ΣΤΑ ΤΕΛΗ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ 1932 η εφημερίδα «Ακρόπολις» είχε ανακοινώσει με σύντομο ρεπορτάζ της τα εγκαίνια του Ασύλου Τοξικομανών, για τα οποία σημείωνε: «Θα γλυτώση λοιπόν σιγά-σιγά η Αθήνα από το οικτρόν θέαμα των περιφερομένων ανθρωπίνων ερειπίων, των αλητευόντων τοξικομανών; Η Φιλανθρωπική Εταιρία το υπόσχεται με το εγκαινιασθέν χθες το απόγευμα, με πολλήν επισημότητα, άσυλον τοξικομανών, παρά την Αγίαν Βαρβάραν του Δαφνιού».
Το κτίριο, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο, περιελάμβανε τέσσερις ευρύχωρους θαλάμους, στους οποίους μπορούσαν να νοσηλεύονται περίπου 25 έως 30 τοξικομανείς. Κοντά στους θαλάμους εκτεινόταν και το επίσης ευρύχωρο προαύλιο και απέναντι ήταν το μαγειρείο, το πλυντήριο και οι λοιπές απαραίτητες εγκαταστάσεις του ασύλου.
Επικαλούμενος τους «μετριωτέρους υπολογισμούς», ο συντάκτης του ρεπορτάζ σημειώνει ότι στην Αθήνα μόνο υπήρχαν περίπου 1.000 τοξικομανείς, αριθμός που συνεχώς αυξανόταν, «γιατί κάθε τοξικομανής έχει και την μανίαν της μεταδόσεως του πάθους του εις όσους το δυνατόν περισσοτέρους».
«Στο τέλος ούτε να εργασθώ ημπορούσα και κατάντησα ένας αλήτης κι εγώ που διακόνευε για να έχει την ηρωίνη που χρειαζόταν. Να φάω δεν ήθελα, να πιω το ίδιο, μόνο ηρωίνη ζητούσα κι αν δεν την είχα, εσαραβαλιαζόμουν στους δρόμους».
Από εκείνη τη μέρα στο άσυλο θα παραπέμπονταν όσοι αλήτες περισυλλέγονταν από την αστυνομία και εξακριβωνόταν πως ήταν τοξικομανείς. Εντός είκοσι ημερών οι εισαγόμενοι θα θεραπεύονταν και συγχρόνως θα καταβάλλονταν προσπάθειες για εύρεση εργασίας. Προς αυτή την κατεύθυνση, παράλληλα με την έναρξη της λειτουργίας του ασύλου, η Φιλανθρωπική Εταιρία είχε κάνει έκκληση προς όλους τους καταστηματάρχες των Αθηνών να απευθύνονται σε αυτήν για αναζήτηση υπαλλήλων.
«Για την εξυγίανσιν της ελληνικής φυλής»
«Δεν είνε βέβαια το άσυλον τούτο το υποδειγματικόν θεραπευτήριον», θα σχολιάσει ο ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ακρόπολις», ο οποίος το επισκέφτηκε λίγες μέρες μετά τα εγκαίνιά του. «Όχι. Είνε ένα υποτυπώδες ακόμη ιατρείον. Είνε όμως μαζί και το πρώτον βήμα προς την οργάνωσιν της αμύνης, είνε ο πρώτος σταθμός προς την ανάληψιν του αγώνος για την εξυγίανσι της ελληνικής φυλής, που την απειλούν τόσοι εχθροί».
Τη στιγμή εκείνη δεκαπέντε τοξικομανείς νοσηλεύονταν στο άσυλο. Η όλη τους εμφάνιση πρόδιδε το ψυχικό τους δράμα και την τραγωδία η οποία είχε για θέατρο το σώμα τους. Μερικοί από αυτούς είχαν ήδη προχωρήσει στον δρόμο της αποτοξίνωσης, ενώ άλλοι ήταν ακόμα δέσμιοι του πάθους τους, το οποίο τους έκανε, εφόσον δεν τους παρεχόταν ούτε κόκκος ναρκωτικού, να διανύουν κρίση που είχε «καθαράν την μορφήν της τρέλλας».
Οι δεύτεροι προκαλούσαν στον δημοσιογράφο της «Ακρόπολις» τον οίκτο και τη συμπάθεια. Με τα αδυνατισμένα, αποχρωματισμένα πρόσωπά τους, τα ξεδοντιασμένα στόματά τους, τα άτονα βλέμματα, ήταν η «εκτυποτέρα εικών της ανθρωπίνης δυστυχίας και εξαθλιώσεως».
Οι πρώτοι όμως προκάλεσαν το ενδιαφέρον του, καθώς «με την επανάκτησιν της υγείας, ξαναβρίσκουν και τον λογικόν των ειρμόν και όσα λέγουν διά το κατάντημά των αποτελούν ισαρίθμους τραγωδίας, που θα έπρεπε να εκτυπωθούν σ’ ένα ογκώδες βιβλίον, που να διαμοιρασθή δωρεάν, σ’ όλη την Ελλάδα».
Το εμπόριο των ναρκωτικών
Εκείνο όμως που του προκάλεσε τη φρίκη ήταν οι αποκαλύψεις των θεραπευομένων για το εμπόριο των ναρκωτικών και για τον τρόπο και τα μέσα με τα οποία διαδίδονταν.
Μέσα στην Αθήνα υπήρχε ένας δρόμος στον οποίο δεκάδες άνθρωποι πουλούσαν ηρωίνη, όπως και στον Πειραιά, σε μια πλατεία. Υπήρχαν όμως και άλλοι που εξασκούσαν το ίδιο επάγγελμα «στο πόδι» και ανέρχονταν σε εκατοντάδες. Αυτοί όλοι, σαν τον μολυσμένο αέρα, σαν την αδυσώπητη κατάρα, περιφέρονταν σε κάθε γωνιά των Αθηνών, εισέδυαν σε κάθε κέντρο και σκόρπιζαν στα σπίτια τον όλεθρο και τη συμφορά, μεταχειριζόμενοι κάθε μέσο και κάθε τρόπο. Για να διευρύνουν, μάλιστα, τον κύκλο των καταναλωτών, προσέφεραν επί έναν μήνα δωρεάν το ναρκωτικό που θα ήθελε σε όποιον θα τους σύστηνε δύο πελάτες.
Ανάμεσα στους θεραπευμένους ήταν και ένας υποδηματοποιός που μπορούσε με μεγάλη παραστατικότητα να ζωγραφίζει το πάθος από το οποίον κατεχόταν. Ο ρεπόρτερ τον ρώτησε πώς συνέβη να πέσει στα ναρκωτικά.
«Υπηρετούσα στο Μικρασιατικό Μέτωπο, όταν τραυματίσθηκα στον μηρό. Έγινα καλά και εστάλην πάλι στο μέτωπο, ως την εποχή που έγινε η καταστροφή και μαζί με άλλους στρατιώτας έφθασα τον Σεπτέμβριο του 1922 στας Αθήνας. Έμεινα μερικές ημέρες απεσπασμένος σε κάποια υπηρεσία. Εν τω μεταξύ, ο καιρός έγινε υγρός και τότε το τραύμα άρχισε να με πονεί φοβερά. Μερικοί τότε ανάπηροι και θεραπευμένοι τραυματίες, με τους οποίους συναντιόμουν, μου είπαν ότι κι αυτοί, επειδή υπέφεραν, έπαιρναν άλλος κοκαΐνη και άλλος μορφίνη ή ηρωίνη και έτσι δεν ένοιωθαν τους πόνους. Με υποκίνησαν τότε να πάρω ηρωίνη για να μην πονώ. Μια μέρα που υπέφερα πολύ, το απεφάσισα και επήρα ένα τέταρτο του γραμμαρίου. Αυτό ήταν η καταστροφή μου. Η ηρωίνη, όπως ξεύρετε, δεν είναι σαν το χασίς. Δεν φέρνει έξαψη, αλλά και μια φορά αν την πάρει κανείς, δεν μπορεί να μην ξαναπάρει. Την πρώτη φορά που επήρα, λίγη ώρα ύστερα αισθάνθηκα ανωμαλία στο στομάχι και είχα επανειλημμένους εμετούς. Και έτσι επέρασα το πρώτο βράδυ.
Όταν εγύρισα στην Αθήνα, το κακό συνεχίσθηκε μέχρι σημείου να διαθέτω για την ηρωίνη ό,τι έβγαζα στη δουλειά μου.
Στο τέλος ούτε να εργασθώ ημπορούσα και κατάντησα ένας αλήτης κι εγώ που διακόνευε για να έχει την ηρωίνη που χρειαζόταν. Να φάω δεν ήθελα, να πιω το ίδιο, μόνο ηρωίνη ζητούσα κι αν δεν την είχα, εσαραβαλιαζόμουν στους δρόμους. Αν το Κράτος ήθελε να σώσει χιλιάδες ανθρώπων και οικογενειών, θα έπρεπε να τουφεκίζει στην πλατεία του Συντάγματος τους πωλητές των ναρκωτικών».
«Αι ανώτεραι τάξεις παίρνουν τα πιο καταστρεπτικά δηλητήρια»
Σύμφωνα με τον ρεπόρτερ της εφημερίδας «Ελληνική», ο οποίος επίσης επισκέφτηκε το Άσυλο Τοξικομανών εκείνες τις μέρες, τα «τοξικά δηλητήρια» είχαν τα τελευταία χρόνια διαδοθεί πολύ στην Αθήνα και ιδίως στις ανώτερες τάξεις.
«Και το περίεργον είνε ότι αι ανώτεραι τάξεις παίρνουν τα πιο καταστρεπτικά δηλητήρια. Προπάντων την κοκαΐνην, που είνε το χειρότερον από όλα. Αντιθέτως οι άνθρωποι του λαού, όσοι καταφεύγουν στα δηλητήρια αυτά, μεταχειρίζονται το χασίς. Αλλά το χασίς, που άλλοτε με τρόμον ακούαμε το όνομά του, είνε από τα πιο αβλαβή τοξικά δηλητήρια. Φαντάζεται λοιπόν κανείς τι είνε τα άλλα...»
Ο ιατρός του Δημόσιου Ψυχιατρείου στο Δαφνί, κύριος Μαρκομιχελάκης, ο οποίος είχε αναλάβει τη θεραπεία των ασθενών στο άσυλο, ξενάγησε τον δημοσιογράφο της εφημερίδας «Ελληνική» και του έδωσε κάποιες χαρακτηριστικές πληροφορίες για την τρομερή πληγή που αγωνιζόταν να θεραπεύσει.
«Σ’ άλλα μέρη», του είπε, «από χρόνια καταγίνονται για τη θεραπείαν της τοξικομανίας. Επί δέκα χρόνια τώρα οι επιστήμονες αγωνίζονται για το ζήτημα αυτό. Μα σ’ άλλα μέρη η πληγή αυτή έχει προχωρήσει πολύ, πριν από εδώ. Στην Αγγλία ιδίως και στην Βραζιλία, που το κακό είχε προχωρήσει πολύ, προσπαθούν να το εξαλείψουν. Και μπορώ να σας πω ότι στη Βραζιλία σχεδόν εξαλείφθη. Εδώ όμως αργήσαμε αρκετά».
Ρώτησε κατόπιν ο ρεπόρτερ πώς γίνεται η θεραπεία των τοξικομανών.
«Μόλις τους τοποθετήσουμε μέσα, τους πλένουμε, τους ντύνουμε καλά και τους βάζουμε στο κρεβάτι. Έπειτα τους απαγορεύουμε κάθε χρήση τοξικού δηλητηρίου. Τους κόβουμε αποτόμως τη συνήθειά τους».
«Αλλά δεν παθαίνουν τίποτε;»
«Όχι. Δεν παθαίνουν. Βέβαια, όταν αφήσουμε έναν τοξικομανή έξαφνα χωρίς τη δόση του δηλητηρίου πάσχει, βασανίζεται, μπορεί και να πεθάνει από τη στέρησή του. Αλλά έχουμε μεθόδους να τους σώζουμε. Υπάρχουν πολλές μέθοδοι. Τους δίδουμε σε χάπια αντιδραστικά φάρμακα και αυτοί ησυχάζουν χωρίς να πάρουν τα δηλητήριά τους. Τα φάρμακα αυτά τους φέρνουν εμετούς και καθαρίζει έτσι ο οργανισμός τους. Έπειτα τους αφήνουμε να ησυχάσουν. Πεινούν τρομερά, αλλά στην αρχή τους δίδουμε μόνον γάλα και γιαούρτι. Έπειτα σιγά-σιγά τους δίδουμε στερεά τροφή. Με τας μεθόδους που μεταχειρίζομαι, σε 5 ημέρες οι τοξικομανείς έχουν θεραπευθεί. Αλλά ακόμη υπάρχει φόβος να ξαναγυρίσουν στα δηλητήριά τους. Γι’ αυτό τους κρατούμε 20 μέρες έως έναν μήνα για να γίνουν καλά».
«Και δεν ξαναγυρίζουν έτσι στην τοξικομανία;»
«Όταν εργάζονται και ξεχνούν, δεν ξαναγυρίζουν. Συμβαίνει όμως σε πολύ καιρό πάλι να τα ξαναθυμηθούν. Όχι όμως αμέσως».
«Τη δόση μου, γιατρέ... Επέρασεν η ώρα»
Ξαφνικά, ένας άνθρωπος με μια μορφή απαίσια και εξαγριωμένη, αναμαλλιασμένος, με ανοιχτό στόμα, με μάτια γιομάτα φλόγες, όρμησε στη μέση, κινήθηκε νευρικά, σπάραξε και φώναξε απελπισμένος.
«Γιατρέ! Γιατρέ! Δώστε μου τη δόση! Τη δόση μου, γιατρέ... Επέρασεν η ώρα. Δώστε μου κάτι! Θα πεθάνω, γιατρέ».
«Ησύχασε. Τώρα θα σου δώσω κάτι».
Ο γιατρός έσπευσε να του δώσει το μυστηριώδες φάρμακο.
Πιο κει, σε μιαν ακρούλα, ένας ήρεμος και καλοντυμένος κύριος με γυαλιά πλησίασε τον γιατρό. Μιλούσαν φιλικά στα γαλλικά.
«Τάχα και αυτός να είναι τοξικομανής;» ρώτησε ο δημοσιογράφος τον γιατρό.
«Ναι, δυστυχώς. Είναι μορφινομανής και συνάδελφός μου. Δυστυχώς, αρκετοί γιατροί και φαρμακοποιοί μας είναι μορφινομανείς, μα έχουν την καλή θέληση να θεραπευθούν».
Σύμφωνα με τον γιατρό, το 80% των θεραπευμένων του Ασύλου Τοξικομανών ήταν άνθρωποι καλών οικογενειών. Δυστυχίες, περιπέτειες της ζωής και κακή συναναστροφή τούς έκαναν τοξικομανείς.
Οι ανώτερες τάξεις συνήθιζαν την κοκαΐνη, ενώ τη μορφίνη, που ήταν επίσης καταστρεπτική, δεν τη μεταχειρίζονταν παρά επιστήμονες και νοσοκόμοι, γιατί δεν ήταν εύκολο να τη βρει κανείς στο εμπόριο και γιατί η χρήση της γινόταν μόνο με ενέσεις. Αντίθετα, οι φτωχότεροι έπαιρναν χασίς ή ηρωίνη.
Χειρότερη, κατά τη γνώμη του γιατρού Μαρκομιχελάκη, είναι η ηρωίνη, «γιατί την παίρνουν συνεχώς και σε μεγάλες δόσεις. Όσοι παίρνουν χασίς, το καπνίζουν συνήθως μια ή δυο φορές την εβδομάδα. Επομένως οι χασισοπόται δεν βλάπτονται τόσον όσον οι κοκαϊνομανείς ή οι ηρωινομανείς που πρεζάρουν όλην την ημέρα […] Οι περισσότεροι είναι οι ηρωινομανείς. Αλλά ξέρετε τι συμβαίνει; Πολλοί αρχίζουν από τα ελαφρότερα, αιθέρα ή χασίς, κι έπειτα προχωρούν στα χειρότερα έως ότου φθάνουν στην κοκαΐνην και στην ηρωίνην».
«Και πού αποδίδετε, γιατρέ, την εξάπλωσιν της τοξικομανίας;»
«Συμβαίνει το περίφημον με τα δηλητήρια αυτά ότι μόλις πάρη κανείς μίαν πρέζα ή κάμη μια ένεσιν, δεν μπορεί πια να ζήση χωρίς να εξακολουθήση. Πραγματικά δε στην αρχή νοιώθει μεγάλην ανακούφισιν, ευχαρίστησιν και χαράν από τα δηλητήρια αυτά. Κατόπιν όμως πάσχει, βασανίζεται και δεν ευχαριστείται καθόλου. Και όμως δεν μπορεί να το κόψη... Εξ άλλου οι τοξικομανείς ζητούν με κάθε τρόπο να προσηλυτίσουν και άλλους στην θρησκεία των δηλητηρίων των. Γι’ αυτό η πληγή της τοξικομανίας διαρκώς αυξάνει και φέρει μεγάλας καταστροφάς. Ευτυχώς όμως τώρα αρχίζει η θεραπεία της πληγής, χάρη στη Φιλανθρωπικήν Εταιρίαν. Ας ελπίσωμεν ότι το κακόν θα μετριασθή σημαντικά, αν δεν εκλείψη τελείως».