Θεωρώ στοιχειώδες το να μη μιλάς για άλλα media, αν είσαι εκδότης. Εκτός κι αν σου κάνουν αθέμιτες χαλάστρες. Που και τότε, αρμοδιότερα είναι τα δικαστήρια -τι δουλειά έχεις να ζαλίζεις τον κόσμο με τα απόνερα της μπίζνας σου;

 

Εξομολογούμαι όμως ότι συχνά με τρώει το χέρι μου. Ξέρω κάποια πράγματα, λόγω εμπειρίας και γνώσεως των σεπτών μορφών― αρκετά  χαμαιτυπεία πίσω από τις ροκοκό facades.

 

Επέλεξα όμως να μη μιλώ -για λόγους μέτρου βασικά, κι όχι διότι ως Έλληνας εκδότης (δίπλα στο Χίο, τον Σαββίδη και τον Μαρινάκη) έχω απωλέσει προ πολλού κάθε τεκμήριον αθωότητος. Υπάρχει μια υπέροχη γαλλική έκφραση: À chacun son enfer. Kαθένας, και η κόλασή του. Ας πρόσεχα.

 

Αυτό όμως το συναρπαστικό άρθρο που διάβασα στο Νew York (A Company Built on a Bluff)   για τη μπλόφα πάνω στην οποία σχεδιάστηκε η παγκόσμια επέκταση του Vice, και πώς αυτή η φούσκα έφτασε τώρα στα όριά της, με έκανε να σκεφτώ δυο τρία πράγματα. Έστω γενικά.

 

Πρώτον.

Είναι συναρπαστικό το ρεπορτάζ γύρω από τα media. Διότι τα media  είναι ο αξονικός τομογράφος της εξουσίας. Αποκαλύπτουν εάν τα όργανα του φέροντος οργανισμού μιας κοινωνίας είναι γερά, ή άρρωστα. Πώς κυκλοφορεί το αίμα κι η ζωή. 

 

Μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες και αποκαλυπτικές έρευνες των New York Times, της Guardian, του Spiegel είναι για άλλα media. Ειδικά αφότου μπήκαν στο παιχνίδι και οι  social πλατφόρμες, το είδος γνώρισε νέα άνθιση. Ένα από τα καλύτερα άρθρα που διάβασα φέτος είναι η έρευνα πώς η Google χρησιμοποιεί την μονοπωλιακή της δύναμη για να εξαφανίσει από το seach της κάθε ανταγωνιστή, ειδικά αν είναι καλύτερος (εδώ και διαμορφωμένο στα ελληνικά εδω)

 

Φυσικά, κανείς δεν θεώρησε ότι η Νew York Times ή η Guardian φθονούν ή διαβάλλουν αυτούς που κρίνουν. Θεώρησαν ότι είναι τολμηρή και χρήσιμη δημοσιογραφία. Αν δεν ασχοληθείς με τα μεγαθήρια που επηρρεάζουν (ή υπνωτίζουν) εκατομμύρια κόσμου, τζιράρουν δισεκατομμύρια δολάρια και κυβερνούν ευθέως ή πλαγίως το συλλογικό θυμικό, τι δημοσιογράφος είσαι; Με τι θα ασχοληθείς; Την διχοτόμηση των μονοκοτυλήδονων;

 

Στην Ελλάδα, έγινε κάποτε με την Ισαβέλλα Παπαζήση και το Media View μια σεμνή προσπάθεια να αρθρωθεί ρεπορτάζ γύρω από τα μέσα. Υπήρξε σύντομη και κάπως αχαμνή. Αν και κατά καιρούς υπάρχουν στήλες με ειδησάρια, ή μεμονωμένα τολμηρά άρθρα του Insidestory, συστηματική κάλυψη δεν έγινε ποτέ.

 

Aιτία; Φαντάζομαι, ο φόβος και η πλήξη του χωριού. Γνωρίζονται όλοι, αλληλοαπειλούνται, βαριούνται και μαραίνονται.

 

Το πρώτο τεύχος του ελληνικού Vice, 2009. Πήγε άπατο.
Το πρώτο τεύχος του ελληνικού Vice, 2009. Πήγε άπατο.

 

Μού άρεσε η ακρότητά του Vice. Με ψάρωνε― αν και καταλάβαινα ότι με ψάρωνε εξ επιτούτου. Όπως ψαρώναν κάποτε εμάς τα επαρχιωτάκια οι Γλυφαδιώτες. Αυτό το ψάρωμα, που αργότερα έγινε μια βεβιασμένη ενεργοπαθητική φανφάρα, ήταν ο σκληρός πυρήνας του θρασέος του μάρκετινγκ. Και δεν ήταν ολόκληρο για πέταμα.

 

Δεύτερον.

Διαβάζοντας το άρθρο του Νew York, αναγνώρισα την παλιά αλαζονεία με την οποία ήρθαν στην Ελλάδα οι άνθρωποι του Vice όταν η ΔΥΟ ΔΕΚΑ θέλησε να το εκδώσει στα ελληνικά. 

 

Ήταν δική μου ιδέα. Καταστροφική. Θαύμαζα την πρώτη, λιώμα εποχή του Vice, που μοιραζόταν free, σε επιλεγμένα στέκια του Καναδά και της Αμερικής και ήταν όντως για ένα σύντομο φεγγάρι, το πιο καυτό χαρτί των μιλημένων. 

 

Μού άρεσε η ακρότητά του. Με ψάρωνε― αν και καταλάβαινα ότι με ψάρωνε εξ επιτούτου. Όπως ψαρώναν κάποτε εμάς τα επαρχιωτάκια οι Γλυφαδιώτες. Αυτό το ψάρωμα, που αργότερα έγινε μια βεβιασμένη ενεργοπαθητική φανφάρα, ήταν ο σκληρός πυρήνας του θρασέος του μάρκετινγκ. Και δεν ήταν ολόκληρο για πέταμα. Με το Vice π.χ. εμπέδωσα την αξία που έχουν οι αινιγματικές φωτογραφίες, το να μη καταλαβαίνεις αμέσως τί είναι αυτό που βλέπεις (μόνο ο Στάβερης το έχει στην Ελλάδα).

 

Το ίντερνετ δεν είχε κάνει ακόμη την ελληνική επέλασή του, ούτε η κρίση. Το κοινό είχε βέβαια πορωθεί με τα ελληνικά free press και το κόστος του Vice με το χαρτονένιο εξώφυλλο και το χαρτί των 110 γραμμαρίων κόστιζε πολύ, όμως ήμουν ανένδοτος. Θεωρούσα βλακώδη την πολιτική τους (70% μεταφρασμένα άρθρα και μόνο 30% ελληνικά), όμως υπάκουσα κι αφού το πρώτο τεύχος πέρασε από σαράντα κύματα εγκρίσεων, κυκλοφόρησε σε 80 σημεία της Αθήνας, τα πλέον πρωτοποριακά. 

 

Και δεν το πήρε κανείς! Και οι διαφημιστές το μίσησαν!

 

Στο εύλογο πατιρντί της φτώχειας που ενέσκηψε, υπήρξε ένα σχετικό πινγκ πονγκ ενοχοποίησης. Μέχρι να δούμε αυτό που ήταν πάντα μπροστά στα μάτια μας:

 

Οι Έλληνες χίψτερ δεν ήταν τελικά τόσο πολυάριθμοι όσο νομίζαμε. Ούτε τόσο influencial όσο πιστεύουν. Είναι μερικές εκατοντάδες παιδιά με μικρές δεξιότητες και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, που κινούνται στο θολό τοπίο μεταξύ media και μάρκετινγκ, κάνοντας πολύ θόρυβο. Και νομίζοντας ότι είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτοϊκανοποιούνται γλύφοντας ο ένας τον άλλον και θεωρούν εαυτόν φτασμένο αν πάρουν κάνα κατοστάρικο για μια ανάρτηση στο instagram.

 

Οι Έλληνες χίψτερ δεν ήταν τελικά τόσο πολυάριθμοι όσο νομίζαμε. Ούτε τόσο influencial όσο πιστεύουν. Είναι μερικές εκατοντάδες παιδιά με μικρές δεξιότητες και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους, που κινούνται στο θολό τοπίο μεταξύ media και μάρκετινγκ, κάνοντας πολύ θόρυβο. Και νομίζοντας ότι είναι ο Ιησούς Χριστός. Αυτοϊκανοποιούνται γλύφοντας ο ένας τον άλλον και θεωρούν εαυτόν φτασμένο αν πάρουν κάνα κατοστάρικο για μια ανάρτηση στο instagram.

  

Επίσης, το κοινό του Vice, δεν χρειαζόταν να του μεταφράσουν τα άρθρα που είχε ήδη διαβάσει στα αγγλικά. 'Οταν τα τυπώναμε, τα θεωρούσε ήδη ληγμένα. Το ζήτημα ήταν, να μεθερμηνευόταν το πνεύμα του Vice στην ελληνική πραγματικότητα. Πράγμα που μοιραία θα έβρισκε τοίχο: διότι τέτοια πραγματικότητα απλώς δεν υπάρχει και αναγκαστικά, θα καταφύγεις σε κατασκευές. (Aνάλογα, ο Κωστόπουλος και ο Λυμπέρης, όταν θέλησαν να γίνουν  η ελληνική Conde Nast στούκαραν  στο τοίχο του μπουζουξίδικου).

 

Τέλος είδαμε, αυτό που λέει το άρθρο του New York. Το Vice στηριζόταν σε μια μπλόφα αλαζονείας. Αν και το πρότζεκτ ήταν ζημιογόνο, θεωρούσε ότι μάς κάνει χάρη. Ότι είναι τιμή μας να τυπώνεται στα ελληνικά. Κι ας έμενε αδιάθετο στο μπαρ. Κι ας μην ήθελαν ν’ ακούσουν λέξη οι διαφημιστές. 

 

Μετά από 5 τεύχη, ξεψαρώσαμε και ξενερώσαμε. Αποσυρθήκαμε.  Δεν χρειαζόμασταν την καταραμένη λάμψη κανενός, αλλά προϊόντα που να λειτουργούν και να τα θέλει ο κόσμος.

 

Ήταν μια μεγάλη ήττα και ένα μεγάλο δίδαγμα. 

 

Ο μέγας David Carr των ΝΥΤimes τα ρίχνει μετωπικά στο κακό (και ακροδεξιό και αντισημιτικό) παιδί του Vice: «Τι μαλακίες μού λέτε εδώ;...»

 

Τα νέα στοιχεία του New York όμως χοντραίνουν το παιχνίδι. Αποκαλύπτουν δυσάρεστα πράγματα γύρω από την κάπως κούφια γιγάντωση της εταιρείας και το υπεράνετο, σχεδόν τραμπούκικο ethos της: Τα ψεύτικα κλικ μέσω torrents, τις καταγγελίες για σεξισμό στα γραφεία (που έγιναν και πρωτοσέλιδο στους ΝΥΤimes), την αδυναμία να προσελκύσουν το νέο κοινό όπως ευαγγελίζονταν (μέση ηλίκια αναγνωστών είναι οι 42χρόνοι)- την παραδοχή των κεντρικών στελεχών ότι το Vice «δεν είναι κουλ πια.»

 

Αξίζει να το διαβάσετε και έτσι, για να δείτε πόσο εύκολα ένας εκδότης την πατάει, διαβάστε και την συνέντευξη που μάς είχε δώσει τότε ο ένας εκ των ιδρυτών του Vice, με τον γκαντέμικο, ιονεσκικό τίτλο «Το αγαπημένο μου VICE είναι το ελληνικό!»