Η Σταύρωση, η μεγαλύτερη δήλωση συνύπαρξης της θείας και της ανθρώπινης φύσης, είναι το κατ’ εξοχήν θρησκευτικό αφήγημα. Ζωγραφικές και γλυπτικές απεικονίσεις όλων των εποχών και σε όλο το φάσμα των τεχνοτροπιών εξιστορούν το θείο δράμα, ακολουθώντας ένα σχεδόν τυπικό στην εικονογραφία: σύνθεση τριών ή περισσοτέρων μορφών, στο κέντρο της οποίας ο λιπόσαρκος Εσταυρωμένος Ιησούς, τη στιγμή που παραδίδει το πνεύμα του. Εκατέρωθεν αυτού, κυρίαρχες ή μόνες μορφές, στέκουν η Παναγία και ο Ιωάννης. Ο θρήνος των οικείων δηλώνεται στην έκφραση, τη χειρονομία, τη στάση του σώματος.

 

«Ο Εσταυρωμένος» αποτελεί έκπληξη στο έργο του Γιάννη Παππά, καθώς δεν τον έχουν απασχολήσει ιδιαίτερα θρησκευτικά θέματα. Ξαφνιάζει ακόμα η προσέγγισή του, καθώς αποδίδει  ανατρεπτικά και με μοντέρνα γραφή κάτι αιώνια κλασικό. Είναι άγνωστο τι εκκίνησε αυτήν την προσπάθεια – ενδεχομένως η συγκίνηση της Μεγάλης Εβδομάδας. Πιστεύω όμως πως, πέρα από την αφορμή, αυτό που τελικά οδήγησε στην ενασχόλησή του είναι κάτι που ξεπερνά την επετειακή αφετηρία.  Έχει την απλότητα της καθημερινότητας, το βάρος και το βάθος της διαχρονίας. Με την ευαισθησία της ώριμης ηλικίας και του δικού του προσωπικού βαθμού αυτογνωσίας, ο Παππάς εστίασε στη συμπόρευση θείου και ανθρώπινου δράματος, συνθέτοντας μια περισσότερο γήινη και ανθρωποκεντρική προσέγγιση.

 

Απών ο ρεαλισμός, παρούσα η αλήθεια της σύνθεσης και το αποκαλυπτικό διανοητικό της μήνυμα: Χριστός πάσχων, άνθρωποι πάσχοντες, από τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ και την Εύα, στον αιώνιο.

 

Πυραμιδοειδής σε διάταξη, αξονική σε εντύπωση, η σύνθεση ισορροπεί σε τρεις όρθιες μορφές. Το σύνολο αποπνέει το μεγάλο μήνυμα, κάθε φιγούρα όμως στέκει και μόνη της, στο δικό της βάρος. Κεντρική, ο Εσταυρωμένος, «Ζων ει θεός Συ, και νεκρωθείς εν ξύλω, Ω νεκρέ γυμνέ και Θεού ζώντος Λόγε». Παραδοσιακά, δεξιά του μια γυναίκα, αριστερά του ένας άνδρας, τείνουν τα χέρια ψηλά, υμνούντες, ικέτες, θρηνούντες. Οι φιγούρες είναι γυμνές,  εξαϋλωμένες. Με ανεπαίσθητη φυσιογνωμική γραφή, αλλά έντονη δραματική έκφραση, με ρευστά περιγράμματα, άκρα που επιμηκύνονται και παλάμες που τονίζονται, οι μορφές απέχουν όχι μόνο από τη συνήθη αισθητική εξιδανίκευση, αλλά και από τη φυσιοκρατική απόδοση.

 

Απών ο ρεαλισμός, παρούσα η αλήθεια της σύνθεσης και το αποκαλυπτικό διανοητικό της μήνυμα: Χριστός πάσχων, άνθρωποι πάσχοντες, από τον πρώτο άνθρωπο, τον Αδάμ και την Εύα, στον αιώνιο. Είναι οι πρωτόπλαστοι, κατά την άποψή μου, που στέκουν δίπλα στον Εσταυρωμένο. Πλασμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση, βασανισμένοι στην ψυχή, με σάρκα ρέουσα, σαν κερί που λιώνει. Δεν διακρίνεται η γλυκύτητα του θρήνου, αλλά η σκληρότητα του πόνου, μια ταπεινή συναισθηματικότητα και η παραδοχή του πάθους. Σαν  να υπονοείται μια συνέχεια που μεταθέτει το κέντρο βάρους στον Άνθρωπο.

 

Αυτή η αδιόρατη υπόσχεση του καλλιτέχνη, μεταπλάθεται σε ένα νέο σύμπλεγμα, με τίτλο «Αγκάλιασμα - Θρήνος». Η αρσενική και θηλυκή υπόσταση του αρχετυπικού ανθρώπου, μόνες  πια και μακριά από τον παράδεισο τους, γεμίζουν το μεταξύ τους κενό που άφησε ο Θεάνθρωπος, και αγκαλιάζονται στον θρήνο, σαν ένα. Αποδοχή και συγχώρεση: «Εσταυρώθης δι ‘ εμέ ίνα εμοί πηγάσεις την άφεσιν». Το υλικό που χρησιμοποιεί ο καλλιτέχνης είναι το μαζούτ.

 

Ο Εσταυρωμένος, λεπτομέρεια, περ. 1998. Γύψος, κερί, σίδηρος. Μεγ. ύψος: 160 εκ. Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά, ΕΓΠ_97.
Ο Εσταυρωμένος, λεπτομέρεια, περ. 1998. Γύψος, κερί, σίδηρος. Μεγ. ύψος: 160 εκ. Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά, ΕΓΠ_97.

 

«Ο Εσταυρωμένος» μεγεθύνθηκε με ελευθερία, σε σχεδόν φυσικό μέγεθος. Ο σταυρός είναι μια απλή, αυτοσχέδια σιδεριά. Τις μορφές χτίζουν ο γύψος, το κερί, ο σανός, οι εφημερίδες, δημιουργώντας την εντύπωση του πηλού των πρωτόπλαστων. Εκεί, στην αρχή της Δημιουργίας, μοιάζει να παραπέμπει και η πριμιτιβιστική απόδοση. Ο «θρήνος – αγκάλιασμα» παρέμεινε σε μικρό μέγεθος, ακόλουθο της αρχικής μελέτης του Εσταυρωμένου, σαν δεύτερο επεισόδιό της.

 

Τεχνοτροπικά, οι συνθέσεις ανήκουν στη μοντέρνα, αφαιρετική γλυπτική έκφραση του Παππά, που κορυφώνεται τη δεκαετία του 1990. Κενά και άξονες, άμορφες φιγούρες, επιλογές μιας διαρκούς αναζήτησης, αίτιο και κέντρο της οποίας είναι ο άνθρωπος. Ζητούμενο είναι  η αποκάλυψη του αθέατου, η εκμαίευση του εσωτερικού, που προσδιορίζει και συγκινεί. Η  μελέτη ακόμα του ανθρώπινου σώματος, «ανεξάντλητο, όπως η φύση» έλεγε ο ίδιος και, συγχρόνως, περιγραφικό της ανθρώπινης φύσης. Ζητούμενη είναι τέλος η διάνοια. Πέρα από την ταυτότητα ή μη, τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά, τη φόρμα και τις αναλογίες, είναι το πνεύμα που αναδεικνύεται με πηγαία φιλοσοφική διάθεση. Ο Άνθρωπος, με Α κεφαλαίο, τρωτός και άτρωτος, θνητός και αθάνατος, νικητής και ηττημένος. Και πώς να περιγράψει κανείς την ύπαρξη, πώς να μεταφέρει αυτά τα δίπολα στην ύλη, παρά μόνο με τη ρευστότητα που επιτρέπει το πλάσιμό της.

 

Θρήνος – αγκάλιασμα, περ. 1990. Γύψινο αντίγραφο, 10,5x6,5x7 εκ. Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά, ΕΓΠ_1190. Φωτ. Ιωάννα Μωραΐτη, 2020.
Θρήνος – αγκάλιασμα, περ. 1990. Γύψινο αντίγραφο, 10,5x6,5x7 εκ. Μουσείο Μπενάκη / Εργαστήριο Γιάννη Παππά, ΕΓΠ_1190. Φωτ. Ιωάννα Μωραΐτη, 2020.

 

Μουσείο Μπενάκη - Εργαστήριο Γιάννη Παππά

Ο χώρος που φιλοξενεί το εργαστήριο του Γιάννη Παππά (1913-2005), βρίσκεται στην περιοχή Ζωγράφου, και σε κτήριο που αποτελούσε την κατοικία της οικογένειας του μεγάλου Έλληνα δημιουργού ως τη δεκαετία του 1960. Το ακίνητο αυτό, μοναδικό δείγμα χώρου εργασίας ενός καλλιτέχνη αφοσιωμένου τόσο στη γλυπτική όσο και στη ζωγραφική, προσφέρθηκε στο Μουσείο Μπενάκη από το γιο του, Αλέκο Παππά. Βασικός στόχος της δωρεάς ήταν τα έργα του καλλιτέχνη να παραμείνουν συγκεντρωμένα στο φυσικό τους περιβάλλον.