Γίνεται να συμπαθήσεις έναν άνθρωπο προτού τον γνωρίσεις; Ναι, εγώ την Εύα. Ανοίγει την πόρτα και είναι σαν να την ξέρω από πάντα. Το σπίτι της είναι όπως κι εκείνη: αναπάντεχο, γεμάτο τέχνη, ταξίδια και κάτι από την ήσυχη δύναμή της.
Αν μου έλεγαν ότι πάνω στην πολύβουη Πατησίων θα υπήρχε ένα τόσο προνομιακό ρετιρέ, δεν θα το πίστευα. Έχει άνοιγμα στο ύψος της ΑΣΟΕΕ και από το μπαλκόνι φαίνεται στο βάθος η Ακρόπολη. Το φως γλιστρά πάνω στα ξύλινα πατώματα και η μουσική αλλάζει διαρκώς – τζαζ, Japanese ambient. Πίνω γιαπωνέζικο καφέ, ενώ η Εύα, χωρίς ίχνος επιτήδευσης, προσφέρει μια φροντίδα που τη λες και στοργή.
Το εντυπωσιακό είναι ότι όλα τα κάνει αβίαστα και της προκύπτουν με απέραντη φυσικότητα – το ίδιο και η τέχνη της. Για λίγο, τόσο εγώ όσο και ο Πάρις, ο φωτογράφος, ξεχνιόμαστε και νιώθουμε πως δεν είμαστε στην Αθήνα. Της το λέμε. Αυτό το διαμέρισμα θα μπορούσε να είναι loft στο Βερολίνο, θα μπορούσε να βρίσκεται στο Τόκιο ή να είναι σπίτι καλλιτέχνη στο Σαν Φρανσίσκο. Είναι γεμάτο με τις εγκαταστάσεις της, με βιβλία, έργα και ίχνη ανθρώπων που της άφησαν κάτι δικό τους ως παρακαταθήκη.
Το σπίτι δεν έγινε ποτέ interior project. Δεν είναι καθόλου σαν αυτά τα αποστειρωμένα σπίτια που μοιάζουν έτοιμα για φωτογράφιση. Εδώ όλα μετακινούνται συνέχεια. Τα έπιπλα, τα έργα, οι καναπέδες, τα αντικείμενα.
Τη ρωτάω πώς της έλαχε αυτή η art deco πολυκατοικία. Μαθαίνω ότι ήταν κάποτε το δικηγορικό γραφείο του πατέρα της. Τότε είχε βιβλιοθήκες, γραφεία, δικηγόρους, άλλη ενέργεια. Εκείνη όμως το θυμάται αλλιώς. Το θυμάται κλειστό το βράδυ, άδειο και σχεδόν μυστικό. Στα φοιτητικά της χρόνια ερχόταν εδώ μετά από βραδινές κραιπάλες, λέει γελώντας. Κοιμόταν στο μικρό δωμάτιο για να μη γυρίζει νύχτα στα Βόρεια. Έτσι, το σπίτι είχε κάτι το φοιτητικό. «Η καβάντζα μου στο κέντρο», χαμογελάει.
Στο σπίτι της υπάρχει ακόμα μια νεανική ενέργεια. Δεν βρίσκω τίποτα «καθωσπρέπει». Έχει κάτι μποέμικο, κάτι βαθιά αθηναϊκό αλλά και διεθνές ταυτόχρονα. Λες και οι τόποι όπου έζησε, το Βερολίνο, το Τόκιο, η Καλιφόρνια, να έχουν αφήσει ίχνη στους τοίχους του. «Πώς πέρασε το γραφείο σε σένα;» τη ρωτάω. Το χαμογελαστό της πρόσωπο σκοτεινιάζει κάπως. «Έχασα νωρίς τον μπαμπά μου. Πιστεύω ότι μου το άφησε γιατί ήξερε ότι ήμουν καλλιτέχνης. Θα σκέφτηκε “χρειάζεται ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι της”».
Ωστόσο, για πέντε χρόνια μετά τον θάνατό του, δεν ήθελε να περάσει ούτε απ’ έξω. Αργότερα όμως αναθεώρησε. «Τι καλύτερο από έναν χώρο που έχει την ενέργειά του;» λέει και με συγκινεί. Το 2007 που μπήκε εδώ ήταν χρονιά-ορόσημο για εκείνη. Σαν να της έδωσε ώθηση το ίδιο το σπίτι. «Μετά από αυτό όλα άλλαξαν», λέει.
Το 2007 πηγαίνει για πρώτη φορά στην Ιαπωνία και κάπως έτσι ξεκινάει μια δεύτερη ζωή. Την Ιαπωνία την ερωτεύεται και ενώ πηγαίνει για επίσκεψη, μένει τελικά για μήνες. Έκτοτε επιστρέφει σχεδόν κάθε χρόνο. Κάνει τα χιλιόμετρά της, εκθέσεις στο Τόκιο, γκαλερί, ταξίδια. Μιλάμε για τις ανθισμένες κερασιές στο Κιότο που είδε πρόσφατα για πρώτη φορά, γιατί την κρατούσε συνήθως το Τόκιο. Πάντα όμως επιστρέφει στην Αθήνα.
Της αρέσει να ταξιδεύει. Για χρόνια ζούσε ανάμεσα σε διαφορετικές ηπείρους και διαφορετικές εκδοχές του εαυτού της. Κι όμως πάντα γύριζε εδώ, στην Πατησίων. «Αυτό είναι η άγκυρά μου», λέει. «Η σχέση μου με την Αθήνα είναι αυτό το διαμέρισμα».
Το σπίτι δεν έγινε ποτέ interior project. Δεν είναι καθόλου σαν αυτά τα αποστειρωμένα σπίτια που μοιάζουν έτοιμα για φωτογράφιση. Εδώ όλα μετακινούνται συνέχεια. Τα έπιπλα, τα έργα, οι καναπέδες, τα αντικείμενα, οι βεντάλιες από την Ιαπωνία αλλά και οι δικές της, που τις έφτιαξε για μια έκθεση.
Πολλά μικρά αντικείμενα τα βρήκε στον δρόμο, σε ταξίδια, σε υπαίθριες αγορές. Υπάρχουν και κάποια έπιπλα που τα βρήκε εδώ. «Δεν φτιάχνω σπίτια», μου λέει. «Απλώνω απλώς τη ζωή μου, σαν να ακουμπάω κάπου».
Το σπίτι αλλάζει όπως αλλάζει διάθεση και η ίδια. Το φως στις δύο το μεσημέρι μπαίνει θεατρικά από τα μεγάλα ανοίγματα και για κάποιες ώρες το διαμέρισμα γίνεται χρυσαφί. Οι σκιές των έργων πέφτουν πάνω στα παλιά πατώματα σαν σκηνές από ταινία των ’70s, με αυτό το ωραίο πορτοκαλί χρώμα.
Τη ρωτάω αν έκανε δραστικές αλλαγές. Κουνάει το κεφάλι της. Κράτησε σχεδόν τα πάντα όπως ήταν. Τα ξύλινα πατώματα, τα ανοίγματα, τα ψηλά ταβάνια. Μόνο το μπάνιο εμπιστεύτηκε στη φίλη της, την αρχιτεκτόνισσα Νεφέλη Παπαναγιώτου, γιατί της έχει απόλυτη εμπιστοσύνη. Αλλά ακόμα κι εκεί έμειναν στοιχεία από το αρχικό art deco.
Τα καινούργια κουφώματα σχεδιάστηκαν επίσης από τη Νεφέλη, πάνω στα παλιά. Η Εύα δεν συμπαθεί καθόλου τα καινούργια κουφώματα, έτσι έγιναν με πολλή προσοχή. Η λογική δεν ήταν να γίνει μοντέρνο, αλλά να κρατηθούν οι γραμμές του και να συνεχίσει να αποπνέει τον αέρα της υπέροχης εποχής του.
Το σπίτι έχει, όπως είναι φυσικό, πολλή τέχνη. Υπάρχουν έργα δικά της αλλά και έργα φίλων της, των Χούλιο Σεζάρ Μοράλες, Ry Fyan, Λεωνίδα Γιαννακόπουλου, Νίκου Τρανού, Στέλιου Αλεξάκη, Ντάστιν Φόσνοτ, Αλμπέρτο Κουάδρος, Κάρστεν Φοκ, Γιάροου Σλαπ, Δημήτριου Αντωνίτση, Διονύση Χριστοφιλογιάννη και Γιουκιχίρο Ταγκούτσι. Η τέχνη εδώ δεν λειτουργεί ως status ή συλλογή. Είναι σχέση μνήμης και συναισθήματος.
Τη ρωτάω πού κάθεται περισσότερο μέσα στο σπίτι. «Παντού», μου απαντάει. Δεν έχει τη γωνιά της. Κάθε μέρα κάθεται όπου τη βολεύει. Της αρέσει να ακούει μουσική, να βλέπει ταινίες στον προτζέκτορα, να έρχονται φίλοι, να τρώνε και να πίνουν και να μένουν να κοιμούνται στον καναπέ της.
«Άρα δεν σε ενοχλεί η αρμένικη βίζιτα;» τη ρωτάω γελώντας. «Όχι μόνο δεν με ενοχλεί, αλλά τους φίλους που αγαπώ τους κρατάω να μην φύγουν», γελάει.
Το βράδυ το σπίτι αλλάζει ύφος. Μοιάζει λιγότερο με αθηναϊκό διαμέρισμα. Τα φώτα της νύχτας τού δίνουν μια άλλη αίσθηση, ειδικά όταν παίζει στον τοίχο κάποια ταινία.
Ο κινηματογράφος είναι τελετουργία για την Εύα. Μου λέει ότι συχνά πηγαίνει μόνη της σινεμά και μπορεί να δει δύο ταινίες τη μία μετά την άλλη. «Οι κινηματογραφικές αίθουσες προσφέρονται για διαλογισμό».
Θυμάται ότι η μητέρα της λειτουργούσε ερασιτεχνικά ένα θερινό σινεμά στην Άμφισσα, όπου παραθέριζαν τα καλοκαίρια. Μεγάλωσε με Γκοντάρ, Παζολίνι και παλιές προβολές σε αυλές με χαλίκι τις έναστρες καλοκαιρινές νύχτες. «Ίσως γι’ αυτό το σπίτι έχει κάτι κινηματογραφικό», της λέω. Σηκώνει τους ώμους με χάρη.
Μιλάμε για την τέχνη, για τις ενέργειες. «Το σπίτι είναι σαν το σώμα μας. Είναι ο ιερός μας ναός», δηλώνει.
Η ζωή κάνει κύκλους. Δουλεύει πολύ, ταξιδεύει, βλέπει φίλους, φεύγει, επιστρέφει, ξαναφεύγει. Από τη μία, χρειάζεται απόλυτη μοναχικότητα. Από την άλλη, λατρεύει να γεμίζει το σπίτι κόσμο.
Στην Πατησίων γίνεται σπιτόγατα. «Είναι το μόνο σπίτι που με κρατάει μέσα», εξομολογείται. Ίσως αυτό είναι τελικά το πιο ωραίο στοιχείο αυτού του σπιτιού: δεν λειτουργεί ως μουσείο μνήμης ούτε ως τέλειο interior. Λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός. Είναι ένα σπίτι που συνεχίζει να μεγαλώνει μαζί της, είναι το σπίτι που της θυμίζει την άγρια νιότη αλλά και την αγκαλιά και την αποδοχή του μπαμπά της.
Φεύγω και έχω την αίσθηση ότι πήγα ταξίδι. «Κάτι άλλο γίνεται εδώ πάνω», της λέω. Την αγκαλιάζω σφιχτά. Η Εύα έγινε φίλη, ακόμα κι αν δεν την ξαναδώ – της το λέω και συμφωνεί.
«Να τα πούμε όμως, έτσι;»
«Ναι, Εύα. Την επόμενη εβδομάδα».