Προσπαθώντας, για τις ανάγκες αυτού του αφιερώματος, να σκεφτώ το φαγητό που μου φέρνει δάκρυα στα μάτια, κατάλαβα πόσο λίγο στέκομαι στους πρωτότυπους συνδυασμούς γεύσεων, στην ιδιαίτερη υφή, στην ευφάνταστη παρουσίαση. Είναι, βεβαίως, πάρα πολύ ωραία όλα αυτά και τα εκτιμώ όποτε τα συναντώ, αλλά, ως τώρα, δεν με έκαναν ποτέ να δακρύσω. Μήπως μου λείπει κάτι; Μια σχέση με την αίσθηση της γεύσης που θα μου επέτρεπε να συγκινούμαι βαθιά με αυτή την πράξη μετατροπής μιας βασικής ανθρώπινης ανάγκης σε τέχνη; Μήπως δεν είμαι αρκετά γκουρμέ; Ίσως.

 

Υπήρξε ωστόσο μία και μοναδική φορά που δάκρυσα δοκιμάζοντας ένα πιάτο και οι λόγοι ήταν αυτοί ακριβώς που περιγράφει ο Μαρσέλ Προυστ στο Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο, μιλώντας για την περίφημη μαντλέν: «Αλλά τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού, άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε ξαφνικά κάνει τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ακίνδυνες τις καταστροφές της, ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που επενεργεί ο έρωτας, πλημμυρίζοντάς με μια πολύτιμη ουσία: ή, μάλλον, η ουσία αυτή δεν ήταν μέσα μου, ήμουν εγώ. Είχα πάψει να νιώθω τον εαυτό μου μέτριο, τυχαίο, θνητό. Από πού μπορούσε να μου έρχεται αυτή η έντονη χαρά; Αισθανόμουν πως ήταν συνυφασμένη με τη γεύση του τσαγιού και του γλυκού αλλά και πως την ξεπερνούσε απεριόριστα, πως δεν μπορούσε να είναι της ίδιας φύσης. Από πού ερχόταν;».

 

Είχα πάψει να νιώθω τον εαυτό μου μέτριο, τυχαίο, θνητό. Από πού μπορούσε να μου έρχεται αυτή η έντονη χαρά; Αισθανόμουν πως ήταν συνυφασμένη με τη γεύση του τσαγιού και του γλυκού αλλά και πως την ξεπερνούσε απεριόριστα, πως δεν μπορούσε να είναι της ίδιας φύσης.

 

Η διαφορά στο δικό μου συναίσθημα ήταν ότι εγώ αναγνώρισα αμέσως από πού ερχόταν αυτό το καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Βρισκόμουν σε μια ταβέρνα στη Σκύρο, τον τόπο της γιαγιάς μου, ξαφνικά έτρωγα το κοκκινιστό της κοτόπουλο, μαγειρεμένο από μια μαγείρισσα που ήταν στην ηλικία μου και είχε το όνομα που μοιραζόμασταν εγώ και η γιαγιά, ήμουν ξανά οκτώ χρονών, είχα γυρίσει από το σχολείο, καθόμουν στο μικρό τραπέζι της κουζίνας της και δεν θυμάμαι πια τι συνόδευε το πιάτο αυτό, πατάτες, μακαρόνια, χυλοπίτες, μόνο αυτό το κοτόπουλο με την πηχτή, μοσχομυριστή, κόκκινη σάλτσα του, που με αιφνιδίασε τόσο πολύ και ήταν ο αιφνιδιασμός, νομίζω, που έκανε τα δάκρυα να τρέξουν.

 

Δεν πιστεύω ότι μπορεί να σε συγκινεί συστηματικά, μέχρι δακρύων, ένα συγκεκριμένο πιάτο. Μόνο η αναπάντεχη σωματική, αισθητηριακή μνήμη ανοίγει τόσο αποφασιστικά το φράγμα της καθημερινότητας και επιτρέπει να συντελεστεί αυτή η μεταβολή που μετατρέπει, ξαφνικά, μια κοινή τροφή σε μετάληψη.

 

Η Μυρσίνη Γκανά είναι μεταφράστρια και μόλις κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή.