Το επιτραπέζιο παιχνίδι ρόλων από τη δεκαετία του ‘70, αλλά και videogame στη συνέχεια, δημοφιλές και στις ελληνικές κονσόλες, γίνεται ταινία, ξανά, αν και αυτήν τη φορά με φιλοδοξίες, προϋπολογισμό και ένα μείγμα καταξιωμένων με νεότερους ηθοποιούς στο σετ περιπετειών, με την υπογραφή ενός διδύμου που γνωρίζει από κωμωδία και διαθέτει εργαλεία παραγωγής ικανά να ζωντανέψουν ένα μεσαιωνικό παραμύθι στο ανταγωνιστικό και γνώριμο τοπίο μιας φαντασίας σύγχρονων προδιαγραφών, στο στυλ του «Game of Thrones», αν και καθόλου συγγενές στη σαιξπηρικών διαστάσεων δραματικότητά του.

 

Το «Dungeons and Dragons» δεν βρίθει φυλακών και δράκων, έχει ωστόσο ως πρωταγωνιστή τον προσωρινά έγκλειστο Κρις Πάιν, ο οποίος ηγείται μιας ετερόκλητης ομάδας ληστών: ο ηθελημένα ιλαρός, ουσιαστικά ανεπάγγελτος, «μυαλοπώλης» βάρδος Έντζιν Ντάρβις, που έχει χάσει τη γυναίκα του από έναν δαιμονικό Κόκκινο Μάγο, μαζί με τη συνοδοιπόρο στη ζωή και στη «δουλειά» Χόλγκα τη βάρβαρη (η Μισέλ Ροντρίγκεζ, πάντα μαγκιόρα, σαν να έχει διατηρήσει το τσαγανό από τα «Fast and Furious», αλλά με περισσότερη πλάκα), τη νεαρή δρυίδη Ντόρικ και τον αδέξιο, ανασφαλή νεαρό μάγο Σάιμον, προσπαθεί να ξανακερδίσει την κόρη του από τα χέρια του Φορτζ, ενός αποστάτη που κάποτε ήταν συνέταιρός του στις κλοπές και τώρα πλούτισε με απατεωνιές και έχει πείσει τη μικρή πως ο πατέρας της την εγκατέλειψε, δεν την αγαπά και δεν νοιάζεται, ενώ εκείνος της προσφέρει μια άνετη και ασφαλή ζωή, κάτι που φυσικά είναι μεγάλο ψέμα, και ο απολαυστικός Χιου Γκραντ φροντίζει να μας το θυμίζει με νόστιμη έμφαση, αυτοσαρκασμό και υπονόμευση του διαλόγου κάθε φορά που έρχεται η σειρά του, ανάμεσα στις επεισοδιακές σκηνές δράσης − εννοείται πως κάνει ό,τι λιγότερο μπορεί, κινησιολογικά, γιατί ως ηθοποιός είναι μια κλάση πάνω από τους υπόλοιπους.

 

Στον δρόμο τους βρίσκουν έναν σοφό και φλύαρο Μάγο με υπερδυνάμεις (ο Ρέγκε-Ζαν Πέιτζ, πιο ανάλαφρος από ό,τι τον είχαμε συνηθίσει στο τηλεοπτικό έπος «Bridgerton») τον οποίο ο Έντζιν κοιτάζει στραβά γιατί δεν έχει ξεχάσει ποιοι σκότωσαν την αγαπημένη του. Με τη Θέι εκπαίδευσή του και την ορθή στάση του απέναντι στις δυνάμεις του κακού, ο Ζενκ είναι εκείνος που τους οδηγεί στο κάστρο, και από εκεί και πέρα θα πρέπει συνδυαστικά να λύσουν τα ξόρκια, αλλά και τον γόρδιο δεσμό ανάμεσα σε πατέρα και κόρη.

 

Μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια, θα μπορούσε να μετονομαστεί ο υπότιτλος, και το reboot του «Dungeons and Dragons» δεν έχει μεν καμία σχέση με τις προηγούμενες απόπειρες κινηματογραφικής μεταφοράς του παιχνιδιού, όπως το «Μάγοι και Δράκοντες», αλλά δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο σε κανένα επίπεδο της κωμικής του δράσης, αδυνατώντας επίσης να προσομοιώσει οποιαδήποτε διάδραση ανάμεσα στο τι συμβαίνει στην οθόνη και το συνηθισμένο σε RPG καταστάσεις κοινό του. Συνεπώς απευθύνεται σε ένα γενικότερο κοινό, που μάλλον θα διασκεδάσει με κάποια αστεία, και ίσως βρει χλιαρά αστεία τη χωρίς καμία αίσθηση κινδύνου περιπέτεια που δοκιμάζει η ομάδα κρούσης με τις μικρές πιθανότητες και τη μεγάλη καρδιά, ως συνήθως.