Ο πολυδιάστατος καλλιτέχνης και designer Luke Edward Hall, που με την πρακτική του καταρρίπτει τα όρια μεταξύ εικαστικών και εφαρμοσμένων τεχνών, παρουσιάζει στην Αθήνα, στην γκαλερί The Breeder, την τέταρτη ατομική του έκθεση με τίτλο «Dancing with Serpents».
Δημιουργώντας μια ποιητική γλώσσα, ζωντανή και ρευστή, μέσα στην οποία συγκλίνουν μυθολογία, τοπικές παραδόσεις και καθημερινή ζωή, χτίζει συναισθηματικές πραγματικότητες με θεατρική ακρίβεια και σχεδόν ασεβή εκκεντρικότητα, με χρώμα, φαντασία και ψήγματα προσωπικής μυθολογίας που φέρνει ανενδοίαστα και αρμονικά στο προσκήνιο, ως υπενθύμιση ότι η ομορφιά μπορεί ακόμη να είναι προσωπική, συναισθηματική και βαθιά ανθρώπινη.
Σε μια εποχή που αναζητούμε απεγνωσμένα την ομορφιά και που η αισθητική καταναλώνεται και ξεχνιέται γρήγορα, υπερασπίζεται την ανάγκη για προσωπικό χρόνο και την ιδέα ότι οι χώροι, τα αντικείμενα και οι εικόνες μπορούν ακόμη να κουβαλούν μνήμη, φαντασία και ζωή.
Τον συναντήσαμε λίγες ημέρες πριν από τα εγκαίνια της έκθεσής του για μια συζήτηση γύρω από την αισθητική, τη μνήμη, την υπερβολή, τη μοναξιά της δημιουργίας και το τι σημαίνει να ζεις ποιητικά σήμερα.
Το γούστο είναι κάτι απολύτως προσωπικό. Το καλύτερο γούστο είναι το δικό σου. Απεχθάνομαι την ιδέα ότι το γούστο κάποιου θεωρείται «ανώτερο» από κάποιου άλλου. Νομίζω πως μέσα από τα έργα μου μπορώ να επικοινωνήσω με έναν τρόπο με τον οποίο ίσως δεν τα καταφέρνω πλήρως με τον λόγο. Αυτό είναι για μένα η ουσία της ζωγραφικής.
― Τα έργα που παρουσιάζετε σε αυτή την έκθεση είναι εμπνευσμένα από τη μυθολογία της Κορνουάλης. Πώς σας επηρεάζει η τοπική λαογραφία;
Από την παιδική μου ηλικία με γοήτευαν η μυθολογία και η λαογραφία, και έχω δημιουργήσει πολλά έργα εμπνευσμένα από τον κλασικό κόσμο της Ελλάδας και της Ρώμης. Ωστόσο, ζω στην Αγγλία και με συναρπάζει εξίσου η λαογραφία και η μυθολογία της δικής μου χώρας. Μετακόμισα στην Κορνουάλη, έναν τόπο που, παρότι ανήκει στην Αγγλία, διατηρεί μια ξεχωριστή ταυτότητα και είναι εξαιρετικά πλούσιος σε μύθους και παραδόσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι αποκαλείται «η γη των θρύλων», λόγω της κελτικής κληρονομιάς της και των δεσμών της με τον βασιλιά Αρθούρο. Στο έργο μου εξερευνώ συχνά τη λαογραφία που συνδέεται με τη φύση, γιατί ζω στην επαρχία και με συναρπάζει η ιδέα της ανακάλυψης της μαγείας στους λόφους, στα χωράφια και στους μεγαλιθικούς σχηματισμούς που με περιβάλλουν – σαν να υπάρχουν κρυμμένα επίπεδα και αόρατες διαστάσεις. Η λαογραφία με συνδέει με την αίσθηση του τόπου, με τη γη όπου ζω και που αγαπώ.
― Πώς προέκυψε ο τίτλος «Dancing with Serpents»;
Ο τίτλος της έκθεσης προέκυψε μια μέρα ενώ δούλευα πάνω στα καινούργια έργα που θα παρουσίαζα. Διάβαζα για τον «χορό του φιδιού», έναν παραδοσιακό λαϊκό χορό της Κορνουάλης που χορεύεται με τους ανθρώπους πιασμένους χέρι-χέρι να σχηματίζουν μια μακριά κυματοειδή γραμμή και συνδέεται με τις γιορτές του μεσοκαλόκαιρου, του θερινού ηλιοστασίου. Με ελκύουν ιδιαίτερα τα φίδια και τα ερπετά. Το φίδι είναι ένα ιερό και πολυσήμαντο σύμβολο στην κελτική μυθολογία· αντιπροσωπεύει μια βαθιά σύνδεση με τον κάτω κόσμο. Οι Κέλτες θεωρούσαν τα φίδια –ιδιαίτερα το κερασφόρο φίδι που συνδέεται με τον θεό Κερνούνο (Cernunnos)– φύλακες αρχαίας γήινης σοφίας. Ο Κερνoύνος είναι ένας σημαντικός κελτικός θεός της φύσης, της γονιμότητας, της άγριας ζωής και του κάτω κόσμου. Συχνά αποκαλείται «Κερασφόρος Θεός» ή ο «Άρχοντας των Άγριων Πλασμάτων» και ανατρέχω σε αυτόν λόγω της σχέσης του με την άγρια και αδάμαστη φύση.
― Το έργο σας περιστρέφεται γύρω από το παρελθόν και μελετά ή επανεξετάζει τους μύθους. Τι πιστεύετε ότι αναζητούμε σήμερα μέσα από αυτή την επιστροφή σε παλαιότερες αισθητικές;
Οι μύθοι παραμένουν επίκαιροι γιατί αγγίζουν τα άκρα της ανθρώπινης εμπειρίας και του συναισθήματος: τον έρωτα, την απώλεια, τη χαρά, τον πόνο, τον θάνατο. Για μένα, οι μύθοι μετατρέπουν αυτές τις πρωταρχικές και ωμές ανθρώπινες εμπειρίες σε ποίηση. Το λαογραφικό στοιχείο, που φυσικά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη μυθολογία, αποτελεί μια ζωντανή παράδοση που εξελίσσεται συνεχώς. Παρ’ όλα αυτά, είναι δύσκολο να οριστεί – και αυτό το βρίσκω υπέροχο. Από τη μία είναι κάτι απολύτως καθημερινό: η ζωγραφισμένη πινακίδα μιας παμπ είναι λαογραφικό στοιχείο, όπως και μια παράξενη, περίτεχνη ιστορία για ένα πλοίο-φάντασμα ή μια γοργόνα που αναδύεται από τα βάθη της θάλασσας. Νομίζω πως το έργο μου έχει να κάνει με τον ρομαντισμό και την αφήγηση, αλλά ταυτόχρονα έχει τις ρίζες του στις προσωπικές μου εμπειρίες, στον εσωτερικό μου κόσμο και στους τόπους που αγαπώ και αποκαλώ «σπίτι». Αυτά τα στοιχεία συνυφαίνονται στο έργο μου.
— Η φαντασία, η δημιουργία μορφών και τόπων που μοιάζουν να αναδύονται από μια μνήμη στο παρόν, είναι σταθερό στοιχείο στο έργο σας. Πρόκειται για μια μορφή διαφυγής ή για έναν τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας;
Νομίζω πως είναι και τα δύο. Τα έργα μου συνδυάζουν φανταστικές αφηγήσεις με προσωπικές εμπειρίες και έντονες δόσεις μυθολογίας. Φτάνει κάποια στιγμή που δεν μπορώ να ξεχωρίσω αυτά τα στοιχεία και το έργο μου μοιάζει με έναν ονειρικό τόπο όπου η μυθολογία και η προσωπική ταυτότητα συγχωνεύονται, όπου το τοπίο και η φαντασία διαλύονται το ένα μέσα στο άλλο.
― Πέρυσι, η επιμελήτρια Τζέμα Ρολς-Μπέντλεϊ έγραψε ότι τοποθετείτε τις μορφές σας «σε έναν τόπο queer καταφυγίου, όπου η ταυτότητα είναι ανοιχτή, ρευστή και ελεύθερη».
Μου αρέσει αυτή η ανάγνωση, γιατί ως queer ζωγράφος πιστεύω ότι υπήρχε πάντα κάπου στο βάθος του ασυνείδητού μου η επιθυμία να ζωγραφίζω μορφές που είναι απόλυτα ο εαυτός τους, μέσα σε περιβάλλοντα ξεχωριστά, αλλόκοσμα και θαυμαστά.
― Πιστεύετε ότι η τέχνη μπορεί ακόμη να αλλάξει τον τρόπο που αισθανόμαστε ή τον τρόπο που ζούμε;
Απολύτως. Η τέχνη ως δύναμη του καλού είναι κάτι πολύπλοκο και πολυεπίπεδο – έχει να κάνει με την αυτογνωσία, με νέες οπτικές και τρόπους σκέψης, με τη βαθιά σύνδεση με τους άλλους, με την ψυχική υγεία, με την προσωπική εξέλιξη και έκφραση. Πιστεύω επίσης ότι η ίδια η πράξη της δημιουργίας με τα χέρια μας κάνει τον κόσμο έναν τόπο πολύ πιο πλούσιο σε θαύματα.
― Σε μια εποχή που κυριαρχείται από την κουλτούρα της εικόνας, έχετε καλλιεργήσει μια ιδιαίτερη εικαστική γλώσσα μέσα από έργα άμεσα αναγνωρίσιμα. Ποιες είναι οι βάσεις και οι πηγές αυτής της καλλιτεχνικής αναζήτησης και πώς ορίζετε την αυθεντικότητα σε μια εποχή συνεχούς έκθεσης και ορατότητας;
Η καλλιτεχνική μου αναζήτηση είναι μια προσπάθεια να εκφράσω τον εαυτό μου και τα ενδιαφέροντά μου. Στην ουσία πρόκειται για μια προσπάθεια να επαναφέρω την έννοια της μαγείας της ζωής και του τοπίου, την ανακάλυψή της μέσα στην καθημερινότητα, την αδιάκοπη αναζήτηση του θαυμαστού και της ομορφιάς μέσα σε έναν σύνθετο κόσμο. Η αυθεντικότητα, στην πιο απλή της μορφή, είναι το σημείο στο οποίο οι πράξεις και οι συμπεριφορές ενός ανθρώπου ευθυγραμμίζονται με τις αληθινές εσωτερικές του αξίες, τις πεποιθήσεις και την προσωπικότητά του, αντί να καθορίζονται από εξωτερικές πιέσεις ή προσδοκίες. Οφείλω να είμαι ειλικρινής: αξιολογώ διαρκώς την αυθεντικότητά μου και πιστεύω πως αυτό είναι εξαιρετικά υγιές. Θέλω πάντα να δημιουργώ έργα αληθινά, αλλά υπάρχουν και εξωτερικές πιέσεις. Κάποιοι άνθρωποι έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες, μπορεί να προκύψουν δουλειές που πρέπει να αποφασίσω αν θέλω πραγματικά να τις αναλάβω ή όχι. Προσπαθώ συνεχώς να διασφαλίζω πως ό,τι κάνω –είτε πρόκειται για ζωγραφική είτε για σχεδιασμό εσωτερικών χώρων ή μιας συλλογής ρούχων– με κάνει ευτυχισμένο και μου δίνει μια αίσθηση πληρότητας, ότι λέει κάτι ουσιαστικό και αντανακλά πραγματικά τα ενδιαφέροντα, τα συναισθήματα και τον εσωτερικό μου κόσμο.
Αυτό απαιτεί συνεχή αυτοπαρατήρηση, γιατί πρέπει να προσπαθώ να μένω πιστός στη δική μου πορεία, αν και, βέβαια, η πορεία δεν είναι ποτέ απολύτως ξεκάθαρη. Αλλά έτσι είναι η ζωή, νομίζω, όλοι μας χρειάζεται να παραδινόμαστε κάπως στο άγνωστο, διατηρώντας ταυτόχρονα μέσα μας ένα σύνολο αξιών.
― Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο συναίσθημα που προσπαθείτε να αποτυπώσετε μέσα από το έργο σας; Είστε ένας καλλιτέχνης που υπερασπίζεται έντονα τη σημασία της αισθητικής.
Το έργο μου σχετίζεται πολύ με τον αισθησιασμό. Νομίζω πως το συναίσθημα που προσπαθώ περισσότερο να αποδώσω είναι ένα είδος λαχτάρας. Για τι όμως; Ίσως για το υψηλό και το υπερβατικό που σου προκαλεί μια συντριπτική, απέραντη αίσθηση δέους. Η απεραντοσύνη της φύσης εμφανίζεται συχνά στα έργα μου, σε συνδυασμό με ανθρώπινες μορφές, γιατί με ενδιαφέρει το πώς η φύση μπορεί να είναι τόσο απέραντα όμορφη και ισχυρή ώστε να μη μας μένει άλλη επιλογή παρά να παραδοθούμε ολοκληρωτικά σε αυτήν.
― Υπάρχει σήμερα κάτι ριζοσπαστικό στην αναζήτηση της ομορφιάς;
Πιστεύω πως ναι. Η ομορφιά παίρνει πολλές μορφές, συχνά απρόσμενες. Όταν σκέφτομαι τα πράγματα που θεωρώ όμορφα, βλέπω ότι υπάρχει μέσα τους μια ιδιότυπη παραδοξότητα, ένα άνθος ίριδας με σχεδόν εξωγήινα χρώματα ή αντικείμενα φτιαγμένα στο χέρι που φέρουν πάνω τους τα ίχνη του δημιουργού τους. Πρόσφατα διάβασα μια συνέντευξη του Ντρις Βαν Nότεν σχετικά με το νέο του ίδρυμα στη Βενετία, το οποίο ανυπομονώ να επισκεφθώ. Είπε: «Για να έχεις μια ευτυχισμένη ζωή, πρέπει να μπορείς να δημιουργείς πράγματα. Όταν συνδέεσαι με αντικείμενα, συνδέεσαι με άλλους ανθρώπους, και αυτό για μένα παραμένει εξαιρετικά σημαντικό». Συμφωνώ απόλυτα. Για μένα, η δημιουργία –είτε μιλάμε για ένα έργο τέχνης, για έναν κήπο ή ακόμη και για ένα δείπνο για το πρόσωπο που αγαπάμε– είναι το ίδιο το νόημα της ζωής. Και ίσως αυτή να είναι μια ριζοσπαστική, όσο και απλή ιδέα: ιδιαίτερα στη νέα εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, το να φτιάχνουμε πράγματα με τα χέρια μας κάνει πραγματικά τον κόσμο καλύτερο.
― Πέρα από τη ζωγραφική, η πρακτική σας επεκτείνεται στον σχεδιασμό εσωτερικών χώρων, στη μόδα, στις τοιχογραφίες και στην εικονογράφηση. Το έργο σας μοιάζει να αντιστέκεται στη σύγχρονη εμμονή με τον μινιμαλισμό. Είναι η υπερβολή, για εσάς, μια μορφή αντίστασης;
Παλιότερα ανησυχούσα πολύ, δεν ήξερα αν έπρεπε να περιοριστώ σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, να επικεντρωθώ αποκλειστικά σε μία πρακτική. Ακόμη το σκέφτομαι κάποιες φορές. Όμως ποτέ δεν λειτούργησα έτσι. Λατρεύω τον πειραματισμό, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Δεν ισχυρίστηκα ποτέ ότι είμαι ειδικός, αλλά ελπίζω ότι η αυθεντική χαρά και η αίσθηση θαυμασμού που αντλώ από τη δουλειά μου γίνονται ορατές σε όσα δημιουργώ. Πλέον πιστεύω ότι το μόνο που μπορούμε πραγματικά να κάνουμε είναι να εργαζόμαστε με έναν τρόπο που μας φαίνεται φυσικός και σωστός. Πρέπει να πειραματιζόμαστε συνεχώς.
― Μέσα από το έργο σας μοιάζετε να υπερασπίζεστε την ιδέα ότι οι χώροι, τα αντικείμενα και οι εικόνες μπορούν ακόμη να φέρουν μνήμη, φαντασία και ζωή. Τι σημαίνει, λοιπόν, για εσάς «γούστο»;
Το σπίτι μου είναι γεμάτο αντικείμενα που κουβαλούν αναμνήσεις και αφηγούνται ιστορίες. Η λέξη «γούστο» δεν είναι κάτι που σκέφτομαι ιδιαίτερα. Το γούστο είναι κάτι απολύτως προσωπικό. Το καλύτερο γούστο είναι το δικό σου. Απεχθάνομαι την ιδέα ότι το γούστο κάποιου θεωρείται «ανώτερο» από κάποιου άλλου. Δεν μου αρέσουν οι τάσεις, ούτε και η έννοια του «διαμορφωτή γούστου», παρότι παραδέχομαι ότι μου έχουν αποδώσει αυτόν τον χαρακτηρισμό στο παρελθόν.
― Τι σημαίνει «πολυτέλεια» σε έναν κόσμο υπερκατανάλωσης και πώς μπορεί ένας δημιουργός να διατηρήσει την αυθεντικότητά του μέσα σε αυτόν;
Για μένα, πολυτέλεια είναι ακριβώς αυτό: η αυθεντικότητα. Πολυτέλεια είναι το εστιατόριο της γειτονιάς όπου επιστρέφεις ξανά και ξανά γιατί νιώθεις σαν στο σπίτι σου· είναι τα πρώτα σπαράγγια της εποχής ή το κελάηδισμα των πουλιών ένα πρωινό του Μαΐου. Από την άλλη, συνεργάζομαι συχνά με εταιρείες πολυτελείας για τη δημιουργία προϊόντων, και αυτό ίσως μοιάζει αντιφατικό σε σχέση με όσα μόλις είπα. Όμως επιλέγω πολύ προσεκτικά τις συνεργασίες μου, και πολλές από αυτές τις εταιρείες διαθέτουν υπέροχη ιστορία και δημιουργούν αντικείμενα εξαιρετικής ποιότητας. Ναι, πολυτέλεια μπορεί να είναι μια πραγματικά εξαιρετική ντομάτα, αλλά μπορεί να είναι και ένα όμορφο ύφασμα ή μια πορσελάνη. Όμως δεν ταυτίζω την πολυτέλεια με τα χρήματα, γιατί ένα πολυτελές ύφασμα μπορεί να είναι ένα παλιό κομμάτι που βρήκες σε ένα vintage κατάστημα και η «πορσελάνη» ένα αστείο κεραμικό ζωάκι που έχει φτιάξει ο μικρός σου ανιψιός. Νομίζω πως η πολυτέλεια έχει να κάνει με την πολύτιμη φύση των πραγμάτων, με την αξία ενός αντικειμένου που είναι αντίκα, του χρόνου που περνάμε με τους ανθρώπους που αγαπάμε, του πρώτου τριαντάφυλλου που ανθίζει το καλοκαίρι.
― Ποιος είναι ο μεγαλύτερος φόβος για έναν δημιουργό;
Το να μην έχει αρκετό χρόνο να κάνει όλα όσα θα ήθελε. Ο χρόνος είναι, τελικά, η μεγαλύτερη πολυτέλεια.
― Αν έπρεπε να περιγράψετε τη δημιουργική σας ταυτότητα ως συναίσθημα και όχι ως αισθητική, ποιο θα ήταν αυτό;
Πολύ δύσκολη ερώτηση. Μου αρέσει πολύ η έννοια του υψηλού, για την οποία μιλούσα νωρίτερα, γιατί είναι δύσκολο να εξηγηθεί πλήρως. Ίσως το υψηλό να είναι περισσότερο μια έννοια, κάτι που περιγράφει ένα μέγεθος ή κάτι μεγαλοπρεπές, τόσο συντριπτικό, σωματικά ή συναισθηματικά, ώστε να προκαλεί δέος και θαυμασμό. Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή η έννοια σε σχέση με τη φύση. Νομίζω επίσης ότι τα έργα μου φέρουν κάποιες φορές μια διακριτική μελαγχολία. Δεν είμαι πραγματικά μελαγχολικός άνθρωπος –είμαι αισιόδοξος!– αλλά πιστεύω πως η πιο μελαγχολική πλευρά μου εμφανίζεται ανεπαίσθητα στους πίνακές μου. Η μελαγχολία υπερκαλύπτεται κυρίως από μια αίσθηση, νομίζω (ή θέλω να πιστεύω), ελπίδας και ελευθερίας.
— Τα έργα σας συχνά απεικονίζουν μια ιδανική κατάσταση, γαλήνια τοπία, μορφές που εκφράζουν επιθυμία και συναίσθημα. Οι σύγχρονοι άνθρωποι μοιάζουν συχνά ανίκανοι να εκφράσουν πλήρως αυτή την παλέτα και την ποιότητα συναισθημάτων. Τι θέλετε να τονίσετε επαναφέροντας τέτοιες εικόνες στη ζωγραφική σας;
Νομίζω πως μέσα από τα έργα μου μπορώ να επικοινωνήσω με έναν τρόπο με τον οποίο ίσως δεν τα καταφέρνω πλήρως με τον λόγο. Αυτό είναι για μένα η ουσία της ζωγραφικής. Είμαι αρκετά ντροπαλός και το σχέδιο και η ζωγραφική υπήρξαν πάντοτε ένας τρόπος έκφρασης για μένα. Μου αρέσει να γράφω και να μιλώ για τη ζωγραφική μου, αλλά, ειλικρινά, ο λόγος που τα κάνω όλα αυτά είναι ακριβώς για να ξεφεύγω λίγο από το γράψιμο και την ομιλία.
― Ποια έργα ζωγραφικής και ποίησης θεωρείτε ότι βρίσκονται πιο κοντά στη δική σας πρακτική;
Σε επίπεδο καλλιτεχνών, νιώθω ιδιαίτερη σύνδεση με queer δημιουργούς του παρελθόντος και ειδικά με τους Βρετανούς νεορομαντικούς: τον Τζον Mίντον, τον Τζον Κράξτον, τους καλλιτέχνες της ομάδας Bloomsbury – ιδιαίτερα τον Ντάνκαν Γκραντ. Αγαπούσα πάντα το έργο των Στίβεν Τέναντ, Σέσιλ Μπίτον και Όλιβερ Μέσελ. Μου αρέσει επίσης ο Ουίλιαμ Μπλέικ.
― Ζωγραφίζετε στη σιωπή ή ακούγοντας κάτι;
Συχνά ακούω μουσική και σκέφτομαι μέσα από αυτήν όταν ζωγραφίζω. Για μένα, η μουσική και η ζωγραφική είναι αδιαχώριστες. Ακούω πολλά διαφορετικά είδη, από κλασική και folk μέχρι ηλεκτρονική μουσική, όμως η ηλεκτρονική μουσική είναι το αληθινό σάουντρακ της ζωγραφικής μου, ατμοσφαιρική ηλεκτρονική μουσική, ας πούμε.
Μερικοί από τους καλλιτέχνες που άκουγα ενώ δούλευα για τη νέα αυτή έκθεση ήταν οι Bby Eco, Vilde Tuv, Magda Drozd και Clarissa Connelly. Ο Πάτρικ Βολφ είναι ο αγαπημένος μου μουσικός – η μουσική του αποτελεί για μένα καθημερινή συντροφιά και πηγή έμπνευσης εδώ και είκοσι χρόνια.
― Αν μπορούσατε να κάνετε χώρο στη ζωή σας για ακόμη ένα πράγμα, ποιο θα ήταν αυτό;
Περισσότερα σκυλιά.
Λίγα λόγια για τον Luke Edward Hall
Ο Luke Edward Hall είναι Βρετανός καλλιτέχνης και σχεδιαστής. Το έργο του εκτείνεται από το σχέδιο εσωτερικών χώρων, τη μόδα και τις τοιχογραφίες μέχρι την εικονογράφηση. Έχει συνεργαστεί με μουσεία και ιδρύματα όπως το Λούβρο, η Βασιλική Ακαδημία Τεχνών στην Αγγλία, το Victoria & Albert Museum καθώς και με διεθνείς οίκους μόδας, υφασμάτων και πορσελάνης: Burberry, Lanvin, Christie’s, Ginori 1735, Svenskt Tenn, Rubelli και Diptyque. Το 2020 ολοκλήρωσε το πρώτο του μεγάλο έργο στον τομέα του σχεδιασμού και της καλλιτεχνικής διεύθυνσης με τα εγκαίνια του Hôtel Les Deux Gares στο Παρίσι. Έχει ολοκληρώσει έργα σχεδιασμού για το Amaru στο ξενοδοχείο Kulm στο St Moritz και για το Hotel Saint-Georges στη Megève. Το 2022 λάνσαρε το δικό του brand, Chateau Orlando, που περιλαμβάνει ρούχα και είδη σπιτιού. Τα βιβλία του «Greco Disco: The Art & Design of Luke Edward Hall», «A kind of magic: The kaleidoscopic world of Luke Edward Hall», και «300,000 Kisses: Tales of queer love from the Ancient World» κυκλοφόρησαν από τους εκδοτικούς οίκους teNeues, Vendome και Penguin. Από το 2019 έως το 2025 αρθρογραφούσε στους «Financial Times» («FT Weekend»), απαντώντας σε ερωτήσεις των αναγνωστών σχετικά με την εσωτερική διακόσμηση και την ευεξία. Έχει παρουσιάσει ατομικές εκθέσεις με την γκαλερί The Breeder στην Αθήνα («Figs and honey and sailing», 2021 / «The hunter hunts in a pink mist», 2022), στην Πάτμο («I walk over the mountains and the waves», 2024) και στο Λονδίνο («300,000 Kisses στο Frieze No.9 Cork Street, 2023). Έχει εκθέσει, επίσης, στις γκαλερί Daniel Cooney Fine Art στη Νέα Υόρκη (2023) και Patricia Low Contemporary στη Βενετία (2025). Συμμετέχει στη 2η Μπιενάλε Σύγχρονης Κεραμικής στη Ρόδο.
Βρείτε περισσότερες πληροφορίες για την έκθεση εδώ.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.