Υπάρχουν πολλές ιδέες στο Free Guy. Ο λυρικός υπαρξισμός του Truman Show, μια καταγγελία για την κινηματογραφική βιομηχανία που πριμοδοτεί τα σίκουελ εναντι της πρωτοτυπίας, η ρομαντική παραδοχή (ή δοξασία) ότι ο έρωτας είναι το κίνητρο για να αλλάξει η ζωή μας, υπάρχει, επίσης, και μαρξισμός (!) με το σύστημα εντός του βιντεοπαιχνιδιού να είναι φτιαγμένο έτσι ώστε να καρπώνεται την υπεραξία των περιφερειακών, βοηθητικών ψηφιακών χαρακτήρων, δηλαδή της εργατικής τάξης.

 

Από εκεί και πέρα, δυο δρόμους μπορείς να ακολουθήσεις κατά την εκτίμηση του θεάματος. Μπορείς να σταθείς στο ότι οι ιδέες μένουν σε ένα επίπεδο πρωτογενές και επιφανειακό και ουδέποτε αναπτύσσονται ουσιαστικά, καθώς το σενάριο δεν εστιάζει σε καμιά τους, προκρίνοντας τις εξυπνάδες, στις οποίες ο πρωταγωνιστής Ράιαν Ρέινολντς πάντοτε ευδοκιμεί. Θα χρειαζόταν, άλλωστε, ένας ποιητής τύπου Πίτερ Γουίαρ για να υφάνει τον τόνο, να καλλιεργήσει την ατμόσφαιρα, να εστιάσει σε εκείνα τα τόσο σημαντικά «ασήμαντα»,  ώστε να θεριέψει η αλληγορία.

 

Ο άλλος δρόμος, που προκρίνουμε εμείς, είναι να χαρείς που, έστω κι έτσι, έχεις μια στουντιακή υπερπαραγωγή όπου υπάρχουν τέτοιες ιδέες, που επιχειρεί να εντάξει και λίγο μυαλό στο μίγμα. Κι αν υπήρχε ένας εικονοκλάστης πίσω από τον φακό για να μετατρέψει το θέαμα σε οπτικό πανηγύρι –τα ευρήματα στο φόντο αρχίζουν να επαναλαμβάνονται νωρίς–, όπως έκανε ο Σπίλμπεργκ στο συναφές Ready Player One, θα μιλούσαμε για την ευχάριστη έκπληξη του καλοκαιριού.

 

Ο Σον Λέβι δεν είναι τέτοιος. Είναι όμως ένας ικανός αφηγητής, αξιοποιεί την περσόνα του Ρείνολντς, βρίσκει και πρωταγωνίστρια λίρα 100 στο πρόσωπο της Τζόντι Κόμερ, που χαμογελά και χαμογελά μαζί της ολόκληρο το πλάνο, τόσο ευγενική παρουσία που διαθέτει, και το αποτέλεσμα δύσκολα θα απογοητεύσει τους φαν αυτού του σινεμά.