Το 2015 ο εικαστικός και ακαδημαϊκός Αλέξανδρος Ψυχούλης δέχτηκε στο γραφείο του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας ένα κορίτσι γύρω στα 24 που κρατούσε μια σειρά ζωγραφικών έργων στα χέρια. Η Ζωή, όπως την έλεγαν, είχε μεγαλώσει σε ορφανοτροφείο, παιδί ουσιοεξαρτημένων γονιών, και έψαχνε έναν τρόπο να βγάλει λίγα λεφτά από τα έργα της, εικόνες καμωμένες με το μολύβι των ματιών της, που έβγαζαν τρομερή αγριότητα. Ενδιαφερόταν να μάθει αν θα μπορούσε να τις πουλήσει και μάλλον δεν την απασχολούσε να έχει κάποια καλλιτεχνική αναγνώριση. Ο Ψυχούλης αγόρασε τα έργα και της πρότεινε να του φέρει περισσότερα· της ομολόγησε ότι σκόπευε να τα χρησιμοποιήσει ο ίδιος σε κάποιο πρότζεκτ.
Το κορίτσι πήρε τα λεφτά, αλλά έκτοτε δεν έδωσε σημεία ζωής. Τα έργα της, ωστόσο, αποτέλεσαν τη βάση του εμβληματικού έργου «Ο οίκτος είναι μια μορφή ευτυχίας». Ο καλλιτέχνης ξεπατίκωσε τα σχέδια εκείνα, επάνω στα οποία έπλεξε το ομοίωμα μιας μαύρης φάλαινας 7 μέτρων, που παρουσιάστηκε σε συνεργασία με το ΝΕΟΝ και το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου στο πλαίσιο της έκθεσης «Renaissance Stories»· οι επισκέπτες την είδαν κρεμασμένη από το ταβάνι σε έναν από τους χώρους της Πειραιώς 260.
«Ο βερμπαλισμός, η αιτιοκρατία, η πολιτική ορθότητα είναι και οι λόγοι που μου είναι αδιάφορη η σύγχρονη τέχνη, όταν δηλαδή η τέχνη είναι μονοσήμαντη και οι προθέσεις σπουδαιότερες από το ίδιο το έργο».
Δέκα και κάτι χρόνια μετά, το ίδιο ακριβώς τρισδιάστατο κήτος, πλεγμένο με μαύρο μαλλί, αποτελεί το έργο που θα ενώνει νοητά τα σαράντα χρόνια δημιουργίας του Αλέξανδρου Ψυχούλη· αυτήν τη φορά, κρεμασμένο από την ουρά, θα διαπερνά τους τρεις ορόφους της Δημοτικής Πινακοθήκης Χανίων. Αφορμή η άτυπη αναδρομική του έκθεση με τίτλο «Κινδύνεψα μόνο από ανεξέλεγκτες σκέψεις» –οι λέξεις πάντα έπαιζαν καθοριστικό ρόλο στη ζωή και στη δουλειά του ευρηματικού καλλιτέχνη–, σε επιμέλεια του ιστορικού τέχνης Χριστόφορου Μαρίνου, που θα διαρκέσει από τις 16 Μαΐου έως τις 4 Οκτωβρίου. Σε αυτήν περιλαμβάνονται περίπου 150 ζωγραφικά έργα, εγκαταστάσεις, animation, κόμικς, γλυπτά, σημειώσεις και προσχέδια – μαζί με δύο πιο πρόσφατα του 2026.
Παρόλο που δεν αρνείται την τιμή που του γίνεται και τη χαρά που συνοδεύει την απόφαση του δήμου Χανίων, υπογραμμίζει ότι η έκθεση δεν ακολουθεί την κλασική γραμμική αφήγηση. Αντιθέτως, προτιμάει να τη δει ως μια ευκαιρία επανεκκίνησης. «Με σοκάρει ότι είμαι 40 χρόνια στην παραγωγή. Με αφορμή την έκθεση, έχω κάπως αρχίσει να καταλαβαίνω τι έχω κάνει. Όταν είσαι μέσα στη ροή των πραγμάτων δεν είναι ξεκάθαρο με ποιες αφορμές και ποιους σκοπούς κινούνται τα μέλη σου. Αυτό που βλέπω είναι ότι αναμετρήθηκα με πάρα πολλά μέσα και το προσωπικό μου ερώτημα είναι γιατί. Τώρα βλέπω με ωριμότητα – υπ’ όψιν ότι η ωριμότητα είναι το τέλος της άγνοιας κινδύνου, κάτι πολύ παραγωγικό, και διαπιστώνω ότι οι προθέσεις μου δεν ήταν πάρα πολύ σημαντικές, με την έννοια ότι ήθελα να παρουσιάσω πάρα πολλά πράγματα. Ήθελα να αποδείξω πάρα πολλά κι αυτό έχει σχέση με την παιδική μου ηλικία, ίσως και με τη σχέση μου με τον πατέρα μου, αν και πια ο “πατέρας” μου ήταν ο δημόσιος χώρος. Προσπαθούσα να αποδείξω ότι μπορώ να τα καταφέρω κι εδώ κι εκεί και σε όλα. Μου άρεσε να τσαλαβουτώ στα μέσα και είχα βρει υποδόριες σχέσεις μεταξύ τους που συνέδεαν τις τέχνες. Εξαντλήθηκα στο να αποδεικνύω ότι μπορώ να ασχοληθώ με όλα. Τώρα ήρθε η στιγμή να απομακρυνθώ από αυτό».
Η έκθεση, λοιπόν, έρχεται από ένα σχετικά πρόσφατο παρελθόν, όταν ο Ψυχούλης, παράλληλα με τη γενιά εικαστικών της πρώτης ψηφιακής εποχής, προσέφερε –ίσως και λίγο ασυνείδητα– μια ανανεωτική ματιά στη σύγχρονη ελληνική τέχνη. Μια νέα ματιά που άντλησε στοιχεία από τα μίντια, την ιδιωτική τηλεόραση, τις νέες τεχνολογίες, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, την ποπ κουλτούρα, το MTV, τη μουσική, τα κόμικς, τη γραφιστική, τη μόδα, το ντιζάιν και την αρχιτεκτονική, όλα όσα αποδείχτηκε μέσα στον χρόνο ότι ήταν οι πιο σαφείς του επιρροές. Έτσι δημιούργησε τη γλώσσα η οποία διατρέχει και δίνει υπόσταση στο σύνολο του έργου του –άλλοτε χειροποίητο κι άλλοτε φτιαγμένο με τη συμβολή της τεχνολογίας–, όπου συναντιέται το αστικό με το ψηφιακό τοπίο μέσα σε μια διαρκή διαδικασία μεταμόρφωσης, πάντα με χιούμορ και μια σχεδόν εφηβική φρεσκάδα.
Ο Χριστόφορος Μαρίνος, στο επιμελητικό του κείμενο που αποτελείται από 24 υποκεφάλαια, αναφερόμενος στη συγκεκριμένη αναδρομική λέει πως είναι «η στιγμή της συγκομιδής –η συγκέντρωση των καρπών μιας μακράς καλλιτεχνικής διαδρομής– και ταυτόχρονα η υπόσχεση νέων σπόρων». Ο ίδιος ο καλλιτέχνης, αναπολώντας τη μακρόχρονη πορεία του, που, εκτός από τα νέα μέσα, συνδέθηκε και με μεγάλες εγκαταστάσεις, λέει σχετικά: «Είναι η ιστορία της ζωής μου. Γιατί μπλέχτηκα με το βίντεο; Γιατί ως παιδί οι αριστεροί μου γονείς μού είχαν απαγορεύσει την τηλεόραση. Έτσι, όταν βρέθηκε στα χέρια μου μια κάμερα, αισθάνθηκα ότι πρέπει να κάνω τηλεόραση. Να ασχοληθώ με τα νέα μέσα και τη σκέψη που προερχόταν από αυτά. Μόλις βαριόμουν το ένα μέσο, πήγαινα στο άλλο. Το αιτιολογούσα μάλιστα, έλεγα “αυτή την ιδέα, αυτό το θέμα, αυτό το πρόβλημα πρέπει να το χειριστώ με αυτό το μέσο”. Σιγά σιγά απέκτησα μια ευχέρεια, είχα κατακτήσει τον τρόπο να χειρίζομαι διαφορετικά μέσα. Μέχρι που αποφάσισα να επιστρέψω στη σκληρή χειρωναξία που ήταν σαν ένα meditation, καθώς προέκυψε ως αντίδραση μετά τα ψηφιακά έργα, μου έλειπε η ύλη».
Facebook Twitter
Facebook Twitter
Facebook Twitter
Facebook Twitter Γεννημένος το 1966 στον Βόλο, σπούδασε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και ξεκίνησε να δραστηριοποιείται από πολύ νωρίς στην εικαστική σκηνή του ’90, αρχικά με τα ψηφιακά μέσα. Έτσι, τα πρώτα του έργα αποτελούσαν διαδραστικές εγκαταστάσεις οι οποίες ενεργοποιούνταν από τον θεατή και διερευνούσαν το υποσυνείδητό του, αποκωδικοποιώντας σε εικόνες ή ήχους τους φόβους, τις επιθυμίες ή τις αναμνήσεις. Παράδειγμα αποτελεί το εμβληματικό του «Black Βox», με το οποίο συμμετείχε το 1997 στην 47η Μπιενάλε της Βενετίας, αποσπώντας το βραβείο Benesse. Ωστόσο, ούτε αυτό ούτε το αμφιλεγόμενο «Body Milk» (2003), αλλά ούτε και το περίφημο «Δωμάτιο» –ένα μεγάλο κύμα από αλγοριθμικά κουρδισμένα πλαστικά κορδόνια, ευθεία αναφορά στο «Μεγάλο κύμα ανοιχτά της Καναγκάουα» του Χοκουσάι – περιλαμβάνονται στην έκθεση των Χανίων.
Καθηγητής πανεπιστημίου τα τελευταία 25 χρόνια στον Βόλο, διατηρούσε το προσωπικό του «καταφύγιο»-εργαστήριο στο Μικρό του νοτίου Πήλιου. Μέχρι που τον Σεπτέμβρη του 2023 τα ορμητικά νερά του καταστροφικού «Ντάνιελ» γκρέμισαν ολοσχερώς τη μικρή πέτρινη αγροικία – σαν το μεγάλο κύμα του «Δωματίου» να ολοκλήρωσε τον σκοπό του εισβάλλοντας στην πραγματικότητα στο σπίτι και αποδεικνύοντας πόσο «προφητικό» ήταν το έργο! Ο ίδιος μόλις πρόλαβε να βγει έξω με το λάπτοπ του και όσα έργα κατάφερε να αρπάξει. Τα απομεινάρια εκείνης της μέρας αποτελούν τα υλικά των έργων που δημιούργησε για την έκθεση. Εξηγεί: «Τα δύο έργα που ετοιμάζω είναι η λογική του χειρώνακτα, του μπρικολέρ, που στην αυλή του μαζεύει άχρηστα πράγματα και όταν θέλει να φτιάξει ένα κοτέτσι δεν πάει στο Praktiker αλλά κοιτάζει τα σκουπίδια του και φτιάχνει κάτι από αυτά. Και επειδή εμένα ο “Ντάνιελ” μου διέλυσε πάρα πολλά έργα και δημιούργησε σκουπίδια, παίζω το παιχνίδι του».
Μια άλλη ενότητα που προέκυψε από εκείνη τη μέρα και επίσης έχει την τιμητική της στην αναδρομική έκθεση είναι ο «Καταλογισμός» (2024, a.antonopoulou.art), που αποτελείται από 5 ουρανούς ζωγραφισμένους με μολύβια ακουαρέλας. Εξηγεί ο εικαστικός: «Όταν έπεσε μπροστά στα μάτια μου το σπίτι, κατέρρευσε μαζί του κάθε έννοια σταθερότητας. Διαλύθηκα κι άρχισε μια μεγάλη περίοδος πένθους. Για να θεραπευτώ προσπαθούσα να συγχωρήσω τον ουρανό. Αυτό έλεγα μέσα μου για τη βροχή. Άρχισα να ζωγραφίζω μεγάλα μεγέθη ουρανών με μολυβάκι, γδέρνοντας τον μουσαμά με άπειρες επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Αυτό ήταν το θεραπευτικό μου εργαλείο. Έπρεπε να επινοήσω ξανά την έννοια του οίκου. Να ξανανιώσω ασφάλεια. Κατάλαβα ότι η πρώτη μου κίνηση για να ξαναχτίσω το επόμενό μου σπίτι δεν ήταν με ντουβάρια αλλά με χειρονομίες. Στην ουσία αυτό είναι τέχνη».
Ζητάω να μου υποδείξει ακόμα ένα έργο για το οποίο τρέφει ιδιαίτερα αισθήματα και που θα παρουσιαστεί στα Χανιά. Μου αναφέρει την «Αίθουσα αναμονής» (2021), η οποία αποτελείται από ακουαρέλες που δημιούργησε την εποχή του κορωνοϊού. «Η δεύτερη καραντίνα με βρίσκει στην Αθήνα. Μένω μόνος στο σπίτι μου στα Βριλήσσια, για μήνες, κάνοντας μαθήματα εξ αποστάσεως. Μου λείπουν οι άνθρωποι. Αρχίζω να ζωγραφίζω τα πορτρέτα των τηλεδιασκέψεων με ακουαρέλες σε χαρτί. Στήνω καρτέρι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, περιμένοντας την κόπωση να σπάσει την αυτοσκηνοθετημένη παρουσία των συνομιλητών μου και κλέβω την εικόνα τους», γράφει στο αυτοβιογραφικό του σημείωμα στον κατάλογο της έκθεσης. Μου συμπληρώνει στη συνάντησή μας λίγο πριν από τα εγκαίνια: «Μου έλειπαν τόσο πολύ όλοι τους που οι ακουαρέλες ήταν σαν να τους χάιδευα. Συνολικά έκανα πενήντα, αλλά δείχνουμε τις τριάντα οκτώ. Είναι η αποτύπωση μιας εποχής που ζήσαμε όλοι συλλογικά».
Facebook Twitter
Facebook Twitter Ο Χριστόφορος Μαρίνος σημειώνει στον κατάλογο ανάμεσα σε άλλες σκέψεις: «Ο Α.Ψ. χαρτογραφεί επιθυμίες, φόβους και μνήμες, χρησιμοποιώντας το σχέδιο και την τεχνολογία για να αποτυπώσει τις μεταλλαγές της σύγχρονης ζωής. Στο επίκεντρο της δουλειάς του καλλιτέχνη βρίσκεται η Ζωή: η ίδια η ζωή του, η υλική του διάσταση, οι φθαρτές ζωές των αντικειμένων, η σχέση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην επιθυμία». Γνωρίζοντας ότι το παιχνίδι αποτελούσε ανέκαθεν κινητήρια δύναμη για τη δημιουργικότητά του, αναρωτιέμαι αν ο ίδιος θεωρεί ότι οι καλλιτεχνικές του χειρονομίες και κατασκευές, είτε σε μορφή παιχνιδιού είτε ως έκφραση ενήλικης ενδοσκόπησης, έχουν πολιτική διάσταση. Μου απαντάει: «Η ανθρώπινη κατάσταση είναι από μόνη της η πιο πολιτική δήλωση. Ο βερμπαλισμός, η αιτιοκρατία, η πολιτική ορθότητα είναι και οι λόγοι που μου είναι αδιάφορη η σύγχρονη τέχνη, όταν δηλαδή η τέχνη είναι μονοσήμαντη και οι προθέσεις σπουδαιότερες από το ίδιο το έργο. Όσον αφορά το παιχνίδι, ποτέ δεν έπαψα να είμαι παιδί, προστατεύω μια αφέλεια όσο μπορώ».
Διάρκεια: 16 Μαΐου- 4 Οκτωβρίου 2026. Εγκαίνια: 16 Μαΐου 2026 στις 19.30. Δημοτική Πινακοθήκη Χανίων, Χάληδων 98-102
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.