Ο τίτλος του γνωστού τραγουδιού «Cundu Luna Vini» από τα «Παράλογα» (1976) του Μάνου Χατζιδάκι, σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, σημαίνει στα βλάχικα «όταν βγαίνει το φεγγάρι». Αυτόν τον τίτλο επέλεξε η Σύλβια Κούβαλη για τον κύκλο εκθέσεων που θα συνοδεύσουν την επέτειο των είκοσι χρόνων από την ίδρυση της γκαλερί της το 2007 στην Κωνσταντινούπολη· οι εορτασμοί ξεκίνησαν με μια εκ βάθρων ανάπλαση και αναμόρφωση του εκθεσιακού χώρου στον Πειραιά.
Η γνωστή είσοδος της οδού Πολυδεύκους μεταφέρεται στην παρακείμενη οδό Μαυρομιχάλη, όπου μια έκπληξη περιμένει τον επισκέπτη. Με το που μπαίνει, δεν αντικρίζει πια κάποιο έκθεμα (με εξαίρεση τη γωνία με την οδό Κάστορος, όπου σε μια μικρή βιτρίνα θα εκτίθεται κάθε φορά ένα διαφορετικό έργο – αυτό το διάστημα ένα θεατρικό prop, φρυγανισμένο ψωμί από αφρολέξ) αλλά ένα βιβλιοπωλείο, στο οποίο θα διατίθενται βιβλία επιλεγμένα από τον εκάστοτε καλλιτέχνη, μαζί με εκδόσεις που τους αφορούν.
Ο κύκλος «Cundu Luna Vini: “Οι Παραγωγοί”» που μόλις ξεκίνησε θα περιλαμβάνει ατομικές εκθέσεις καλλιτεχνών από τον σταθερό πυρήνα της γκαλερί αλλά και παράλληλες εκθέσεις και παρουσιάσεις έργων σε συνεργασία με επιμελητές, συγγραφείς, συνεργάτες, καλλιτέχνες και φίλους της Σύλβιας Κούβαλη.
Κεντρικά στοιχεία του προγράμματος είναι το θέατρο, ο χορός, ο κινηματογράφος, η περφόρμανς, ο ήχος και η γλώσσα, η αρχιτεκτονική και το ερείπιο, τα κοστούμια και οι χαρακτήρες, στοιχεία που θα κάνουν τον χώρο να λειτουργήσει ως δυναμικό πεδίο μέσω του οποίου θα διοχετεύονται μηνύματα και ιδέες που, αισθητικά, άρα και ηθικά, θα αντανακλούν το πνεύμα της εποχής μας.
«Ο τρόπος με τον οποίο κινούμαστε μέσα σε έναν χώρο ή ένα κτίριο καθορίζεται από τη σχέση μας με τον χρόνο και το φως. Είναι και ο λόγος που μου αρέσει να χειρίζομαι αυτά τα στοιχεία έτσι ώστε να δημιουργώ κενούς χώρους όπου αντιλαμβάνεται κανείς την τέχνη».
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, το ότι ο πρώτος διεθνής καλλιτέχνης που «επιστρατεύτηκε» για να παρουσιάσει ατομική έκθεση, διαμορφώνοντας ταυτόχρονα και τον χώρο, είναι ο Γερμανός εικαστικός, σκηνογράφος και ενδυματολόγος της όπερας και του θεάτρου Μίχαελ Κλάιν, που συνδέεται επίσης με την αρχιτεκτονική, τις μουσικές περφόρμανς και την καλλιτεχνική διεύθυνση σε shows της υψηλής ραπτικής – σημαντική ήταν η συνεργασία του με τον Issey Miyake. Χαρακτηριστικό της δουλειάς του είναι η έμφαση στον διάλογο εσωτερικού χώρου και εικαστικής κατάθεσης. Η πρώτη του ατομική έκθεση στην Ελλάδα με τίτλο «Enfilade» εντάσσεται στη νέα συνθήκη της γκαλερί, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση της οποίας υπογράφει ο ίδιος.
«Δουλεύω πολύ με τους χώρους και με ενδιαφέρει ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνει το κοινό την τέχνη. Νομίζω ότι ο τρόπος με τον οποίο κινούμαστε μέσα σε έναν χώρο ή ένα κτίριο καθορίζεται από τη σχέση μας με τον χρόνο και το φως. Είναι και ο λόγος που μου αρέσει να χειρίζομαι αυτά τα στοιχεία έτσι ώστε να δημιουργώ κενούς χώρους όπου αντιλαμβάνεται κανείς την τέχνη. Για εμένα αποτελούν μέρος της. Οπότε, όταν η Σύλβια μού ανέθεσε τη διαμόρφωση του χώρου της, καταλήξαμε ότι θα αλλάζαμε την αρχιτεκτονική, τη χορογραφία του χώρου, καθώς η δουλειά μου περιλαμβάνει συχνά μεταμορφώσεις χώρων. Είχε την ιδέα να εντάξει ένα μικρό βιβλιοπωλείο στην γκαλερί, έτσι το πρώτο που πράγμα που βλέπεις μπαίνοντας από την καινούργια είσοδο είναι αυτό», μου εξηγεί ο Μίχαελ.
Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους χώρους της γκαλερί, το βιβλιοπωλείο λούζεται από δυνατό φως που έρχεται από τις μεγάλες βιτρίνες αλλά και από τις λευκές επιφάνειες των τοίχων. Αυτό αλλάζει εντελώς την αίσθηση που είχες παλιότερα, όταν η κύρια αίθουσα της γκαλερί βρισκόταν από την πλευρά της Πολυδεύκους, όπου κυριαρχούσε η πέτρα στους τοίχους και η ξύλινη οροφή.
Βέβαια, όσο προχωράει κανείς προς το εσωτερικό, ξαναβρίσκει αυτά τα στοιχεία, την πέτρα, το υπέροχο ταβάνι και το παλιοκαιρισμένο δάπεδο. Θεωρεί τις αρχιτεκτονικές και αισθητικές του επεμβάσεις μέρος της έκθεσής του; «Η έκθεσή μου ξεκινάει από το γλυπτό της βιτρίνας, αλλά το παιχνίδι που κάνω με το κτίριο και όλη την πληροφορία που προσφέρει εντάσσεται κι αυτό στην έκθεση. Έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν είναι και πολύ εσωστρεφής εμπειρία. Μου αρέσει να θολώνω, κατά κάποιον τρόπο, την πραγματικότητα ή τον περίγυρο. Αν θέλεις, αυτός ο χώρος είναι η δουλειά μου. Καθώς προχωράμε στην γκαλερί νιώθουμε σαν να βρισκόμαστε σε έναν κόσμο ονειρικό και μυστικό, είναι λίγο σαν την “Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων”.
Μετά το βιβλιοπωλείο συναντάμε ένα μικρό φουαγέ όπου επτά τόπια υφάσματος συνθέτουν την πρώτη μου γλυπτική εγκατάσταση, ένα έργο που αφορά τη σχέση μου με το ύφασμα, καθώς το βρίσκω πολύ ενδιαφέρον ως υλικό· έχει μια ιδιαίτερη σχέση με το σώμα. Το ύφασμα δημιουργεί ένα είδος αρχιτεκτονικής του σώματος κι αυτό είναι κάτι που καταλαβαίνω, καθώς συχνά υπογράφω ιστορικά κοστούμια για το θέατρο και την όπερα, ενώ συνεργάζομαι και με μεγάλους οίκους μόδας, συνδιαμορφώνοντας fashion shows». Παρατηρώ στο φουαγέ ένα κομμάτι χρωματισμένου γυαλιού που κρέμεται από ψηλά και είναι δίπλα στο παράθυρο – τα ίχνη από ανθρώπινα χέρια επάνω του δίνουν την αίσθηση ότι κάποιος το συγκρατεί.
Ανεβαίνουμε στη σοφίτα. «Εδώ είναι όλα ξύλινα, οπότε έχουμε αυτές τις διαφορετικές ατμόσφαιρες και στυλ στους χώρους, που όταν τα συνδυάζεις όλα μαζί, δημιουργούν μια περίπλοκη χορογραφία. Και η θερμοκρασία είναι διαφορετική σε σχέση με το ισόγειο», μου λέει ο Μίχαελ. Ακολουθώντας τον μέχρι το χαμηλοτάβανο υπερώο, παρατηρώ ότι το δάπεδο και το ταβάνι είναι παλιά και ξύλινα, ενώ στο κέντρο δεσπόζει ένα έργο του, το «Πιάνο», μια μαρμάρινη λευκή πλάκα με χαρακιές και επιπρόσθετα μαύρα «πλήκτρα» που μιμείται τα πλήκτρα του πιάνου – τη βρήκε ξεχασμένη σε μια αποθήκη θεάτρου. Τοποθετημένη μέσα σε ένα καραβόπανο, θυμίζει όντως μουσικό όργανο.
Πίσω στο ισόγειο διαπιστώνω ότι σχεδόν όλα τα έργα του είναι αντικείμενα που βρήκε εγκαταλελειμμένα ή φθαρμένα. Στην κεντρική σάλα κρέμεται από το ταβάνι ένας «πολυέλαιος» ο οποίος αποτελείται από μια πέτρινη πλάκα που στη μία πλευρά έχει ένα κερί και στην άλλη έναν ηλεκτρικό λαμπτήρα.
Πίσω από έναν τοίχο που μόλις χτίστηκε από τον ίδιο –μέρος της ανακαίνισης της γκαλερί–, μπλοκάροντας το παράθυρο, ένα τετράγωνο κομμάτι γυαλί ροζ απόχρωσης δίνει χρώμα σε όσο φυσικό φως καταφέρνει να εισβάλει στον χώρο. Έχω πια συνειδητοποιήσει ότι ο Μίχαελ Κλάιν είναι ένας εικαστικός που τον ενδιαφέρει η αρχιτεκτονική του φωτός.
Στην αμέσως επόμενη αίθουσα βλέπουμε όρθια μια μαρμάρινη τάβλα-επιφάνεια γεμάτη χαρακιές, που την έφερε από ένα εργαστήριο κοπής και επεξεργασίας πέτρας της Κύπρου – οι χαρακιές την κάνουν να θυμίζει παλιό χάρτη. Μου λέει: «Στα αντικείμενα που βρίσκω και ξαναχρησιμοποιώ θεωρώ ενδιαφέροντα όλα αυτά τα ίχνη ανθρώπινης εργασίας και δραστηριότητας, στοιχεία που νομίζω ότι τους δίνουν ενέργεια. Νιώθεις τη σχέση των ανθρώπων με την ύλη». Αντικριστά, μέσα σε μια κόγχη, βλέπω ένα ψευδομάρμαρο, θεατρικό prop που επίσης βρήκε παραπεταμένο σε ένα θέατρο στην Αθήνα – έχει προσθέσει περιμετρικά τετράγωνα μαρμάρινα κομμάτια. Στο δάπεδο μια μικρή σχάρα καλύπτει μια τρύπα από όπου διακρίνεται το κενό από κάτω. «Είναι άλλη η αίσθηση όταν ξέρεις ότι κάτω ή πίσω από έναν τοίχο υπάρχει ένας κενός χώρος, αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα αλλιώς», μου λέει εξηγώντας γιατί επέλεξε, αντί να κλείσει την τρύπα, να την αφήσει εκτεθειμένη.
Τα εκθέματα της αίθουσας συμπληρώνονται από ένα καλώδιο που καταλήγει σε ένα φωτάκι – επανέρχεται η εμμονή με το φως. Επιστρέφοντας στον κυρίως εκθεσιακό χώρο, το άνοιγμα που χώριζε παλιότερα την γκαλερί στα δύο, με το γραφείο ενδιάμεσα, οδηγείσαι στο studiolo αφού προσπεράσεις μια μισάνοιχτη πόρτα (και αυτή σκηνογραφική πινελιά του Κλάιν). Πρόκειται για έναν νέο μικρό χώρο, μέρος της παλιάς γκαλερί (τώρα πια στην αριστερή πλευρά), όπου ο Κλάιν έχει τοποθετήσει μια «γούρνα» που βρήκε και έφερε από την Κίνα, στην οποία τρέχει νερό από σωλήνα. Πρόκειται για ένα μεγάλο κομμάτι μάρμαρο με τα ίχνη του χρόνου αποτυπωμένα επάνω του, που μάλλον προοριζόταν για δημόσια χρήση, αλλά κατέληξε στα σκουπίδια.
Παραδίπλα, κρεμασμένα στον τοίχο, βλέπουμε τα εκθέματα του συγγραφέα-σεναριογράφου Ευθύμη Φιλίππου, τρία κορνιζαρισμένα κείμενα, σαν να μιμούνται ζωγραφικά πορτρέτα, στα οποία έχει σκιαγραφήσει έξι πρόσωπα του προσωπικού του περιβάλλοντος – πρόκειται για μια δεύτερη έκθεση που τρέχει παράλληλα με του Κλάιν. Στην γωνία ένα ακόμα κομμάτι μαρμάρου σε σχήμα μουσικής νότας που ο Μίχαελ βρήκε επίσης στον Πειραιά, πιθανόν απομεινάρι από γκρεμισμένη σκάλα κάποιου νεοκλασικού. «Μου αρέσει η ιδέα ότι κάποιοι θα κάθονται στην άκρη ακούγοντας το νερό να τρέχει ή θα διαβάζουν τα κείμενα. Μια αίσθηση αναπόλησης, σαν να βρίσκεσαι σε πύργο του 17ου-18ου αιώνα ή μέσα σε grotta, μια σπηλιά», συμπληρώνει.
Αυτή η «νότα» θα μείνει εκεί, μου εξηγεί η Σύλβια Κούβαλη, η οποία δηλώνει καταγοητευμένη από τον μικρό αυτό νέο χώρο. «Γενικά δεν τους συμπαθώ τους τοίχους, αλλά κάποια στιγμή τους ρίχνουμε κιόλας. Μπορεί κι αυτός να μας κουράσει σε δύο χρόνια και να τον ρίξουμε. Ωστόσο υπήρχε η ανάγκη ενός μικρότερου χώρου. Εμένα αυτήν τη στιγμή οι διαστάσεις του με ενθουσιάζουν, τον θεωρώ αυτάρκη, μπορεί να φιλοξενήσει τεράστιες εκθέσεις με τον χαρακτήρα του αυτοσχεδιασμού. Η επόμενη έκθεση εδώ θα είναι του Τότσικα, παράλληλα με του Καστέλι στον διπλανό χώρο. Δίνει μια ελευθερία κινήσεων ο χώρος, μελλοντικά θα μπορούν να γίνουν προβολές ή περφόρμανς». Η Σύλβια Κούβαλη έχει προχωρήσει στην επόμενη φάση της γκαλερί (πρώην Rodeo) που πια φέρει το όνομά της, με νέα είσοδο, νέες διαστάσεις και μια «δραματουργία» του χώρου που φέρει την υπογραφή του Μίχαελ Κλάιν.