Κάθε περιοδική έκθεση που προκύπτει από τη Συλλογή της Ειρήνης Παναγοπούλου είναι σαν να ανοίγει κάποιος ένα πολυσέλιδο βιβλίο, έναν άτλαντα του κόσμου και χάρτη των σημείων που συνδέουν τάσεις, απόψεις, πολιτισμούς, αισθητικές αντιλήψεις. Σε αυτόν τον ιδιαίτερο χώρο που θυμίζει έκθεση και αποθήκη μουσείου, κάθε έκθεμα δημιουργεί συνδέσεις και αισθητηριακές εμπειρίες, αναγνώσεις και νέες αντιλήψεις, κινητοποιώντας το συναίσθημα και το βλέμμα.
Η δεύτερη έκθεση της Συλλογής της Ειρήνης Παναγοπούλου έχει τίτλο «Όλα όσα γνωρίζω είναι ένας δανεικός χάρτης», θα διαρκέσει από τις 20 Μαΐου 2026 έως τις 2 Απριλίου 2027, και την έχει επιμεληθεί ο Άκης Κόκκινος.
Διερευνά την πρακτική του συλλέγειν ως τρόπο να αντιληφθεί κανείς ποιες ιστορίες προστατεύονται, ποιες εκτίθενται και ποιες αποθηκεύονται. Αμφισβητώντας τα κληροδοτημένα συστήματα ταξινόμησης και ιεράρχησης που επιβάλλονται από τις κυρίαρχες ιδεολογίες, η έκθεση προτείνει νέους, απελευθερωμένους τρόπους προσέγγισης της γνώσης και της ερμηνείας του κόσμου.
Φέρνοντας σε επαφή αρχειακό υλικό και έργα σύγχρονων καλλιτεχνών, τα 49 συνολικά αντικείμενα της έκθεσης αψηφούν την αυθεντία των συστημάτων οργάνωσης και ταξινόμησης και επιτρέπουν σε εναλλακτικές μορφές γνώσης να παρατίθενται ακόμα και αν είναι αποσπασματικές, ρευστές ή ακόμα και δυσανάγνωστες.
Αμφισβητεί, επίσης, τις νόρμες που ελέγχουν τον τρόπο με τον οποίο τα αντικείμενα, τα ανθρώπινα τεχνουργήματα και τα δημιουργήματα της φύσης ταξινομούνται, κατηγοριοποιούνται και εκτίθενται. Μέσω των βιτρινών και των πάνελ αποθήκευσης αυτά τα συστήματα διαμορφώνουν την αντίληψή μας για την ιστορία, περιορίζοντάς την ταυτόχρονα σε συγκεκριμένες χωροχρονικές διαστάσεις.
Ένα δυναμικό οικοσύστημα της τέχνης
Περιβεβλημένη από γυαλί, προσομοιάζοντας σε ενυδρείο, η έκθεση μεταμορφώνεται σε ένα δοχείο που ελέγχει και διαφυλάττει τη συλλογή. Ταυτόχρονα, προβάλλει τη συνθήκη συνεχούς κίνησης που υπάρχει εντός του ενυδρείου, ενεργοποιώντας ένα δυναμικό οικοσύστημα στο οποίο ο θεατής συμμετέχει ενεργά. Οι ρόλοι αντιστρέφονται, τα αντικείμενα γίνονται υποκείμενα και η αφήγηση επεκτείνεται πέρα από τα επιβαλλόμενα όρια. Σε αυτόν τον χώρο οι επισκέπτες καλούνται να αμφισβητήσουν, να διαγράψουν και να ξαναγράψουν τους δικούς τους «χάρτες» μέσω της αλληλεπίδρασής τους με τη συλλογή.
«Ό,τι κάνουμε στο εικαστικό κομμάτι, αν δεν υπάρχει μοίρασμα με το κοινό, χάνει το νόημά του», λέει ο επιμελητής της έκθεσης Άκης Κόκκινος. «Αυτή την έκθεση την προετοιμάζουμε εδώ και πολύ καιρό, δόθηκε χρόνος στην επιμέλεια από την Ειρήνη Παναγοπούλου και μια ομάδα από δυναμικές γυναίκες και δημιουργήθηκε ένας ασφαλής χώρος προετοιμασίας και παραγωγής που μου επέτρεψε να αποφύγω τους εντυπωσιασμούς. Όπως φαντάζεστε, όταν μπαίνεις σε μια τέτοια συλλογή, πολύ εύκολα μπορείς να συγκλονιστείς με διάφορα πράγματα που βλέπεις, αλλά μέσα από αυτήν τη διαδικασία και μέσα από την πολυτέλεια του χρόνου μπόρεσα να μείνω στο τι είναι πραγματικά ουσιαστικό γι' αυτό που θέλω να πω. Η έκθεση, συνεπώς, είναι ένας στοχασμός πάνω στην πρακτική του συλλέγειν, μας προσκαλεί να αναλογιστούμε τους δανεικούς χάρτες που φέρουμε εντός μας. Ταυτόχρονα θέτει το ερώτημα τι σημαίνει να διατηρεί κάποιος ένα αντικείμενο, μια ιστορία, μια αφήγηση και σε κάποιες περιπτώσεις μια ζωή, ποιος επιλέγει ποιες ιστορίες θα διατηρηθούν, ποιες θα εκτεθούν και ποιες θα μείνουν για πάντα στην αποθήκη. Φέρνοντας σε επαφή αρχειακό υλικό και έργα σύγχρονων καλλιτεχνών τα 49 συνολικά αντικείμενα της έκθεσης αψηφούν την αυθεντία των συστημάτων οργάνωσης και ταξινόμησης, επιτρέποντας σε εναλλακτικές μορφές γνώσης να παρατίθενται ακόμα και αν είναι αποσπασματικές, ρευστές ή ακόμα και δυσανάγνωστες.
Οι χάρτες δεν είναι ουδέτεροι. Ουδέτερα δεν είναι ούτε τα μουσεία ούτε τα μέσα ενημέρωσης. Ακόμη και οι ζωολογικοί κήποι, τα ενυδρεία, όλα έχουν έρθει στις κοινωνίες μας για να επιτελέσουν κάποιους σκοπούς. Οπότε αυτή η έκθεση μας επιτρέπει κάπως να δούμε όλα αυτά που παραμένουν διάφανα. Αυτός ο χώρος δεν είναι ένα white cube, είναι ένας τόπος έκθεσης και αποθήκευσης. Αυτό, μαζί με την εγγύτητα στη θάλασσα, τη σύνδεση της συλλέκτριας με το νερό και το γεγονός ότι η συλλογή συμβολίζεται με ένα κοχύλι και ο χώρος είναι περιβεβλημένος από γυαλί με ενέπνευσαν να σκεφτώ όλη την έκθεση σαν ένα ενυδρείο, το οποίο φροντίζεται, προστατεύεται, αγκαλιάζεται, παρατηρείται, εκτίθεται, αλλά ταυτόχρονα παραμένει προστατευμένο».
Marginalia ή (πολύτιμα) πράγματα στο περιθώριο
Επιλέγοντας ως τίτλο των ενοτήτων τη λέξη «Marginalia», έναν λατινικό όρο που χρησιμοποιείται για τα σημάδια, τα σχόλια, τις επεξηγήσεις, ακόμα και τα σχέδια που γράφονται στα περιθώρια ενός χάρτη ή ενός βιβλίου η έκθεση διαρθρώνεται σε έξι ενότητες.
Αφετηρία της πρώτης ενότητας είναι το έργο «Κάθε πόρτα και ένας τοίχος» της Mona Hatoum, μια ημιδιαφανής κουρτίνα που απεικονίζει θολές εικόνες, κομμένες από εφημερίδα. Οι επισκέπτες καλούνται να την περάσουν, συμμετέχοντας σε μια επιτελεστική και σκηνοθετημένη συνθήκη της έκθεσης. Πρόκειται για ένα έργο που χαρτογραφεί την εξουσία, τα γεωγραφικά σύνορα και σχολιάζει τα συστήματα συνοριακών ελέγχων. Ο θεατής περνά το νοητό αυτό σύνορο για να ανακαλύψει τις δικές του πραγματικότητες.
Στη δεύτερη ενότητα μια επιλογή έργων εστιάζει σε ανορθολογικά, περιθωριοποιημένα συστήματα πεποιθήσεων, προτείνοντας αμφίσημες και εύθραυστες μορφές γνώσης. Οι καλλιτέχνες και καλλιτέχνιδες που παρουσιάζονται εδώ άντλησαν έμπνευση για τη δουλειά τους από τα στοιχεία της φύσης –τη γη, τη φωτιά, το ξύλο, το νερό, τα μαγνητικά πεδία– καθώς και από την πνευματικότητα, τη χειροτεχνία και τον αόρατο κόσμο. Σε ένα ανοιχτό συρτάρι συναντάμε ένα προικοσύμφωνο από τη Σμύρνη του 1814, πλάι σε ένα πιστοποιητικό διαζευκτηρίου του 1898 που εκδόθηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, αντικείμενα που φέρνουν στο προσκήνιο έμφυλα συστήματα εξουσίας. Ανάμεσα σε έργα των Susan Hiller, Γιάννη Κουνέλλη και Λουκά Σαμαρά δεσπόζει η εμβληματική ντουλάπα της Μαρίας Λοϊζίδου, ένα έργο με τίτλο Συλλογική Αυτοβιογραφία: σε μια ανακατασκευασμένη ντουλάπα των αρχών του 20ού αιώνα εκτίθενται μικρά γλυπτά, σχέδια, βίντεο, σημειωματάρια και βιβλία από το ατελιέ της καλλιτέχνιδας, ξεδιπλώνοντας ένα σύνολο «αρχειακών έργων τέχνης» τριάντα ετών.
Ο «Νεαρός που φοράει τις μπότες του» του Γιάννη Τσαρούχη «ανοίγει» την τρίτη ενότητα, με τον χώρο γύρω από αυτόν να αποκτά πολιτικό και στοχαστικό χαρακτήρα· ό,τι υπήρξε για καιρό κρυμμένο, καταπιεσμένο ή περιθωριοποιημένο μπορεί να αναδυθεί στιγμιαία, ιδίως σε ό,τι αφορά κουίρ, φεμινιστικές ή λογοκριμένες φωνές. Η έκθεση αποκτά επιτελεστικό χαρακτήρα: μια χορογραφία παρουσιών που σκηνοθετούν αλλά και σκηνοθετούνται από τις φιγούρες που την αποτελούν. Οι Birgit Jürgenssen, Anthony Akinbola και Sin Wai Kin ενεργοποιούν το καμουφλάζ ως στρατηγική αντίστασης στην ταξινόμηση και διαφυγής από το συλλογικό βλέμμα, ενώ αμφιλεγομένες ή λογοκριμένες μορφές όπως ο Αλέξανδρος Ιόλας και ο Wilhelm von Gloeden, έχουν επίσης βρει καταφύγιο εδώ, εντός της συλλογής.
Το λείψανο μιας ρωμαϊκής θριαμβικής αψίδας στέκεται μόνο του σε έναν ξερότοπο στην Αλγερία. Στο βάθος, μια ομάδα παιδιών παίζει ποδόσφαιρο, ενώ μια μοναχική ενήλικη μορφή στέκεται δίπλα στο μνημείο. Παρουσιασμένη μέσα σε lightbox, σχεδόν σαν αρχαιολογικό έκθεμα, η φωτογραφία του Kader Attia ανοίγει την τέταρτη ενότητα, ενώ μια σύνθεση από ιστορικές χαρτογραφίες ξεδιπλώνεται παραδίπλα. Αυτή η επιμελητική χειρονομία σκηνοθετεί μια συνάντηση ανάμεσα σε χάρτες του Παλαιού και του Νέου Κόσμου που αποτυπώνουν ανακαλύψεις αλλά και συστήματα κατάκτησης και αποικιοκρατίας. Δίπλα το έργο E37 του Στάθη Λογοθέτη ξεδιπλώνει ένα ακόμα πολυεπίπεδο τοπίο, αυτό του πάσχοντος σώματος, όπου η γεωγραφία και η σάρκα συγχωνεύονται, αποκαλύπτοντας τον τρόπο με τον οποίο τα συστήματα εξουσίας εγγράφονται όχι μόνο στο έδαφος αλλά και στην ανθρώπινη ζωή.
Το σώμα πρωταγωνιστεί ως τόπος στην πέμπτη ενότητα με γλυπτά από γυναίκες καλλιτέχνιδες που διερευνούν τη μορφή, τον κατακερματισμό και τη σωματική ένταση, προσεγγίζοντας το σώμα ως ένα πεδίο σχέσεων που αναπνέει, αισθάνεται και διαμορφώνεται συνεχώς από τα περιβάλλοντα στα οποία κατοικεί.
Το «Hard Nude» της Sarah Lucas συνομιλεί με τη γλυπτική γλώσσα της Sheila Hicks, οι «Παρτιτούρες Αναπνοής» της Γεωργίας Σαγρή προτείνει την αναπνοή ως μια διακριτική μορφή αντίστασης, τα έργα της Nour Mobarak συνομιλούν με το «Causing Each Other» (18) της Angelika Loderer, όπου τα μανιτάρια και το μυκήλιο εμφανίζονται ως φορείς μετασχηματισμού που κατοικούν και αναδιαμορφώνουν τα έργα εκ των έσω. Το σώμα αναδύεται ως ένα ρευστό περιβάλλον που μεγαλώνει, αποσυντίθεται και συντονίζεται με άλλες μορφές ζωής. Άλλα έργα προτείνουν ενσώματες γλυπτικές μορφές που αιωρούνται μεταξύ παρουσίας και κατακερματισμού.
Στην έκτη και τελευταία ενότητα η έκθεση ολοκληρώνεται με το έργο «Οι πηγές του Δούναβη» του Anselm Kiefer, που παραπέμπει στις απαρχές του πολιτισμού, της ιστορίας και της γεωγραφίας και προσφέρει, με μια ποιητική νότα, τη δυνατότητα μιας ανανεωμένης ανάγνωσης της έκθεσης – είτε μέσα από μια νέα διαδρομή στον χώρο είτε πέρα από αυτόν, έξω από τα γυάλινα παράθυρα. Παραδίπλα, το «Untitled #10 t/b», ένα ενυδρείο που έφτιαξε η Χάρις Επαμεινώνδα ενισχύει τη λογική της γυάλινης προθήκης, η οποία γίνεται ενυδρείο και δίνει την ευκαιρία στους επισκέπτες να βιώσουν μια παράλληλη συνθήκη: περιβαλλόμενοι από γυαλί και παρακολουθούμενοι από κάμερες CCTV, καθίστανται και οι ίδιοι μέρος ενός ελεγχόμενου και ορατού περιβάλλοντος. Ένα μάτι του Petrit Halilaj και δυο κοχύλια του Melik Ohanian εισάγουν μια ένταση μεταξύ αυτού που είναι ορατό και αυτού που παραμένει κρυμμένο, προστατευμένο ή αποσυρμένο. Τα έργα αυτά είναι διατεταγμένα γύρω από μια εύπλαστη αίθουσα μελέτης που λειτουργεί ως εργαλείο ανάγνωσης, δημιουργώντας χώρο για την ανάδυση πολλαπλών οπτικών –από συμμετέχοντες καλλιτέχνες έως ερευνητές– μέσω του ήχου, των εκδόσεων και των έργων που βρίσκονται κοντά το ένα στο άλλο.