώρας και ενός λαού σε αδιέξοδο, φτωχού, καταπιεσμένου, που τιμωρεί τη σεξουαλικότητα, με εχθρότητα προς το φυσικό, με εμμονή για την παρθενία, με δυσφορία με το σώμα και τις απολαύσεις του που συνδυάζεται με έναν άβολο και συνεχή πόθο. 

 

Ο θεατής όχι μόνο γνωρίζει τι πέρασε ο λαός της γείτονος χώρας αλλά παρακολουθεί την οδύσσεια μιας κοπέλας που υφίσταται την προπαγάνδα, την κοινωνία που, όπως λέει: οι όμορφες κοπέλες είναι τσούλες, γιατί ο άνδρας πλένεται με ένα κομμάτι σαπούνι και γίνεται φρέσκος και καθαρός, ενώ τις κοπέλες δεν τις ξεπλένει η θάλασσα.

 

Η Βόρπσι δημιουργεί ένα καθαρά γυναικείο σύμπαν που αμύνεται, ονειρεύεται, συνθλίβεται και, στο τέλος, επιβιώνει σε έναν ανδροκρατούμενο κόσμο. Ένα βαλκάνιο αφήγημα για την ταπείνωση αλλά και την αντίσταση της γυναίκας ενάντια στα πατριαρχικά καθεστώτα. Ένα χρονικό ταξίδι σε μια χώρα όπου ποτέ δεν πεθαίνεις, παρά μαθαίνεις να ζεις - σχεδόν χωρίς να ανασαίνεις, να κρύβεσαι, να συναινείς ακούσια, να μοιράζεσαι το λιγοστό σου φαγητό, να σκύβεις το κεφάλι περιμένοντας τις «καλύτερες μέρες» και, αν είσαι τυχερός, να μπεις σε ένα αεροπλάνο.

 

Εικόνες μιας χώρας δίπλα μας που ελάχιστοι τη γνωρίζουν, μιας χώρας που μέσα από τις στάχτες της δικτατορίας του Ενβέρ Χότζα προσπαθεί να αναγεννηθεί, αυτή είναι η χώρα της Βόρπσι που ποτέ δεν πεθαίνει και σήμερα, με τις αυταρχικές, μη φιλελεύθερες πολιτικές και την κουλτούρα που τις υποστηρίζει να καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο, η συνάφεια του μυθιστορήματός της με τη σύγχρονή ζωή έχει αυξηθεί αναπάντεχα.

 

Η Αλβανία του Ένκε Φεζολλάρι
«Οι εκτρώσεις στην Αλβανία, οι πολιτικοί κρατούμενοι, η εκπαίδευση, ο στρατός που πήγαιναν οι γυναίκες, η προπαγάνδα, ο θεσμός του γάμου, η θέση της γυναίκας, η πείνα, η ανελευθερία του ατόμου είναι τα μεγάλα θέματα του έργου» λέει ο Ένκε Φεζολλάρι που σκηνοθετεί την παράσταση. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
 
 

 

Η Βόρπσι καταγράφει τη ζωή της, τα παιδικά της χρόνια μέχρι την ενηλικίωσή της στην Αλβανία του Χότζα, μέχρι τη φυγή της στην Ιταλία μόλις καταρρέει το Ανατολικό Μπλοκ. Κινείται μέσα από σκληρές αλλά και συνάμα ποιητικές στιγμές και φθάνει στο χιούμορ αλλά και στο παράδοξο σύστημα της Αλβανίας.

 

Καταγγέλλει την ανελευθερία του ανθρώπου στα ολοκληρωτικά καθεστώτα, μιλά για τις γυναίκες, για εκείνο που υφίστανται στην πατριαρχική δομή της Αλβανίας, βάζει το μαχαίρι στο κόκκαλο, μιλά για την αποτυχία της ταξικής πάλης, για τα στρατόπεδα αναμόρφωσης του Χότζα, ως κόρη πολιτικού κρατούμενου και φυσικά μέσα από την οικογενειακή της ιστορία που σε τσακίζει.

 

Ο θεατής όχι μόνο γνωρίζει τι πέρασε ο λαός της γείτονος χώρας αλλά παρακολουθεί την οδύσσεια μιας κοπέλας που υφίσταται την προπαγάνδα, την κοινωνία που, όπως λέει: οι όμορφες κοπέλες είναι τσούλες, γιατί ο άνδρας πλένεται με ένα κομμάτι σαπούνι και γίνεται φρέσκος και καθαρός, ενώ τις κοπέλες δεν τις ξεπλένει η θάλασσα.

 

Μέσα από προκαταλήψεις και τραύματα της κοινωνίας το έργο, που κινείται άλλοτε με χιούμορ και άλλοτε με φόρτιση συγκινησιακή, προσφέρει στον θεατή μια παράσταση βαλκάνια με ταπεραμέντο και αισθήματα ανάμεικτα. «Οι εκτρώσεις στην Αλβανία, οι πολιτικοί κρατούμενοι, η εκπαίδευση, ο στρατός που πήγαιναν οι γυναίκες, η προπαγάνδα, ο θεσμός του γάμου, η θέση της γυναίκας, η πείνα, η ανελευθερία του ατόμου είναι τα μεγάλα θέματα του έργου» λέει ο Ένκε Φεζολλάρι, που σκηνοθετεί την παράσταση του έργου «Η Χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις» στο Θέατρο Σταθμός. 

 

Ο Ένκε γεννήθηκε στο Πόγραδετς της Αλβανίας. Έζησε εκεί μέχρι τα 6 του χρόνια. Όταν η μητέρα του, Ντρίτα Σέχι, καθηγήτρια Ιστορίας, πήρε μετάθεση στη σχολή του Κόμματος, όπου δίδασκε Ιστορία του Κομμουνισμού (υποχρεωτικό για όλους), μετακόμισαν στα Τίρανα.

 

Τη μητέρα του την έχουμε γνωρίσει, είναι μια από τις πέντε σούπερ-ηρωίδες στην «Καθαρή Πόλη» του Ανέστη Αζά και του Πρόδρομου Τσινικόρη, με τις ιστορίες από τις μετανάστριες καθαρίστριες της Αθήνας, η οποία είναι σήμερα η πιο επιτυχημένη ελληνική παράσταση που έχει περιοδεύσει σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η Ντρίτα ήρθε στην Ελλάδα για να φτιάξει ένα καλύτερο μέλλον, και πήρε μαζί της τα παιδιά της λίγο αργότερα. Ο Ένκε ήρθε στα δώδεκα στην Ελλάδα και είναι απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος.

 

Για το lifo.gr έγραψε ένα ημερολόγιο για τη δική του χώρα που ποτέ δεν πεθαίνει:

 

Ημερολόγιο Τίρανα - Πόγραδετς - Αθήνα

Πόγραδετς 1986. Η λίμνη Οχρίδα. Όλη η παιδική μου ηλικία

 

Στη πόλη μας υπάρχει μια λίμνη. Κάθε Σάββατο τα καλοκαίρια πηγαίνουμε και πλένουμε χαλιά, κουβέρτες, φλοκάτες. Η θεία μου Λιρίε, η Λούμε, οι ξαδέρφες μου, η Μιμόζα, η Ούλκα και η Λαουρέτα, και πολλά κορίτσια. Είναι μια μύηση, μια τελετή, το πλύσιμο δεν γίνεται στη παραλία -το μέρος αυτό βρίσκεται κοντά στο σταθμό του τρένου-, ένα καραβάν σαράι ξεκινά από το κέντρο με κατεύθυνση στο κατάλληλο σημείο, εκεί τα νερά είναι πιο κρύα, πέτρες και βότσαλο, εμείς τα παιδιά κουβαλάμε βάζα γυάλινα με ψωμάκι γύρω-γύρω για να πιάσουμε αθερίνες - τσιρόνκα τα λέμε, είναι το βραβείο μας, και αν είμαστε τυχεροί οι μανάδες μας θα τα τηγανίσουν ή θα μας το φέρουν στο κεφάλι το βάζο.

 

Στη λίμνη η βία είναι κομμάτι εκπαίδευσης, διαβατήριες τελετές, πώς να στο πω. Μαδέρια και σκούπες στα χέρια τα μικρά παιδιά, οι γυναίκες με τα συμπράγκαλα στις πλάτες, πολύχρωμο τσιγγάνικο καραβάνι, στην αρχή της όχθης είναι η μπασκλασαρία, τσιγγάνες ή μελαμψές κυρίως γυναίκες χαμηλού εισοδήματος, στην Αλβανία του Χότζα αυτές είναι η κατώτερη τάξη, ποτέ δεν αφομοιώθηκαν στο Lufte klasore/στην εξάλειψη των τάξεων.

 

Πιο πέρα οι επώνυμοι άρχοντες αυτής της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η λίμνη επιβάλλει κανόνες, άγραφους, έχει δικό της ταξικό σύστημα, στη λίμνη έχει ψάρια, φλούδες από καρπούζια και πεπόνια, τσαμπιά από σταφύλι και σπασμένα γυαλιά, έχει βάρκες και ψαράδες, έχει και το κοράν, ένα δυσεύρετο ψάρι που τρώνε τα κομματικά στελέχη και η οικογένεια του Πατερούλη Χότζα. Αυτό το ιδαίτερο ψάρι έχει μικρές βούλες κόκκινες και μαύρες. Όπως η αλβανική σημαία, κόκκινο, μαύρο και ένα αστέρι. Το σαπούνι είναι μεγάλο και σκληρό, πράσινο, χρησιμεύει στο πλύσιμο του σώματος, των μαλλιών και των πιάτων, κομμάτι τούβλου θα έλεγα. Το πλύσιμο εδώ είναι μια φορά την εβδομάδα, στη λίμνη το καλοκαίρι δεν χρειάζεται, στις απογευματινές ώρες κόσμος πλένεται μέσα στην όχθη με σαπούνι, είναι ευεργετικό το νερό, είναι κρύσταλλο, απέναντι κοιτάζω το κόκκινο έδαφος γεμάτο λιγνίτη, είναι η ώρα που κλείνει το εργοστάσιο και οι εργάτες-προλετάριοι γυρίζουν σπίτι, μετά ακολουθεί το ψωμί με ντομάτα και λίγο λάδι ή ζάχαρη. Είναι μια ηλιόλουστη, συνηθισμένη μέρα αλλά ξεχωριστή, όσο πιο νωρίς τα πλύνεις τα χαλιά τόσο πιο γρήγορα θα στεγνώσουν στα βραχώδη σημεία, και αν είσαι τυχερός και έχεις πιάσει καμιά καλή καβάτζα τόσο το καλύτερο, οι θείες μου, πανούργες, ξέρουν τα κατατόπια, πάντα το δικό μας «βιλαέτι» είναι το καλύτερο φιλέτο, εδώ που τα λέμε είμαστε και πολλοί.

 

Είναι Ιούλιος, η μαμά μου θα κάνει πιπεριές με μυζήθρα και ντομάτα, εγώ είμαι πέντε χρονών, ο πατέρας είναι στην υπηρεσία.

 

 

Τίρανα 1987. Για τον Πατέρα μας Ενβέρ Χότζα

Η σχολή του Κόμματος βρίσκεται βόρεια ή νότια των Τιράνων, ακόμα δεν μπορώ να το προσδιορίσω, με σιγουριά σας λέω ότι είναι στη γειτονιά που ονομάζεται Λαπράκ. Τη σχολή την περιβάλλει φράχτης σιδερένιος, υπάρχουν δύο κεντρικές πύλες, και μια τρίτη για τους φοιτητές που δεν διαμένουν εδώ. Απαρτίζεται από τρία κτίρια όπου γίνονται τα μαθήματα για το Κόμμα, τον Στάλιν, τον Λένιν, τον Ένγκελς και φυσικά για τον Πατέρα μας Ενβέρ Χότζα. Όλοι οι σπουδαστές είναι από 18 και άνω και φτάνουν μέχρι τα 40.

 

Επίσης υπάρχουν και άλλα κτίρια, όπως οι εστίες που μένουν τα κορίτσια και τα αγόρια, αυτά είναι γύρω στα τρία μεγάλα κτίρια, ένα διώροφο μακρόστενο και δυο πενταόροφα. Υπάρχει μια αίθουσα για εκδηλώσεις και χοροεσπερίδες, πάρκα πολλά, ροδακινιές, κορομηλιές, φυτά, βιολέτες, πολλά άνθη και φυσικά πεύκα πολλά, ένα στάδιο για ποδόσφαιρο, μια πίστα για μπάσκετ, δύο σιντριβάνια ρηχά, δυο φυλάκια, όργανα για γυμναστική δηλ. για ασκήσεις σώματος, και αγάλματα του Στάλιν και του Λένιν, τεράστια… ένα βράδυ με επισκέφτηκαν ακόμα και στον ύπνο μου, έτρεχα να γλιτώσω, με κυνηγούσαν, εγώ έψαχνα τη μαμά μου… Γιατί η μαμά μου ήταν Καθηγήτρια Ιστορίας του Κομμουνισμού, είχε πάρει μετάθεση από το Πόγραδετς. Είναι 1987.

 

Πήγα σινεμά, θα πάω σινεμά, έχει σινεμά

Με κατακλύζει η οθόνη, Ινδία, ένας κόσμος στα μάτια μου, βλέπω τον Καπούρ, με παρασύρει η μουσική, η οθόνη ασπρόμαυρη, μα πώς χωράνε όλοι αυτοί εκεί, χορός, τραγούδι και αστεία, ατελείωτα αστεία… βγαίνω και τρέχω στο σπίτι… φωνάζω Καπούρ, Καπούρ… οι περιπέτειές του με γοητεύουν, θέλω και εγώ να παρασυρθώ μαζί του… Κάθε Δευτέρα έχει Καπούρ, την ίδια ταινία, τις Τρίτες αλβανικό σινεμά, Τετάρτη ισπανικό, Πέμπτη ιταλικό, Παρασκευή και Σάββατο Λουί ντε Φινές και Κυριακή τον εθνικό μας ήρωα Σκεντερμπέη… και ξανά κάθε βράδυ με τους άντρες χώνομαι στο σκοτάδι της αίθουσας, οι φοιτητές με αγάπανε, ξέρουν ποιος είμαι, με παίρνουν στις αγκαλιές τους, με χαϊδεύουν, με φιλάνε, οι φοιτήτριες μου δίνουν ζαχαρωτά. Κέλι, Κέλι (χαϊδευτικό του Ένκελεντ), φωνάζουν, «έλα κάθισε εδώ», είναι η αίθουσα σαν οικογένεια, ανυπομονώ να πηγαίνω, εκεί δεν έχω τον μπαμπά που θα με δείρει, εκεί μόνο αγάπη, εκεί παίρνω μόνο ζωή, μπορώ και ονειρεύομαι. Χθες, ο κυριούλης με ξενάγησε στην αίθουσα με τις μπομπίνες, ένας θαυμαστός κόσμος, πώς χωράνε όλα αυτά τον ρώτησα, εκείνος γέλασε και μου έδωσε καραμέλες Ζάνα. Εμείς εδώ τρώμε μόνο καραμέλες Ζάνα, είναι μοναδικές γιατί είναι και οι μόνες που υπάρχουν στη χώρα μας, ξέρουμε όλα τα παιδιά το παιδικό τραγούδι: Καραμέλες Ζάνα είναι από Τίρανα, από τα Τίρανα έως Πεσκοπί, κ.λπ., το νόημα του τραγουδιού ήταν ότι αυτές οι καραμέλες ταξιδεύουν παντού, έτσι και εγώ, νιώθω σαν να ξέρω όλες τις πόλεις, μαγικό, μια καραμέλα και ένα τραγούδι σε πάνε παντού.

 

Η Αλβανία του Ένκε Φεζολλάρι
Όταν η μητέρα του, Ντρίτα Σέχι, καθηγήτρια Ιστορίας, πήρε μετάθεση στη σχολή του Κόμματος, όπου δίδασκε Ιστορία του Κομμουνισμού (υποχρεωτικό για όλους), μετακόμισαν στα Τίρανα.

 

Τίρανα 1989

Σήμερα ο πατέρας δεν μ' άφησε να πάω στο σινεμά.

 

Σήμερα ο πατέρας με έδειρε.

 

Σήμερα ο πατέρας μου είπε ότι οι άντρες είναι κακοί, πειράζουν τα αγοράκια, σήμερα ο πατέρας μου είπε ότι πρέπει να γίνω άντρας. Σήμερα ο πατέρας με έδειρε πολύ, στα μπούτια, στο πρόσωπο, σήμερα ο πατέρας με πήγε στις γυμναστικές εγκαταστάσεις, στα σίδερα δηλαδή, να κάνω μονόζυγο. Κλαίω, μπαμπά.

 

Σκάσε, θα γίνεις άντρας.

Δεν θέλω, μπαμπά. 

Πονάω.

Σκάσε.

Αδερφάρα!

Πονάω.

Θα γίνεις άντρας.

Πιάνει μια μπάλα, μου την πετά στα μούτρα.

Κλαίω/Παίξε! φωνάζει.

Πρέπει να μάθεις μπάλα.

Πρέπει να γίνεις άντρας.

 

Δεν θέλω, μπαμπά, είμαι ένα παιδί 8 χρονών μόνο. Η μαμά κλαίει, τρέχει να με σώσει, εκείνος με αρπάζει, με τραβάει, με σέρνει, με χτυπά… αίματα παντού... πονάω, κλαίω… μπαμπά, συγχώρεσέ με, δεν θα ξαναπάω σινεμά, δεν θα ξαναφήσω τους φοιτητές να με ζουλήξουν στα μάγουλα, δεν θα ξαναμιλήσω σε άντρες, δεν θα κάνω παρέα με κορίτσια, δεν θα ξαναπαίξω με κούκλες, δεν θα ξαναπαίξω… ουρλιάζω. Εκείνος σταματά, με φιλάει, μου ζητά συγγνώμη, κλαίει.

 

Η μαμά με παίρνει στην αγκαλιά της, μου υπόσχεται ότι θα μου κάνει σεκέρ παρέ/γλυκό παραδοσιακό με σιρόπι. Με κατευνάζει όπως μόνο οι μανάδες μπορούν…

 

Η Αλβανία του Ένκε Φεζολλάρι
Η Ελλάδα μου έδωσε το όνειρο, με γαλούχησε αυτός ο ήλιος, αυτή η ποίηση, οι άνθρωποι που μας αγάπησαν και αυτοί που μας πλήγωσαν, αυτή είναι η φαρέτρα μου, οι μουσικές, τα νησιά, τα αρχαία μάρμαρα, ο Παρθενώνας... δεν ξέρω, καμιά φορά μου φαίνονται μακρινά αλλά τόσο κοντινά...

 

Ελλάδα 1993

Αύγουστο φθάνω στην Ελλάδα, μετά από τρεις αποτυχημένες προσπάθειες με ψεύτικες βίζες, η μαμά μου ήρθε πριν από μας, εκείνη ήρθε να κάνει μεταπτυχιακό - ένα πρόγραμμα εκμάθησης Ελληνικής Γλώσσας και Φιλοσοφίας, η μαμά μου είχε σπουδάσει Φιλοσοφία στα Τίρανα αλλά δίδασκε Ιστορία Κομμουνισμού. Στην Αθήνα άρχισε να καθαρίζει σπίτια, τα πρώτα χρόνια δύσκολα, κρυβόμασταν χωρίς χαρτιά, ο πατέρας τον πρώτο χρόνο γινόταν ακόμα πιο βίαιος, ζούσαμε στα Πατήσια. Σεπτέμβρη η μαμά με πήγε να με γράψει στο δημοτικό, στην έκτη, τη ρωτά η διευθύντρια: Ξέρει ελληνικά το παιδί; Ναι, της απαντά -εγώ μόνο «τι κάνεις, καλά είσαι» ήξερα-, με ρωτούν τα παιδιά πώς σε λένε; Τους απαντώ «Κέλι» (χαϊδευτικό του Ενκελεντ), γελούν, με κοροϊδεύουν, όπως την κοπέλα στο Beverly Hills, κοκκίνισα. Μπαίνω στην τάξη, ο δάσκαλος κύριος Γιάννης μας λέει να γράψουμε έκθεση πώς περάσαμε το καλοκαίρι, εγώ έγραψα τρεις φράσεις που μου έμαθε η μαμά:

 

Είμαι καλά, το λεωφορείο είναι εκεί, ο Τάσος έχει δύο μήλα και η Άννα τρία, πόσο μας κάνουν;

 

Η αδερφή μου ήταν τυχερή, γράφτηκε σε αγγλικό σχολείο.

 

Ήταν αριστούχα στο λύκειο, δεν σήκωσε ποτέ τη σημαία, μια Αλβανίδα δεν είχε το δικαίωμα... τότε ήταν και η ιστορία με τον Τσενάι, δεν ήθελε η μαμά να ανακατευτούμε. Η αδερφή μου πληγώθηκε, μια έφηβη από την Αλβανία, κυρίως στις σχέσεις της, αυτό κοστίζει, ξέρετε. Πήγε στον Καναδά, σήμερα είναι παντρεμένη στη Γαλλία, ξένος μια φορά, ξένος για πάντα, δεν ξέρω δύσκολη εφηβεία. Αυτό που ξέρω είναι ότι εμείς την αγαπήσαμε την Ελλάδα και ας πληγωθήκαμε. Πάντα οι τόποι μας πονούν, αλλά «ο άνθρωπος είναι από πέτρα, αντέχει» λέει η μαμά μου, έχει δίκιο. Η Ελλάδα μου έδωσε το όνειρο, με γαλούχησε αυτός ο ήλιος, αυτή η ποίηση, οι άνθρωποι που μας αγάπησαν και αυτοί που μας πλήγωσαν, αυτή είναι η φαρέτρα μου, οι μουσικές, τα νησιά, τα αρχαία μάρμαρα, ο Παρθενώνας... δεν ξέρω, καμιά φορά μου φαίνονται μακρινά αλλά τόσο κοντινά... Αχρηστεύονται οι λέξεις, ώρες-ώρες. Δεν ξέρουμε να τις χρησιμοποιούμε. Τώρα είμαι ανάμεσα σε δύο πατρίδες που δεν πεθαίνουν ποτέ.

 

Η Χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις, της Ornela Vorpsi

Θέατρο Σταθμός, κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στις 20:30, μέχρι 27 Οκτωβρίου

 

Παίζουν: Αμαλία Αρσένη, Αθηνά Καραγιώτη, Vefi Redhi. 

Συγγραφέας: Ορνέλα Βόρπσι

Μετάφραση: Μαρία Σπυριδοπούλου

Διασκευή-Σκηνοθεσία: Ένκε Φεζολλάρι

Πρωτότυπη Μουσική: Κώστας Λειβαδάς

Σύμβουλος δραματουργίας: Κάτια Σωτηρίου

Σκηνικός χώρος-Κοστούμια: Γιώργος Λυντζέρης

Φωτισμοί: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου

Βοηθός σκηνοθέτη: Εύη Κουταλιανού

Φωτογραφίες: Γιώτα Εφραιμίδου

Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο