TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

Eye rape: βιασμός μέσω του βλέμματος;

Eye rape: βιασμός μέσω του βλέμματος;

 

Μετά από ποιό σημείο ένα βλέμμα που πέφτει πάνω μας θίγει την ακεραιότητά μας; Το κόνσεπτ του "eye rape" που προέρχεται από τις ΗΠΑ εμφανίζεται τώρα και στην Ευρώπη. Θα μπορεί κανείς σε λίγο να υποβάλλει μήνυση για ένα βλέμμα που θεωρεί επίμονο, εξευτελιστικό ή ανεπιθύμητο;

 

 

Agnès Giard

Libération, 13.01.2020

 

*

 

 

Γενεύη, 14 Ιουνίου 2019. Κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης πορείας για τα δικαιώματα των γυναικών, μια ομάδα νεαρών κοριτσιών αρχίζει να φωνάζει ένα σύνθημα- "Μη μας κοιτάτε!" - κάνοντας το παν για να τις προσέξουν. Περνώντας μπροστά από τον κόσμο που κάθεται ήσυχα έξω από ένα καφενείο, η ενέργειά τους διπλασιάζεται - "Μη μας κοιτάτε!" Με βλέμμα δολοφονικό, διατάζουν τους (σαστισμένους) άνδρες που βρίσκονται εκεί, να κοιτάξουν αλλού, σαν να επρόκειτο να βλάψει την προσωπικότητά τους το γεγονός και μόνο ότι τις κοιτούσαν. Το θέαμα είναι παράλογο, αλλά ενδεικτικό: ξεκινώντας από την αρχή ότι το "ανδρικό βλέμμα" (male gaze) είναι στην ουσία βλέμμα αρπακτικού - ένα βλέμμα που σε ξεγυμνώνει -, μερικές γυναίκες το ταυτίζουν με μια αφόρητη μορφή κυριαρχίας.


Θα μπορούσαμε να το διακωμωδήσουμε ή να ανησυχήσουμε, αναλόγως. Γεγονός είναι πάντως ότι, χρόνο με το χρόνο, οι ευαισθησίες οξύνονται. Αυτό που μας φαινόταν φυσιολογικό πριν από 30 χρόνια γίνεται τώρα σκανδαλώδες, σε σημείο να εκπλησσόμαστε- κοιτάζοντας πίσω τη δική μας ζωή - που έχουμε υποστεί αδιαμαρτύρητα (και χωρίς συνέπειες) τρόπους μεταχείρησης που τώρα αποτελούν ποινικά αδικήματα. Την εποχή εκείνη, δεν ήταν πολύ σοβαρό. Τώρα, αυτό είναι μία "βία". Σε ένα συναρπαστικό άρθρο - Ιστορία της σεξουαλικής βίας, ιστορία του ατόμου (που δημοσιεύθηκε στο συλλογικό τόμο Ιδιωτικότητες σε κίνδυνο), ο ιστορικός Georges Vigarello καταλήγει στην ίδια διαπίστωση: η έννοια της βίας γίνεται όλο και πιο εξειδικευμένη, μέσα από τις νομικές αλλαγές που αντικατοπτρίζουν την αυξανόμενη, σχεδόν σχιζοφρενική, ανησυχία μας για την προστασία της ατομικής ελευθερίας. Αλλά μέχρι που μπορεί να οδηγήσει αυτή η ανησυχία;

 

Ας δούμε, λέει, δύο παρόμοιες περιπτώσεις βιασμού. Το 1828, το δικαστήριο της Besançon καλείται να δικάσει τον επονομαζόμενο Gaume, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος τον ύπνο της "γυναίκας Fallard", την έκανε να νομίζει ότι ήταν ο σύζυγός της, επιτελώντας έτσι την "πράξη του γάμου". Αποκαλύπτεται και καταγγέλλεται το πρωί. Πρόκειται για βιασμό; Οι δικαστές παραδέχονται ότι η γυναίκα εξαπατήθηκε, αλλά αρνούνται να θεωρήσουν ένοχο τον Gaume για τον λόγο ότι δεν κατέφυγε στη βία. "Το σφάλμα ή η έλλειψη συγκατάθεσης δεν συνοδεύτηκε από βία". Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, επαναλαμβάνονται τα ίδια. Το 1857, το Ανώτατο Δικαστήριο πρέπει να δικάσει έναν κάποιον Dubas που εισήλθε νύχτα στο κρεβάτι μιας γυναίκας, στην Nancy, προσποιούμενος τον σύζυγός της... και λαμβάνοντας ό, τι ήθελε, ώσπου να καταλάβει εκείνη το λάθος της, να φωνάξει, να αντισταθεί και να υποβάλει μήνυση. Αυτή τη φορά, οι δικαστές κατέληξαν στον βιασμό, "επειδή το έγκλημα αυτό συνίσταται στην κακοποίηση ενός ατόμου ενάντια στη θέλησή του". 

 

Το 1828, οι δικαστές ορίζουν τον βιασμό ως μία σεξουαλική επαφή που συνοδεύεται από σωματική βία. Το 1857, οι δικαστές εφευρίσκουν την έννοια της ηθικής βίας, την οποία ορίζουν ως ένα μέσο επίτευξης του σκοπού "παρά τη θέληση του θύματος". Η αυξανόμενη σημασία που δίδεται στην έννοια της ατομικής ελευθερίας "οδηγεί πολύ γρήγορα, κατά τη διάρκεια του αιώνα, σε μία επανεξέταξη των αποτελεσμάτων της επιβολής ποινών", εξηγεί ο Georges Vigarello ο οποίος παραθέτει το Λεξικό Larousse του 1876: "Υπάρχει βιασμός κάθε φορά που η ελεύθερη βούληση του θύματος καταργείται. " Ο σκοπός είναι, με την αναδιάταξη του νόμου, να προστατευθεί το δικαίωμα των ατόμων στην αυτοδιάθεση. Το έχουμε εμπεδώσει καλά στο σύστημα αξιών μας: η ανησυχία αυτή μας φαίνεται φυσιολογική. Ομοίως, θεωρούμε απολύτως σωστό να  απαγορεύει ο νόμος σε οποιονδήποτε να αγγίξει το φύλο μας ή να φιλήσει (χωρίς άδεια) τα στήθη μας. Η υπόθεση Soraya, για παράδειγμα...

 


Όλοι το θυμούνται. Στις 14 Οκτωβρίου 2016, ο παρουσιαστής Cyril Hanouna ενθάρρυνε τον χρονικογράφο του, τον Jean-Michel Maire, να φιλήσει την Soraya Riffy. Εκείνη αρνείται δύο φορές: "Είπα όχι". Ο Cyril Hanouna την ρωτάει "για ποιό" λόγο", σαν να μην ήταν αρκετό να μην θέλει. Ψέλλισε μια δικαιολογία, η οποία ενθαρρύνει τον Hanouna να επιμείνει ακόμη πιο φορτικά. Ο Jean-Michel Maire τελικά σκύβει πάνω της, "μόνο ένα φιλάκι" (λέει), και της φιλάει το στήθος ενώ εκείνη τείνει το μάγουλό της. Τον Ιανουάριο του 2018, η Soraya Riffy υπέβαλε μήνυση. Αυτό που ισχύει στη Γαλλία από το 1992, είναι ότι θεωρείται ως έγκλημα σεξουαλικής παρενόχλησης και τιμωρείται "κάθε σεξουαλική επίθεση [με άγγιγμα στους γλουτούς, το στήθος ή το φύλο] που διαπράττεται με τη βία, τον εξαναγκασμό, την απειλή ή τον αιφνιδιασμό" (άρθρο 222-22 του Ποινικού κώδικα). Στην περίπτωση της Soraya, το φιλί αποκτήθηκε σαφώς από αιφνιδιασμό.

 

Πολλοί θεατές (άνδρες και γυναίκες) εξανέστησαν με αυτό το τηλεοπτικό "ολίσθημα". "Η αυξημένη αυτονομία καθιστά ολοένα και πιο απαράδεκτες μια σειρά από συμπεριφορές που επιβάλλονται μονομερώς, βασισμένες σε μια ασυμμετρία των σχέσων, και μετατρέποντας σε απαράδεκτη βιαιότητα κάτι που μπόρεσε για πολύ καιρό να είναι σιωπηρά "αποδεκτό". Από εκεί πηγάζει και η ριζική αμφισβήτηση συμπεριφορών, χειρονομιών, στάσεων, λέξεων που υποτίθεται ότι ασκούν βία πάνω στο θύμα ή στοχεύουν στην ταπείνωσή του, και που ως τώρα τα υπόμεινε κανείς αόριστα ή σιωπηρά", σχολιάζει ο Georges Vigarello. Η απαίτηση είναι εξάλλου τόσο έντονη ώστε, τα τελευταία χρόνια, ο νόμος για τις σεξουαλικές επιθέσεις συνεχώς προσαρμόζεται, ώστε να απαγορεύονται όλες οι καταχρήσεις, ακόμα και οι πιο επουσιώδεις (ή ηλίθιες, αναλόγως). Από το 2012, ο ορισμός της σεξουαλικής παρενόχλησης έχει διευρυνθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε τώρα περιλαμβάνει τις επικίνδυνα αόριστες έννοιες της "αξιοπρέπειας" και της "προσβολής".

 

"Η σεξουαλική παρενόχληση συνίσταται στην επανειλημμένη επιβολή σε ένα άτομο λέξεων ή συμπεριφορών σεξουαλικού χαρακτήρα που είτε προσβάλλουν την αξιοπρέπειά του εξαιτίας του εξευτελιστικού ή ταπεινωτικού τους χαρακτήρα, είτε δημιουργούν μια εκφοβιστική κατάσταση απεναντί του, εχθρική ή προσβλητική." Πρόβλημα: αν ένας άνδρας, με το πρόσχημα ότι επιθυμεί να μου δείξει φωτογραφίες από τις διακοπές του, με αφήνει να δω μια γυμνή φωτογραφία του, θα πρέπει να αισθανθώ προσβεβλημένη; Ας αντιστρέψουμε το πρόβλημα: εάν μια γυναίκα θέλει να πηγαίνει σε γυμναστήριο για να ευφραίνονται τα μάτια της με τους bodybuilders, είναι εξευτελιστικό; Αν το δούμε κυριολεκτικά, το κείμενο του νόμου που ορίζει τη σεξουαλική παρενόχληση ανοίγει το πεδίο σε όλες τις πιθανές καταγγελίες, επιτρέπει κάθε υπερβολική θυματοποίηση. Είναι εξάλλου ενδεικτικό ότι ορισμένες εφαρμογές ενθαρρύνουν τώρα τον κόσμο να καταγγέλνει το "βλέμμα" ως μορφή σεξουαλικής παρενόχλησης.

 

Στη Λωζάνη, από τον Νοέμβρη του 2019, μια εφαρμογή σου επιτρέπει να "αναφέρεις" στην αστυνομία όλες τις μορφές σεξουαλικής κακής συμπεριφοράς, όπως: το "σφύριγμα", την "παρατήρηση σεξουαλικής / σεξιστικής φύσης", τους "θορύβους, τις άσεμνες χειρονομίες", τους "εφαψίες", και ... πάνω πάνω στη λίστα, το "επίμονο βλέμμα". Αυτό μπορεί να φαίνεται νόμιμο, βέβαια. Στον ιστότοπο "Paye ta shnek", μία συνομιλήτρια  λέει: "κάποιοι συνάδελφοι του πατριού μου κάθονται πολύ συχνά μπροστά από το σπίτι, χασομερώντας, και μόλις περνάω με κοιτάνε από πάνω μέχρι κάτω, και ακόμα κι όταν γυρίζω και τους κοιτάω κατάματα εκνευρισμένη, αυτοί συνεχίζουν και είναι πολύ δυσάρεστο..." Το βλέμμα, κάτω από αυτές τις συνθήκες, μπορεί πραγματικά να τρομοκρατεί. Αλλά είναι καλό πράγμα να τιμωρείται από το νόμο; Όπως επισημαίνει ο Georges Vigarello, αυτή η "επιθυμία του επανακαθορισμού της κάθε πράξης κατάχρησης και κυριαρχίας μέσω της εισαγωγής του νόμου" αποδυναμώνει περισσότερο τα άτομα απ' ότι τα προστατεύει. Σε κάθε περίπτωση, εκφράζει σίγουρα μια μορφή συλλογικού πανικού απέναντι στα αδύνατα προστάγματα της κοινωνίας μας.

 

Η κοινωνία απαιτεί να είμαστε ελεύθερα και αυτόνομα άτομα, με δική μας αυτοδιάθεση. Η σημερινή προπαγάνδα (η οποία καθαγιάζει την "ατομική ελευθερία" με τη μορφή μιας ελευθερίας επιλογής που περιορίζεται στον καταναλωτισμό) μας ενθαρρύνει να καταγγέλνουμε κάθε πράξη που μας κάνει παθητικά "αντικείμενα" και να καταδικάζουμε οποιαδήποτε εικόνα που δείχνει τον άνθρωπο ως "αντικείμενο" επιθυμίας. Στο σύστημα της σκέψης μας, το "αντικείμενο" είναι κάτι το κακό. Μόνο το "υποκείμενο" είναι σεβαστό. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορούμε να ελέγχουμε τα πάντα στη ζωή: είναι αδύνατο να αναγκάσουμε τους ανθρώπους να μας δουν (να μας αντιληφθούν) όπως θέλουμε να μας βλέπουν (να μας κρίνουν). Τι γίνεται αν κάποιος έχει μία εικόνα για μένα που δεν ταιριάζει με αυτή που θα ήθελα να παροθσιάσω; Να υποβάλλω μήνυση για "προσβολή" στη θέλησή μου;

 

Μέχρι που μπορούν να φτάσουν αυτοί οι νόμοι που καταστέλλουν, με όλο και περισσότερη ακρίβεια, όλα αυτά τα πράγματα που μας ασκούν "βία" από τη στιγμή που δεν τα επιλέξαμε; 'Οσο εμμένει στη νομιμότητα των νόμων που προστατεύουν τα άτομα, άλλο τόσο καταγγέλει ο Georges Vigarello το γεγονός ότι αυτοί οι νόμοι δεν ήταν ποτέ παρά στρεβλωτικοί καθρέφτες των εμμονών μας. Στη Δύση, είμαστε εμμονικοί με την ιδέα ότι πρέπει να ασκούμε την εξουσία της λήψης αποφάσεων. Θέλουμε να αποφασίζουμε για τα πάντα: για την εμφάνισή μας, το σώμα μας, την εικόνα μας, το πεπρωμένο μας και ακόμη και τα περιεχόμενα στα οποία είμαστε εκτεθειμένοι (δείτε τη μόδα με τις "αναφορές" στο διαδίκτυο, που επιτρέπουν τη διαγραφή όλων των "περιεχομένων που κρίνονται ως ακατάλληλα"). "Εξού και ο πιθανός ίλιγγος, του οποίου η αμερικανική κοινωνία γίνεται ένα ακραίο παράδειγμα, αν όχι μία ακραία καρικατούρα, ένα μοντέλο που απεικονίζει μια ακόμη μεγαλύτερη πρόοδο του νόμου στις ιδιωτικές χειρονομίες μέχρι το σημείο να τιμωρεί μερικές φορές απλώς και μόνο την "σεξουαλική πρόθεση" ή το "visual harassment "(το πολύ επιθετικό βλέμμα πάνω σε κάποιον)."

Agnès Giard

 

Μτφ. Σ.Σ.

 

Συγγραφέας βιβλίων, δημοσιογράφος με διδακτορικό στην ανθρωπολογία, η Agnès Giard εργάστηκε για πρώτη φορά πάνω στις νέες τεχνολογίες, αντεργκράουντ καλλιτέχνες και την ιαπωνική λαϊκή κουλτούρα, προτού στρέψει το ενδιαφέρον της στις σεξουαλικότητες. Το 2000, έγινε ανταποκρίτρια του ιαπωνικού περιοδικού SM Sniper με το οποίο συνεργάστηκε για περισσότερα από δέκα χρόνια. Το 2003, δημοσίευσε ένα βιβλίο τέχνης στην Ιαπωνία: το Fetish Mode, και στη συνέχεια ξεκίνησε μια σειρά από έρευνες που δημοσιεύτηκαν σε συνεργασία με σύγχρονους Ιάπωνες καλλιτέχνες όπως οι Tadanori Yokoo, Makoto Aida, Toshio Saeki κ.α. Το πρώτο της βιβλίο, Το ερωτικό φαντασιακό στην Ιαπωνία, μεταφρασμένο στα ιαπωνικά, κατατάσσεται 4ο σε πωλήσεις ξένων βιβλίων. Ακολουθήσε ένα λεξικό (Λεξικό του έρωτα και της ηδονής στην Ιαπωνία) κι έπειτα ένα βιβλίο design που κατέγραφε παράξενα λατρευτικά αντικείμενα, gadgets και sextoys (Αντικείμενα της επιθυμίας στην Ιαπωνία). Ακολούθως, η Agnès Giard δημοσιεύει, χάρη στη Villa Kujoyama, μια κριτική ανθολογία: τις Ιστορίες αγάπης στην Ιαπωνία. Από τους ιδρυτικούς μύθους στους σύγχρονους θρύλους. Το 2016, το τελευταίο της βιβλίο, Μια ανθρώπινη επιθυμία - καρπός τριών ετών έρευνας στο πλαίσιο ενός διδακτορικού - εστιάζει στις ερωτικές κούκλες... ένα προοίμιο της νέας της έρευνας σχετικά με τις συσκευές ερωτικής προσομοίωσης στην Ιαπωνία. Η Agnès Giard είναι τώρα ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού Nanterre (εργαστήριο Sophiapol) και μεταδιδακτορική ερευνήτρια στην ευρωπαϊκή ερευνητική ομάδα EMTECH (Συναισθηματικές μηχανές), στο Freie Universität Berlin. Διαθέτει το δικό της μπλογκ Les 400 culs στη γαλλική εφημερίδα Libération.

Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ