Η νέα έκθεση του Τάσου Παυλόπουλου στη Skoufa Gallery σηματοδοτεί την επιστροφή του στο παράξενο, προσωπικό, καλλιτεχνικό σύμπαν του, με το χαρακτηριστικό ντανταϊστικό χιούμορ του να κρύβει επιμελώς τον θυμό του.
«Πέρασαν κιόλας έντεκα χρόνια από την τελευταία μου έκθεση», λέει. «Πολλά χρόνια σιωπής και απολύτως συνειδητής αποχής. Μια μοναχική διαδρομή, “μακριά από την πολλή συνάφεια του κόσμου”, “μακριά από το αγριεμένο πλήθος”, μακριά από εκθεσιακούς χώρους και εμπόρους, μακριά από δημόσιες σχέσεις, θεωρητικούς και curators... Ό,τι περιβάλλει την καλλιτεχνική δημιουργία είχε καταντήσει τόσο πεζό και ματαιόδοξο, υποκριτικό και ανούσιο, ψεύτικο και βαρετό. Όλα για τη φιγούρα, όλα στον βωμό του κέρδους. Δεν ονειρεύτηκα, κάποτε στα νιάτα μου, να γίνω κι εγώ καλλιτέχνης για να καταντήσω να ζω χωρίς πάθος, χωρίς ρομαντισμό, χωρίς σοφίτες, χωρίς αψέντια και “Δεσποινίδες της Αβινιόν”, χωρίς παραμύθι και τρέλα, χωρίς μαγεία… Αισθανόμουν ασφυξία και ότι δεν είχα πια κίνητρο. Έβαλα σε εφαρμογή, κάνοντάς το ξανά πράξη, το παλιό και δοκιμασμένο πλάνο μου. Βασίζεται στο προ τριακονταετίας σλόγκαν μου: “Τέρμα η τέχνη, τώρα σπάμε πλάκα”. Δεν πήρα τα βουνά και δεν έφυγα για την Ταϊτή, όπως ο Γκογκέν, αλλά κρύφτηκα στη ζούγκλα της Φωκίωνος Νέγρη. Έτσι βρήκα επιτέλους την υγειά μου…
«Δεν έχω να σας πω πολλά γι’ αυτά τα έργα. Σχεδόν τίποτα. Απλώς, θα σας εκφράσω τον αντίλογό μου, τις αμφιβολίες μου και τις αντιρρήσεις μου μέσω της τέχνης μου».
Είχα αποφασίσει να μη δίνω άλλα δικαιώματα και ευκαιρίες εκμετάλλευσης του μόχθου μου σε κάθε λογής διακινητή, σε κάθε προαγωγό της τέχνης. Είδα μυαλά-ταμειακές μηχανές, είδα καρδιές να χτυπούν, μάτια να γουρλώνουν και σάλια να τρέχουν μόνο για τραπεζικούς λογαριασμούς που αυγάτιζαν. Και η τέχνη; Ποιος τη γαμάει την τέχνη; Ας κόψει το αυτί της! Περιγράφω αυτούς οι οποίοι, στο όνομα πάντα της τέχνης και με σνομπ ύφος χιλίων καρδιναλίων, παριστάνουν τους ειδήμονες. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, τούτος ο ατσαλάκωτος και ιδιαίτερα μίζερος τύπος μεταλλαγμένου ανθρώπου είναι ειδήμων μόνο στην ίντριγκα, στην μπίζνα, στο ξέπλυμα και στα φύκια. Πραγματικός ειδήμων είναι μόνο ο καλλιτέχνης και στο όνομα αυτού μιλάω. Δεν έχει να κάνει καθόλου με το ταλέντο όσων το διαθέτουν, τέτοιοι υπάρχουν πάντα πολλοί. Η τέχνη είναι Στάση Ζωής. Ο ζωγράφος πουλάει στους πλούσιους τους πίνακές του, δεν πουλάει την ψυχή του. Αν αισθανθεί προσβολή και ταπείνωση από τους “μεσάζοντες” που προανέφερα, φεύγει τρέχοντας, λέγοντας “γειά χαρά σου” στον Αντύπα, κι αφήνει ξωπίσω του μια τρύπα.
Η τέχνη δεν έχει το χρώμα του χρήματος, ούτε τη μυρωδιά της τρούφας που την ψάχνουν εκπαιδευμένοι χοίροι. Όμως, το “χρηματιστήριο” της τέχνης ασελγεί κατά κόρον πάνω της. Η ψυχή της τέχνης είναι άοσμη και δεν ξεριζώνεται με βρόμικα χέρια. Μόνο ο ίδιος ο καλλιτέχνης είναι ικανός να τη βγάλει από τα σωθικά του, πολύ προσεκτικά, για να τη σώσει, και να την κρεμάσει με σεβασμό στα φωταγωγημένα τείχη των εκθεσιακών χώρων. Έτσι νομίζει. Μέχρι τα τείχη αυτά να γκρεμιστούν σαν το Τείχος του Βερολίνου. Μετά, ο καλλιτέχνης ας δοκιμάσει να αναζητήσει την τύχη του κάπου αλλού, στο Σινικό Τείχος, ας πούμε… Με καθορίζει, και με καθοδηγεί πάντα στη ζωή μου, η έννοια της λέξης “Αξιοπρέπεια” με άλφα κεφαλαίο, και η μαγική δύναμή της με έχει αποτρέψει από το να ταυτιστώ με τα καπιταλιστικά όνειρα των πολλών.
Για αντίδοτο, αφού είχα αποχαιρετήσει τους καρδινάλιους Ρισελιέ, τους άφησα να πίνουν καφέ στο Da Capo. Άφησα νηστικά και τα πιράνχας και επί έντεκα ολόκληρα χρόνια έστελνα τη φαντασία μου για καθημερινό κολύμπι σε καθαρά αχαρτογράφητα νερά, μακριά από τους θηρευτές της τέχνης. Άρχισα, με ένστικτο εξερευνητή, να ψάχνω εικόνες στην πίσω πλευρά του φεγγαριού, τη σκοτεινή. Διαπίστωσα πόσο λαμπερή, πλούσια και ξεκάθαρη είναι στα μάτια του καλλιτέχνη η τόσο αληθινή, αθώα και απρόβλεπτη “γλώσσα” των outsiders. Βρήκα μια πηγή έμπνευσης γεμάτη θησαυρούς που έδωσε νόημα και αξία στα “ταξίδια” μου αυτά. Και δικαιώθηκα.
Κάπου στην Ινδία, συνάντησα μια ομορφιά που ονομάζεται Madhubani και η οποία σημαίνει “A forest of honey”. Είναι, όνομα και πράμα, το πιο γλυκό “δάσος” του κόσμου. Έπειτα στην Αφρική, απ’ όπου όλοι προερχόμαστε, γοητεύτηκα με τις αφρικανικές μάσκες, όπως ο Πικάσο. Κολύμπησα στα ποτάμια που βουτούσε ο Ταρζάν με το μαχαίρι στα δόντια, παλεύοντας με τους κροκόδειλους. Εκεί αντίκρισα τα κοπάδια από τα κατάμαυρα ψάρια που αποτελούσαν τα Πνεύματα του Νερού. Οι ιθαγενείς τα ξόρκιζαν ζωγραφίζοντάς τα, αντλώντας ταυτόχρονα Oxygen from the Deep. Συνάντησα τον Κονγκολέζο Djilatendo, το alter ego του υπερήλικα Αφροαμερικανού σκλάβου από την Αλαμπάμα, Μπιλ Τρέιλορ, κι ας μη γνωρίστηκαν ποτέ οι δυο τους. Χάρηκα που τους έφερα σε επαφή. Έφτυσα στα μούτρα τον βασιλιά Λεοπόλδο του Βελγίου για όλες τις αποικιοκρατικές φρικαλεότητες που διέπραξε. Αφού έκοψε τα χέρια σε άπειρους σκλάβους, έδωσε στους υπόλοιπους λίγα χρώματα και χαρτιά και αυτοί ζωγράφισαν απίστευτα πράγματα.
Επιστρέφοντας για λίγο στην Ευρώπη, ξανακοίταξα τους ντανταϊστές του Μεσοπολέμου, τους σουρεαλιστές και τους καλλιτέχνες, των οποίων η τέχνη ήταν εκτός των καλλιτεχνικών ρευμάτων που κυριαρχούσαν στην εποχή τους. Όπως ο Ιερώνυμος Μπος, ο Μουνκ και η tropical baroque τέχνη τού τελώνη Ανρί Ρουσό. Πήγα στην Οστάνδη κι έφαγα μύδια με τον ξεχωριστό Τζέιμς Ένσορ. Επισκέφτηκα ψυχιατρεία και θαύμασα την art brut. Πήγα στην Αυστραλία και είδα τη μαγική τέχνη των Αμπορίτζιναλς. Στη Νέα Υόρκη, η Γιόκο Όνο μου δήλωσε: “I Am Many”, και της είπα: “Κι εγώ το ίδιο”. Στο Παρίσι, μοιράστηκα ένα μπουκάλι βότκα με τον πολυμήχανο καρτουνίστα του παραλόγου, τον παλιόφιλο Ρολάν Τοπόρ, συγγραφέα του “Ενοίκου” που έγινε ταινία από τον Πολάνσκι και μπαράκι στην Καλλιδρομίου.
Επίσης, στις πτήσεις Παρίσι-Νέα Υόρκη, πετύχαινα συχνά τον πιο έξυπνο και πιο διασκεδαστικό Αμερικανό ζωγράφο και κολλητό του Ντισάν, τον Γουίλιαμ Ν. Κόπλεϊ, με τον οποίο παίζαμε πάντα σκάκι και πάντα έχανα. Στο Λος Άντζελες, το χωριό του μασκοφόρου δανδή Ζορό, βρέθηκα στο ατελιέ του ανατρεπτικού και ονειρικού σουρεαλιστή filmmaker Ντέιβιντ Λιντς. Του είπα πως είμαστε μακρινοί “συγγενείς” κι αυτός μου έδειξε τη ζωγραφική του και τα χάρτινα σχέδιά του, εξηγώντας μου τον τρόπο που αποδόμησε την Αμερική. Μεγάλη στάση στην Ιαπωνία για να πίνω σάκε με τον τρομερό καλλιτέχνη του punk manga της δεκαετίας τού ’70 Teruhiko Yumura, του οποίου η τέχνη είναι ό,τι πιο όμορφο “bad, but good” (έτσι την ονομάζει ο ίδιος) έχω δει. Αυτό ακριβώς που κι εγώ προσπαθώ, ανεπιτυχώς, να κάνω πάντα…
Κάποια στιγμή, στάθηκα ξανά μπροστά στο καβαλέτο μου, με γεμάτο το ρεζερβουάρ από “ταξιδιωτικές” εικόνες. Έχοντας όμως την ακράδαντη πεποίθηση πως δεν αξίζει άλλο πια η τέχνη σε κατεψυγμένα βόδια. Εξάλλου, “πώς να εξηγήσεις τις εικόνες σε έναν νεκρό λαγό;” (Γιόζεφ Μπόις, 1965). Έχω πολλά κουσούρια παραβατικής αντι-καλλιτεχνικής συμπεριφοράς, γιατί πάντα παραμένω ένας ατίθασος, ρομαντικός, αναρχικός και οργισμένος νεαρός ντανταϊστής, ο οποίος ζει σε έναν παράλογο, δειλό, ηλίθιο και πολύ άδικο κόσμο… “Ένας καλλιτέχνης φοράει το έργο του στη θέση των πληγών του”, είπε η Πάτι Σμιθ.
Είχα πληγές, είχα υλικό, είχα άπειρες σημειώσεις και προσχέδια, είχα “σενάριο”. Για να πάρω μερικές βαθιές ανάσες, θα αναδυθώ στην επιφάνεια, θα βγω από το καβούκι μου, αποφασισμένος να ξανακάνω το ίδιο λάθος και να ζωγραφίσω τις περιπέτειες του μυαλού μου. Με μπεκετικό στόχο να αποτύχω καλύτερα. Διέκοψα τη γαλήνια ρέμβη μου, φόρεσα τη σκουριασμένη πανοπλία μου και έγινα πάλι γενναιόδωρος ιππότης της συμφοράς, ζωγραφίζοντας πίνακες για να ταΐσω τα λιοντάρια στο Κολοσσαίο του πεζού και σύντομου βίου που διάγουμε. Ακονίστε τα δόντια σας κι αφήστε με να ελπίζω ότι θα σπάσουν και τα έργα μου θα κάτσουν στον λαιμό σας.
Δεν έχω να σας πω πολλά γι’ αυτά τα έργα. Σχεδόν τίποτα. Απλώς, θα σας εκφράσω τον αντίλογό μου, τις αμφιβολίες μου και τις αντιρρήσεις μου μέσω της τέχνης μου. Τις αντιρρήσεις μου για τα πάντα. Τα έργα μου είναι οι αντιρρήσεις μου. Οι αντιρρήσεις μου καθιστούν τα έργα μου γεμάτα αλληγορίες, μια προβοκατόρικη παρωδία όλων των ανόητων στερεοτύπων της σύγχρονης υποτιθέμενης κοινωνικής ευταξίας. Το ντανταϊστικό χιούμορ που περιέχει ολοφάνερα η τέχνη μου, κρύβοντας επιμελώς τον θυμό μου, είναι απλώς μια συμβολική υπενθύμιση: πρώτον, ότι κανείς δεν είναι αθάνατος και, δεύτερον, μην καμώνεστε πως δεν βλέπετε τον ελέφαντα στο δωμάτιο. Την άλλη φορά, θα ζωγραφίσω μια φάλαινα φυσητήρα… Η καμήλα την καμπούρα της δεν τη βλέπει, όμως ο καλλιτέχνης, που δεν είναι καμήλα, προσπαθεί να αποδείξει ότι δεν είναι και ελέφαντας. Για να ψελλίσει κάτι για το έργο του, αυτό ακριβώς που τώρα προσπαθώ κι εγώ, είναι υποχρεωμένος να “βουτήξει” βαθιά μέσα στην καμπούρα του. Μέχρι αυτή να γίνει διάφανη σαν ενυδρείο.
Οι θεατές της τέχνης, είτε πρόκειται για αετομάτηδες είτε για μονόφθαλμους είτε για αόματους, οφείλουν να ξέρουν πως η τέχνη απευθύνεται στους πάντες. Δεν απευθύνεται μόνο στον αμφιβληστροειδή χιτώνα, όπως η ομορφιά, αλλά κυρίως στον νου, στην καρδιά και στις αισθήσεις. Η ομορφιά, συνήθως, απευθύνεται στο χρήμα και καταλήγει να είναι εξαγοράσιμη. Το χρήμα απευθύνεται στη δόξα και τη ματαιοδοξία. Η δόξα απευθύνεται στην εξουσία και πάει λέγοντας. Όμως, η τέχνη βαράει ντουγρού στο “δόξα πατρί”. Εκεί ακριβώς την έφαγε και ο Ντόριαν Γκρέι από τον Όσκαρ Ουάιλντ. “Το άρχειν ήδιστον”, δηλαδή η εξουσία είναι πολύ γλυκιά, διαπιστώνει ειρωνικά ο Αριστοτέλης. Στους όρχεις μου το άρχειν, λέω εγώ. Τέχνη, καύλα, έρωτας, κοτσύφια, θάλασσες, φεγγάρια, ηλιοβασιλέματα, ψάρια, μουσικές… Και προπαντός: ελευθερία, αλήθεια, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια.
Δηλώνω πιο έτοιμος από ποτέ να ανοίξω όλα τα κλειστά χαρτιά μου στην παρούσα έκθεσή μου, παίζοντας τα ρέστα μου. Ήρθε η στιγμή ο ήχος της σιωπής μου να γίνει εκκωφαντικός».
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την εικαστική έκθεση «Ο Ήχος της σιωπής» εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.