To ντοκιμαντέρ με τον πιασάρικο τίτλο που γυρίστηκε το 2015 και πρόσφατα ανέβηκε στην πλατφόρμα του Netflix καταπιάνεται με ένα αρκετά δημοφιλές στις μέρες μας –μετά και τη φοβερή επιτυχία του «Τσερνόμπιλ»– θέμα: την «εξωτική», για μας τους Δυτικούς, ζωή στον υπαρκτό σοσιαλισμό.


Αυτήν τη φορά μεταφερόμαστε στη Ρουμανία, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, όταν το καθεστώς του Τσαουσέσκου αποφασίζει να μειώσει το πρόγραμμα της κρατικής τηλεόρασης και να αφήσει για το κοινό μόνο ένα δίωρο σκληρής κομματικής προπαγάνδας. Μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων που έζησαν εκείνη την περίοδο αλλά και αναπαραστάσεις με ηθοποιούς το ντοκιμαντέρ μάς δείχνει πώς οι Ρουμάνοι στράφηκαν στη μαύρη αγορά και με τη βοήθεια της σχετικά νέας τότε τεχνολογίας του VHS άρχισαν να βλέπουν κρυφά απαγορευμένες ταινίες από τις ιμπεριαλιστικές ΗΠΑ, τον μεγάλο εχθρό.

 

Η δημιουργός του ντοκιμαντέρ Ιλίνκα Καλουγκαρενάου προσπαθεί επιμόνως να δώσει πολιτικές προεκτάσεις στο φαινόμενο και να προβάλει υπερβολικά τη διάσταση της «αντίστασης στο καθεστώς» που είχε η παρακολούθηση των ταινιών, όμως κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται στο ντοκιμαντέρ.


Οι ταινίες διοχετεύονταν σχεδόν σε όλη τη Ρουμανία, από χέρι σε χέρι, με μυθιστορηματικό τρόπο, από έναν συγκεκριμένο τύπο με τρομερό επιχειρηματικό δαιμόνιο, καλές διασυνδέσεις και μειωμένη αίσθηση του κινδύνου, τον Ζαμφίρ. Ο Ζαμφίρ, στο απόγειο της μπίζνας του, λίγο πριν από την πτώση του καθεστώτος, έφτασε να διαθέτει εκατοντάδες συσκευές VHS που αντέγραφαν κυρίως αμερικανικά b movies –εξού και ο τίτλος του ντοκιμαντέρ–, τα οποία διέθετε σε αστυνομικούς, μέλη της κεντρικής επιτροπής του κόμματος, ακόμα και στον ίδιο τον γιο του Τσαουσέσκου, όπως μας λέει στο ντοκιμαντέρ.

 

Πρωταγωνίστρια σε όλη αυτή την ιστορία, και τότε αλλά και στο ντοκιμαντέρ, είναι η Ιρίνα Νίστορ, η γυναίκα που ντούμπλαρε τις ταινίες αυτές στα ρουμάνικα, κάνοντας όλες τις φωνές, και τις γυναικείες και τις ανδρικές.
Πρωταγωνίστρια σε όλη αυτή την ιστορία, και τότε αλλά και στο ντοκιμαντέρ, είναι η Ιρίνα Νίστορ, η γυναίκα που ντούμπλαρε τις ταινίες αυτές στα ρουμάνικα, κάνοντας όλες τις φωνές, και τις γυναικείες και τις ανδρικές.


Στην άλλη άκρη του δικτύου του Ζαμφίρ βρίσκονταν απλοί άνθρωποι που με κάποιον τρόπο είχαν την ευκαιρία να αποκτήσουν μια πανάκριβη συσκευή VHS (βίντεο), η οποία στοίχιζε στη μαύρη αγορά όσο ένα αυτοκίνητο Dacia. Αυτοί, λοιπόν, αφού προμηθεύονταν την ταινία από τον τοπικό μεταπωλητή του Ζαμφίρ, άνοιγαν τα σαλόνια τους στα κρυφά τα βράδια, ενημερώνοντας τη γειτονιά προφορικά, και διοργάνωναν αυτοσχέδιες βραδιές αμερικανικού σινεμά. Πολύ συχνά έκοβαν και εισιτήριο.


Πρωταγωνίστρια σε όλη αυτή την ιστορία, και τότε αλλά και στο ντοκιμαντέρ, είναι η Ιρίνα Νίστορ, η γυναίκα που ντούμπλαρε τις ταινίες αυτές στα ρουμανικά, κάνοντας όλες τις φωνές, και τις γυναικείες και τις ανδρικές. Το φαινόμενο μετά από κάποια χρόνια απέκτησε μαζικές διαστάσεις και η φωνή της Νίστορ, για την οποία βεβαίως κανείς δεν ήξερε τίποτα εκείνη την εποχή, έγινε τρομερά οικεία στους Ρουμάνους, μπαίνοντας σε αμέτρητα σπίτια και συντροφεύοντάς τους σε μια πολύ ευχάριστη και επικίνδυνη συνάμα δραστηριότητα. «Η πιο διάσημη φωνή μετά τον Τσαουσέσκου. Όλοι την γνώριζαν, αλλά δεν ήξεραν ποια ήταν» όπως ακούγεται χαρακτηριστικά στο ντοκιμαντέρ.


Έχει ενδιαφέρον αν σκεφτείς ότι αυτά τα b movies ήταν το μοναδικό παράθυρο ενός ολόκληρου λαού, που ασφυκτιούσε κάτω από το εξόχως αυταρχικό καθεστώς του Τσαουσέσκου, όχι απλώς προς τη Δύση, τον εχθρό δηλαδή, αλλά και προς έναν διαφορετικό κόσμο, τυπικά και ουσιαστικά. «Πολλές φορές δεν παρακολουθούσαμε την πλοκή της ταινίας αλλά τα σπίτια τους, τα μαγαζιά τους, τα φαγητά τους» λέει ένας συμμετέχων στο ντοκιμαντέρ. Και αυτό είναι το δυνατό χαρτί του ντοκιμαντέρ, μιας ενδιαφέρουσας ιστορίας για την ανάγκη ενός λαού για ψυχαγωγία και επικοινωνία (έστω μονόδρομης), πέρα από τα στενά καθορισμένα πλαίσια, δοσμένη με πολύ ωραίο τρόπο.

 

Έχει ενδιαφέρον αν σκεφτείς ότι αυτά τα b movies ήταν το μοναδικό παράθυρο ενός ολόκληρου λαού που ασφυκτιούσε κάτω από το εξόχως αυταρχικό καθεστώς του Τσαουσέσκου.
Έχει ενδιαφέρον αν σκεφτείς ότι αυτά τα b movies ήταν το μοναδικό παράθυρο ενός ολόκληρου λαού που ασφυκτιούσε κάτω από το εξόχως αυταρχικό καθεστώς του Τσαουσέσκου.


Η δημιουργός του ντοκιμαντέρ Ιλίνκα Καλουγκαρενάου προσπαθεί επιμόνως να δώσει πολιτικές προεκτάσεις στο φαινόμενο και να προβάλει υπερβολικά τη διάσταση της «αντίστασης στο καθεστώς» που είχε η παρακολούθηση των ταινιών, όμως κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται στο ντοκιμαντέρ. Προφανώς, όσοι έβλεπαν τις ταινίες συμμετείχαν σε κάτι παράνομο, προφανώς υπήρχε κίνδυνος, όμως στις 2-3 περιπτώσεις που κάνει την εμφάνισή της η αστυνομία στο ντοκιμαντέρ οι δράστες τη γλιτώνουν απλώς με την «κλοπή» του βίντεό τους από τους αστυνομικούς.


Γενικά, το ντοκιμαντέρ φαίνεται απαλλαγμένο από τις στρεβλώσεις, τις τυποποιήσεις και τις υπερβολές που εμπεριέχει συχνά η δραματουργία με θέμα τη ζωή στη Σοβιετική Ένωση και κοινό κυρίως Δυτικό. Δηλαδή παγίδες που ούτε η εξαιρετική σειρά του ΗΒΟ «Τσερνόμπιλ» δεν απέφυγε και στηλιτεύτηκαν από διεθνή ΜΜΕ όπως ο «New Yorker».

 

Το τρέιλερ του ντοκιμαντέρ