Η Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, μια συλλογή μοναδική στο είδος της όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο, αλλά και στην Ευρώπη. Καταρχάς, δεν είναι πινακοθήκη: τα έργα του Γκίκα εκτίθενται μόνο σε δύο από τους πέντε συνολικά ορόφους του κτιρίου, μαζί με άλλα έργα τέχνης, έπιπλα και αντικείμενα από την προσωπική του συλλογή, αλλά και κειμήλια της οικογένειάς του. Το όνομα «Πινακοθήκη Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα» αναφέρεται στην παλαιότερη λειτουργία του κτιρίου, όταν μόνο οι δύο τελευταίοι όροφοι ήταν σε χρήση, και δικαιωματικά διατηρήθηκε στη νέα συλλογή, ως φόρος τιμής στον καλλιτέχνη και την προσφορά του. Κατά δεύτερον, η σημερινή μορφή της Πινακοθήκης δεν είναι αφιερωμένη στη γενιά του ’30 αλλά αποτελεί μια συνολική προσπάθεια να αποτυπωθεί η πνευματική δημιουργία ολόκληρου σχεδόν του 20ού αιώνα.

 

Πρόκειται για την πρώτη στην Ελλάδα προσπάθεια να αποτυπωθεί συνθετικά η συνολική πνευματική δημιουργία, με την ανάδειξη της εσωτερικής διαλεκτικής σχέσης των ποικίλων εκφράσεων του ανθρώπινου πνεύματος. Υπερβαίνοντας, αλλά όχι παραγνωρίζοντας τις ειδολογικές διαφορές, στόχος της συλλογής είναι να αναδειχτούν οι ιστορικές συνθήκες, οι αισθητικές αντιλήψεις, τα λογοτεχνικά ρεύματα, οι ιδεολογικές επιλογές, μέσα από τις οποίες διαμορφώθηκε το «πρόσωπο» του ελληνικού κόσμου τις κρίσιμες εκείνες δεκαετίες. Μέσα από έργα τέχνης, χειρόγραφα, εκδόσεις, φωτογραφίες και προσωπικά αντικείμενα ο επισκέπτης συμμετέχει σε ένα συναρπαστικό ταξίδι στον κόσμο των ιδεών στην Ελλάδα του 20ού αιώνα, όπου βέβαια κομβικό και καθοριστικό ρόλο έχει η γενιά του ’30.

 

Η φυσιογνωμία μιας γενιάς μπορεί να εκτιμηθεί μόνο μετά την πάροδο του χρόνου. Το κείμενο των υπογραφών και η φωτογραφία στο σπίτι του Θεοτοκά είναι μια δήλωση της παρουσίας της αλλά και μια απόδειξη της συνέχειάς της.

 

Το αντικείμενο

Ένα απλό φύλλο χαρτί, μεγέθους Α4 θα λέγαμε με σημερινή ορολογία, με την αναγραφόμενη διεύθυνση πάνω δεξιά (Βασιλίσσης Σοφίας 90) του σπιτιού του Γιώργου Θεοτοκά. Κάτω από τον τίτλο «Η γενεά του 30 μετά 33 έτη! 9.Μαρτ.1963. Στο σπίτι του Γιώργου Θεοτοκά» υπάρχουν οι υπογραφές των (με τη σειρά που αναγράφονται): Γιώργου Κατσίμπαλη, Γιώργου Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη, Ανδρέα Εμπειρίκου, Κ.Θ. Δημαρά, Γιώργου Θεοτοκά, Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, Κοσμά Πολίτη, Άγγελου Τερζάκη, Στέλιου Ξεφλούδα, Ανδρέα Καραντώνη και Ηλία Βενέζη. Η συνοδευτική φωτογραφία κατά πάσα πιθανότητα έχει τραβηχτεί από τον Άγγελο Κατακουζηνό.

 

Το σπουδαίο αυτό τεκμήριο αποτελεί δωρεά προς το μουσείο της κ. Άννας Βενέζη-Κοσμετάτου, κόρης του Ηλία Βενέζη. Η δωρεά έγινε το 2009, όταν με την αδιάκοπη φροντίδα του Άγγελου Δεληβορριά ξεκίνησε η συστηματική επιλογή και συγκέντρωση του υλικού που βρίσκεται σήμερα στη συλλογή της πινακοθήκης.

 

Η γενιά του ’30 ως όρος εμφανίζεται στην κριτική περίπου από τα μέσα της δεκαετίας του ’30. Καθιερώνεται όμως ως αντικείμενο μελέτης και κριτικής, θετικής και αρνητικής, την επόμενη δεκαετία. Ο Γιώργος Θεοτοκάς, στα «Τετράδια Ημερολογίου» του (Εστία, Αθήνα 1987), ισχυρίζεται πως αυτός πρώτος καθιέρωσε τον όρο. Για πολλούς μελετητές, η πρώτη επίσημη, αν μπορεί κανείς να το πει αυτό, αναφορά του όρου «γενιά του ’30» γίνεται στις 22 Νοεμβρίου 1947, όταν ο Θεοτοκάς έδωσε μια διάλεξη στη λέσχη «Αθήναιον» με θέμα «Η λογοτεχνική γενεά του ’30».

 

Ο Γιώργος Θεοτοκάς θεωρείται σήμερα, και όχι άδικα, ο ιθύνων νους της γενιάς του ’30. Ο ίδιος διεκδικούσε με συνέπεια τον ρόλο του εκπροσώπου της, αναλάμβανε την υπεράσπισή της και προσδιόριζε τις θεωρητικές κατευθυντήριες γραμμές. Πολυγραφότατος και ο ίδιος, είχε την ικανότητα να αναφέρεται σε εντελώς διαφορετικά πεδία, από την πολιτική και την κοινωνική ζωή μέχρι τη βιβλιοκρισία και τη θεωρία της τέχνης, κρατώντας πάντοτε χαμηλούς τόνους και προσπαθώντας να αποφύγει τις έντονες αντιπαραθέσεις. Αν και ποτέ δεν υπήρξε η εμβληματική μορφή της γενιάς (Σεφέρης), ούτε καν ο αρχηγός που κινούσε υπογείως τα νήματα (Κατσίμπαλης), διεκδίκησε για τον εαυτό του και ανέλαβε με απόλυτη επιτυχία τη θέση του διαχρονικού υπερασπιστή της. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να δούμε και τις υπογραφές της γενιάς, στο σπίτι του, τριάντα χρόνια μετά.

 

Το 1929 πρωτοκυκλοφορεί το «Ελεύθερο Πνεύμα», το δοκίμιο που θεωρήθηκε το πνευματικό μανιφέστο της γενιάς του ’30. Περισσότερο όμως από αυτό, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι το «Ελεύθερο Πνεύμα» αποτελεί όχι μόνο την πρώτη σκιαγράφηση της θεωρητικής προσέγγισης του Θεοτοκά αλλά και μια μικρογραφία, σαν «προλεγόμενα» του τι θα επεδίωκε και του τι θα συνέβαινε στους κόλπους της τα επόμενα χρόνια. Σε γενικές γραμμές, στο δοκίμιο αυτό δηλώνονται οι βασικές θέσεις του Θεοτοκά που έχουν να κάνουν α) με τις σχέσεις με την Ευρώπη β) με την ελληνική παράδοση γ) με την πρόταξη του φιλελευθερισμού ως ιδανικού δόγματος. Το μοντέλο που προτείνει ο Θεοτοκάς έχει μια (δημιουργική;) αντίφαση: ενώ αφενός προκρίνει, ως γνήσιος φιλελεύθερος εκείνα τα χρόνια, την αξία του ατόμου και την απόλυτη πίστη στην ελευθερία της γνώμης και των πράξεών του, αφετέρου προβάλλει τη σπουδαιότητα της κοινής δράσης και του συντονισμού ενός συνόλου για τον κοινό σκοπό. Αν αναχθεί η αντίφαση αυτή στο πλαίσιο της γενιάς, απαντάται εν μέρει και το βασικό ερώτημα της κοινής ή όχι δράσης των εκπροσώπων της.

 

Η φυσιογνωμία μιας γενιάς μπορεί να εκτιμηθεί μόνο μετά την πάροδο του χρόνου. Το κείμενο των υπογραφών και η φωτογραφία στο σπίτι του Θεοτοκά είναι μια δήλωση της παρουσίας της αλλά και μια απόδειξη της συνέχειάς της.