Είναι η ιστορία ενός 18χρονου ορφανού που συμμετέχει στο Ποιος Θέλει να Γίνει Εκατομμυριούχος για να βρει την αγαπημένη του και απαντάει στις ερωτήσεις, ανατρέχοντας στα προσωπικά του βιώματα. Αν επιχειρήσουμε μια αδόκιμη σύγκριση με την πρόσφατη Αυστραλία του Μπαζ Λούρμαν, είναι σαν να βάζουμε δυο δρομείς στην κούρσα του παραμυθένιου μελοδράματος, το μεγάλο φαβορί των χορηγών και το τριτοκοσμικό αουτσάιντερ. Το αέρινο Slumdog καλύπτει όλες τις πίστες των κινηματογραφικών genres και πηδάει τα εμπόδια των κλισέ σαν τον Ουσέιν Μπολτ, ενώ η ντοπαρισμένη Αυστραλία συντρίβεται με συνεχείς κράμπες από το βάρος των αναφορών της. Και αυτό επειδή ο Ντάνι Μπόιλ, αντί να απασχολείται με το να κλείνει το μάτι, τρέχει σαν ιδρώτας μαζί με την απίστευτη ιστορία που αφηγείται.

Όποτε χρειάστηκε να πω σε φίλους ποια είναι η υπόθεση του Slumdog Millionaire, διέκρινα ένα χαμόγελο προσμονής από την αρχή ακόμη της βασικής πλοκής. Κάποιος αμούστακος Τζαμάλ Μαλίκ παίρνει μέρος στο δημοφιλέστατο, αγγλόφωνο και στην Ινδία, τηλεπαιχνίδι Ποιος Θέλει να Γίνει Εκατομμυριούχος και απαντάει σε όλες τις απίθανες ερωτήσεις, μέχρι την προτελευταία. Βρίσκεται αντιμέτωπος με το έπαθλο των 20 εκατομμυρίων ρουπίων αλλά και με την αστυνομία, που τον συλλαμβάνει την παραμονή του τελικού, με την υποψία πως έχει εξαπατήσει τους πάντες. Από πού κι ως πού ένα εμφανισιακά άβγαλτο μόμολο, ένας τρωγλοδύτης αλητήριος γνωρίζει τόσα πολλά; Σταδιακά πείθει τους αξιωματικούς πως όλες οι απαντήσεις του προέρχονται από προσωπικά βιώματα, εξίσου απίστευτα με τις ερωτήσεις που του έχουν υποβληθεί. Μετά τη σύνοψη, το χαμόγελο της προσμονής έχει μεταβληθεί σε μια επιθυμία να δουν την ταινία - για τους φίλους μιλάω. Και αν τη δουν, που θα τη δουν νομίζω, θα καταλάβουν πως αυτή είναι μόνο η αρχή μιας υπέροχης φιλίας του θεατή με την ταινία, ένα ελάχιστο υποσύνολο σε ένα καταιγισμό αφήγησης, που κρατάει το ενδιαφέρον χάρη στην εμπνευσμένη σκηνοθεσία του Ντάνι Μπόιλ, ο οποίος παντρεύει το σήμερα με το χθες, τη νευρώδη κάμερα του Άντονι Ντοντ Μαντλ με τους νεαρούς πρωταγωνιστές, το Bollywood με την αεικίνητη κινηματογραφική γραφή που τον καθιέρωσε, τους ινδικούς ήχους με την glitzy νέα μουσική, τη ρομαντική εμμονή με την ασταμάτητη περιπέτεια, το Ταζ Μαχάλ με τα γιαπιά του Μουμπάι, το κλασικό μελόδραμα και τον Ντίκενς με το feelgood θρίαμβο μιας ταινίας που περνάει όλα τα φανάρια με κόκκινο και τερματίζει ατσαλάκωτη στο χορευτικό της φινάλε (μη βιαστείτε να φύγετε από την αίθουσα και το χάσετε). Τα κλισέ που απειλούν να κονιορτοποιήσουν το Slumdog Millionaire αναιρούνται με τη συνεχή αίσθηση του παιχνιδιού που «τρέχει» στην ταινία. Ένα παιχνίδι με το σινεμά, ένα τηλεπαιχνίδι που ταυτίζει ένα φτωχό λαό με τον υποψήφιο νικητή, ένα παιχνίδι με τη σκληρή και τη φωτεινή πλευρά της ζωής. Ο Ντάνι Μπόιλ δεν φέρνει την επανάσταση στον κινηματογράφο. Δεν το έκανε με το Trainspotting, δεν το κάνει ούτε εδώ. Δίνει πάντα διαστάσεις μύθου σε στάση ζωής, όποιο κι αν είναι το είδος με το οποίο καταπιάνεται, επιστημονική φαντασία στο Sunshine, φρίκη στο 28 Ώρες Μετά. Η τόλμη του είναι το ίδιο του το δυναμικό πάθος και η πίστη του σε όποιο μέσο τον βοηθήσει να πει με ενέργεια και ορμή (όπως το συνηθίζει) μια ιστορία με απογοητεύσεις, απόγνωση, χιούμορ και αγάπη. Στη χρονιά της ύφεσης, ένα παραμύθι από την Ινδία ταιριάζει πολύ περισσότερο με το zeitgeist απ' ό,τι ο ρεαλισμός της κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού μας συστήματος. Και μοιάζει με μια πετρούλα, που πέφτει στη λίμνη και δημιουργεί μεγάλους, ατελείωτους κύκλους.