H ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ μετατράπηκε από τέμενος σε μουσείο κατόπιν απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου του 1934, με εντολή του Κεμάλ Ατατούρκ. Ωστόσο, δεν είναι η πρώτη φορά που η συζήτηση αυτή κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα της γειτονικής χώρας. Πριν από κάποια χρόνια, ο Γιουσούφ Χαλακόγλου, βουλευτής του εθνικιστικού κόμματος MHP, είχε πυροδοτήσει πάλι τα αμφιλεγόμενα επιχειρήματα περί πλαστογραφίας της υπογραφής του Κεμάλ Ατατούρκ, κάτι που σήμερα εξακολουθούν να ισχυρίζονται δύο μη κυβερνητικές οργανώσεις.


Την ίδια στιγμή, η επιθυμία του Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τέμενος έρχεται να προστεθεί σε ένα ντόμινο ενεργειών που έχουν πυροδοτήσει ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο. Η αμφισβητούμενη συμφωνία με τη Λιβύη, η κατευθυνόμενη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών, η ρήξη με τη Γαλλία, ο χάρτης των τουρκικών διεκδικήσεων, η πολιτική των παραβιάσεων στο Αιγαίο, οι γεωτρήσεις και η αυξανόμενη επιθετικότητα συνθέτουν το πλαίσιο του μεγαλοϊδεατισμού του Τούρκου Προέδρου.


Ήδη, πολλοί επισημαίνουν ότι οι επόμενες μέρες θα είναι κρίσιμες, ενώ αναμένονται πρωτοβουλίες από πλευράς Ε.Ε. και ΗΠΑ προς την Τουρκία, έτσι ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο μιας κρίσης. Μάλιστα, στο ίδιο μήκος κύματος εντάσσεται και η τηλεφωνική επικοινωνία μεταξύ του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του Τούρκου Προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, η οποία θεωρήθηκε μια κίνηση εκτόνωσης.

 

Παράλληλα, η Γερμανία, που έχει την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αυτό το εξάμηνο, έχει προβεί στην αναζήτηση λύσεων για την εξισορρόπηση της κατάστασης, ενώ οι ευρωτουρκικές σχέσεις στο πλήρες εύρος τους θα συζητηθούν στη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. στις 13 Ιουλίου. Όλα αυτά, φυσικά, λίγες μέρες πριν από την 15η Ιουλίου, οπότε συμπληρώνονται τέσσερα χρόνια από το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν.

 

Η εύρεση φυσικού αερίου, αντί να οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση του κυπριακού, οδήγησε σε αυξανόμενη τουρκική επιθετικότητα και κατάφωρες παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Πώς εξηγείται, λοιπόν, η στάση της Τουρκίας; Πού αποσκοπεί; Ποια είναι η στάση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και με ποια διλήμματα θα βρεθεί αντιμέτωπη η χώρα μας;


«Να το θέσω απλά. Η Λιβύη είναι η χώρα που "ξεκλειδώνει" την πόρτα, προκειμένου η Τουρκία να πετύχει πλήρη προβολή της στρατιωτικής της ισχύος στη Μεσόγειο. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η Άγκυρα προσεγγίζει την Τρίπολη στρατηγικά και δεν διαθέτει την πολυτέλεια να υποστεί ήττα. Δεν το αντέχει, διότι το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο για την ευόδωση των γεωπολιτικών της φιλοδοξιών.

 

Ειδικότερα, ο συνδυασμένος αντίκτυπος των δύο τουρκολιβυκών μνημονίων συντελεί στην ενεργοποίηση ενός "γεωπολιτικού βατήρα" πολλαπλών χρήσεων (εντός και εκτός Λιβύης, σε μια ήπειρο που αποτελεί την τελευταία μεγάλη αγορά του πλανήτη), υπερπηδώντας τόσο την Αίγυπτο και την Ελλάδα όσο και, υπό προϋποθέσεις στο μέλλον, τον 6ο Στόλο των ΗΠΑ. Επιπλέον, αν και εντοπίζονται αρκετές διαφορές, η Τουρκία μελέτησε καλά τη Ρωσία στη Συρία και, αξιοποιώντας την εκ νέου απουσία ή/και τον κατακερματισμό της Δύσης, στοχεύει στην ανάδειξή της σε πρωταρχικό ισορροπιστή» επισημαίνει στη LiFO o αναπληρωτής καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης και ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, Σωτήρης Σέρμπος.


Και συμπληρώνει: «Αποκτώντας πρόσβαση στη Μεσόγειο, η Τουρκία κατακτά διαπραγματευτική ισχύ. Επιχειρώντας μακριά από το έδαφός της και με την ιδιότητα της εκστρατευτικής δύναμης, η Άγκυρα στέλνει μήνυμα στην Ουάσινγκτον: "Κοίταξε τι κάνω, μπορώ να εγγυηθώ την ασφάλεια της περιοχής και να είμαι ο τοποτηρητής". Και εδώ ακριβώς ‒παραμένοντας οι μεγάλοι παίκτες‒ τοποθετείται το μεγάλο και μακροπρόθεσμο ερώτημα προς τους Αμερικανούς.

 

Τελικά, τι θέλουν να γίνει με την Τουρκία; Πώς αντιλαμβάνονται τον ρόλο της στην εποχή της ισορροπίας δυνάμεων ανά παγκόσμια περιφέρεια; Μέχρι πού θεωρούν πως μπορούν να της επιτρέψουν να προχωρήσει; Σε βάθος χρόνου, ενδέχεται ν' αποτελέσει απειλή για τα συμφέροντά τους ή όχι; Για παράδειγμα, αν μελλοντικά, και στο πλαίσιο της στρατηγικής της αυτονομίας, σημειωθεί μεγαλύτερη σύμπλευση Άγκυρας-Μόσχας, ποιος θα ανακόψει μια πιθανή κάθοδο ρωσικών δυνάμεων από τα Δαρδανέλια; Η Ελλάδα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί. Αλλά και προτού φτάσουμε σε αυτή την υπόθεση εργασίας, αν η Τουρκία καταφέρει να εισέλθει στη Μεσόγειο, πώς ακριβώς θα εκδιωχθεί από κει;

 

Μια αλλαγή αμερικανικής διοίκησης ασφαλώς και θα δημιουργήσει ευνοϊκότερες προϋποθέσεις για την ανάπτυξη μιας κοινής διατλαντικής ατζέντας, εκπονώντας μια ώριμη και μακρόπνοη στρατηγική ως προς τον ανταγωνισμό των μεγάλων δυνάμεων και τον ρόλο των μεσαίων, όπως η Τουρκία. Σήμερα λείπει αυτό που ονομάζουμε "think big" εκ μέρους της Δύσης».

 

H επιθυμία του Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τέμενος έρχεται να προστεθεί σε ένα ντόμινο ενεργειών που έχουν πυροδοτήσει ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο.
H επιθυμία του Ταγίπ Ερντογάν να μετατρέψει την Αγία Σοφία σε τέμενος έρχεται να προστεθεί σε ένα ντόμινο ενεργειών που έχουν πυροδοτήσει ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο.


Τι σηματοδοτεί η ρήξη Τουρκίας-Γαλλίας; Ο κ. Σέρμπος απαντά: «Ξέρετε, τους τελευταίους μήνες, με την Άγκυρα να εισέρχεται στα χωράφια του Παρισιού, γίνεται πολλή κουβέντα για τον ρόλο της Γαλλίας στην ανάσχεση των τουρκικών σχεδίων. Η διαφορά μεταξύ των δύο χωρών είναι πως η Τουρκία είναι διατεθειμένη να παίξει όλα τα παιχνίδια, ενώ η Γαλλία δεν είναι. Αυτό καθιστά τους Τούρκους περισσότερο αξιόπιστους και πιο σίγουρους (με υπέρμετρο βαθμό αυτοπεποίθησης) πως δεν θα κάνουν πίσω. Το ευρύτερο πρόβλημα με τους Γάλλους είναι πως στο τέλος της ημέρας δεν ρισκάρουν, άρα δεν φέρνουν εις πέρας τη δουλειά. Τις επόμενες εβδομάδες θα δούμε εάν κάτι θ' αλλάξει συνολικά μέσω της ΕΕ.».

 

Καταλήγοντας όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά, προσθέτει: «Ως πρωθυπουργός, τα πρώτα χρόνια της θητείας του ο Ταγίπ Ερντογάν ήταν διατεθειμένος να συζητήσει για όλα. Σήμερα, ο Τούρκος Πρόεδρος είναι αποφασισμένος να διαπραγματευτεί πάνω σε όλα, υλοποιώντας ένα σχέδιο που δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν οι κεμαλιστές. Ασφαλώς και δεν κύλησε υπέρ μας ο χρόνος. Δεν ασχοληθήκαμε σε βάθος με την Τουρκία κι έτσι οδηγηθήκαμε σε εσφαλμένες εκτιμήσεις ως προς την κατεύθυνση που θα ακολουθούσε μια ανερχόμενη δύναμη.

 

Εδώ και μία δεκαετία η χώρα έχει αλλάξει πίστα. Έχει περάσει το κατώφλι, προχωρώντας σ' ένα άλμα, κι αυτό είναι μη αναστρέψιμο, τόσο σε ισχύ όσο και ευρύτερα σε γεωπολιτικό μέγεθος, με σημαντικά περιθώρια περαιτέρω εκσυγχρονισμού. Κατά συνέπεια, σε μια μεταβατική περίοδο που προκρίνονται οι περισσότερο ευέλικτες και άτυπες διευθετήσεις στην επίλυση προβλημάτων, η διατήρηση του status quo για την Ελλάδα θεωρείται κάθε άλλο παρά δεδομένη».

 


 

Από την πλευρά του, ο Σωτήρης Ρούσσος υποστηρίζει ότι χρειάζεται αλλαγή στο GPS της εξωτερικής μας πολιτικής. Και εξηγεί: «Είχαμε συνηθίσει να αναλύουμε την ευρύτερη περιοχή μας με μια σειρά από σταθερές. Η πρώτη από αυτές ήταν η συνεχής παρουσία και η δυνατότητα άμεσης παρέμβασης, διπλωματικής και στρατιωτικής, της υπερδύναμης. Δεύτερον, η ύπαρξη μια σειράς ισχυρών κρατών στην ανατολική Μεσόγειο που, αν και τις περισσότερες φορές είχαν αντικρουόμενα συμφέροντα, διατηρούσαν ισορροπία και σταθερότητα στην περιοχή. Τρίτον, η διευρυμένη σύνδεση της Ε.Ε. με την περιοχή με τη διαδικασία ένταξης της Τουρκίας στην Ένωση και την είσοδο της Κύπρου στην Ε.Ε. αλλά και με πρωτοβουλίες που δεν επιβίωσαν, όπως η Ευρωμεσογειακή Συνεργασία και άλλες.

 

Η πιο πρόσφατη σταθερά αφορούσε την ύπαρξη μεγάλων και εκμεταλλεύσιμων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και της Ελλάδας. Τα κοιτάσματα αυτά όχι μόνο θα πρόσφεραν άφθονο πλούτο στο νησί αλλά, κυρίως, θα ανάγκαζαν την Τουρκία και τους Τουρκοκύπριους να καθίσουν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την επίλυση του κυπριακού, ώστε να μη χάσουν το μερίδιο του πλούτου που τους αναλογεί».

 

«Όλες αυτές οι σταθερές, παλαιότερες και νεότερες, έχουν ανατραπεί», λέει ο κ. Ρούσσος και υποστηρίζει: «Οι ΗΠΑ δείχνουν απρόθυμες να εμπλακούν αποφασιστικά στις κρίσεις της ανατολικής Μεσογείου, στη Συρία, στη Λιβύη ή στον σκληρό ανταγωνισμό για τις ΑΟΖ στην περιοχή αυτή. Η στρατηγική των ΗΠΑ στην ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή ουσιαστικά έχει καταληφθεί από ένα και μόνο θέμα, την "ιρανική απειλή". Μοιάζει η αμερικανική στρατηγική να έχει πλήρως υιοθετήσει τις προτεραιότητες ασφαλείας και τις θεωρήσεις περί απειλής του Τελ Αβίβ και του Ριάντ.

 

Στην πραγματικότητα, εδώ και περίπου τριάντα χρόνια η καθεστηκυία αμερικανική στρατηγική σκέψη αναζητά τρόπους να αποδεσμεύσει δυνάμεις από τη Μέση Ανατολή για να δυναμώσει την παρουσία της στην Ανατολική Ασία απέναντι στην Κίνα. Το γεγονός ότι οι τρόποι που επέλεξε πολλές φορές την έριχναν πιο βαθιά στην κινούμενη άμμο της Μέσης Ανατολής δεν αναιρεί τη βασική προτεραιότητα αποδέσμευσης.

 

Μετά τις αραβικές εξεγέρσεις του 2011 σημαντικά κράτη-κλειδιά για την περιφερειακή ισορροπία είτε κατέρρευσαν, όπως στην περίπτωση της Συρίας και της Λιβύης, είτε αποδυναμώθηκαν σημαντικά, όπως στην περίπτωση της Αιγύπτου. Αυτή η αλλαγή, σε συνδυασμό με την "αποχώρηση" της υπερδύναμης, δίνει την ελευθερία σε ισχυρές δυνάμεις, όπως η Τουρκία, να διεκδικήσουν τον ρόλο του περιφερειακού ηγεμόνα.

 

Από την άλλη πλευρά, και ο ρόλος της Ε.Ε. βαίνει μειούμενος. Η τουρκική ενταξιακή διαδικασία πνέει τα λοίσθια, ενώ υπάρχει σημαντική απόσταση ανάμεσα στη Γερμανία και στη Γαλλία για τον χειρισμό των ηγεμονικών βλέψεων της Τουρκίας σε περιοχές που θεωρούνταν προνομιακός χώρος επιρροής ευρωπαϊκών δυνάμεων, όπως η Βόρεια Αφρική.


Τέλος, οι υδρογονάνθρακες στην ανατολική Μεσόγειο και ιδιαίτερα στην ΑΟΖ της Κύπρου αποδείχθηκαν πολύ λιγότερο πλούσιοι του αναμενομένου και τώρα, με την κατακόρυφη πτώση της τιμής τους, οι μεγάλες εταιρείες αναστέλλουν τη δραστηριότητά τους στην περιοχή. Από την άλλη πλευρά, η εύρεση φυσικού αερίου, αντί να οδηγήσει σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση του κυπριακού, οδήγησε σε αυξανόμενη τουρκική επιθετικότητα και κατάφωρες παραβιάσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας.


Συμπερασματικά, οι σταθερές στις οποίες στηριζόταν το GPS της εξωτερικής μας πολιτικής έχουν από καιρό αλλάξει και όσο τις ακολουθούμε, τόσο θα φτάνουμε σε λάθος προορισμό».