Γεννήθηκα το 1978 στην πόλη των Ιωαννίνων. Για χρόνια όμως μου προκαλούσε τρομερή αμηχανία η ερώτηση «από πού είσαι». Γιατί, ναι μεν μεγάλωσα εκεί μέχρι τα 18, αλλά η οικογένειά μου δεν είχε ρίζες στην Ήπειρο. Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Καισαριανή, η μητέρα μου στη Θεσσαλονίκη, και οι δικοί τους γονείς ήταν πρόσφυγες του 1922, από διαφορετικές περιοχές της Μικράς Ασίας και του Πόντου. Δεν υπήρχε ένα «χωριό», μια εστία, ένα μέρος να επιστρέψεις. Αυτή η απουσία του ριζώματος με ακολουθούσε από παιδί. Κι εκεί ίσως οφείλεται και το μεταγενέστερο ενδιαφέρον μου για τους μετακινούμενους πληθυσμούς, τις ρευστές ταυτότητες και τους απάτριδες κάθε είδους.
• Θυμάμαι, όταν στο σχολείο γράφαμε εκθέσεις για το Πάσχα, δεν είχα τίποτα να πω. Δεν υπήρχαν σούβλες και μεγάλες οικογενειακές συγκεντρώσεις. Μεγάλωσα σε ένα άνετο περιβάλλον -αυτό που λέμε μεσαίας τάξης-, αλλά αποκομμένος από ένα ευρύτερο σύμπαν. Από τα 8 μου ζούσαμε σε ένα σπίτι έξω από τα Γιάννενα, στην Πεδινή Ιωαννίνων. Το σπίτι ήταν απομονωμένο. Δεν υπήρχε γειτονιά, δεν υπήρχαν παιδιά για παιχνίδι, δεν μπορούσα να μετακινηθώ μόνος μου. Αυτό με οδήγησε σε μια ιδιότυπη μοναξιά και αυτάρκεια. Κάπως έτσι η ανάγνωση έγινε το καταφύγιό μου. Διάβαζα τα πάντα. Και «Αθλητική Ηχώ» και «Αντί», και αυτά που καταλάβαινα και αυτά που δεν καταλάβαινα. Συνεχίζω κάπως έτσι. Όταν είμαι πεσμένος, απλά πάω σε ένα βιβλιοπωλείο και χαζεύω. Μου αρκεί.
«Η αριστερά σήμερα δεν κερδίζει γιατί αποφεύγει να ονοματίσει την εξουσία και τον πλούτο και να πει ότι “παιδιά, μέχρι εδώ ήταν. Τώρα θα πληρώσετε”».
• Οι γονείς μου ήταν καθηγητές στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Υπήρχαν πολλά βιβλία στο σπίτι, κι αυτό ήταν ένα προνόμιο: η ανεμπόδιστη πρόσβαση στη γνώση. Αλλά δεν ήταν οι διανοούμενοι που συζητούσαν στο πρωινό για θεωρητικά ζητήματα. Αντίθετα, είχαν, ειδικά ο πατέρας μου, μια προτεσταντική προσέγγιση στα πράγματα. Ζώντας σε αγρόκτημα, έμαθα να σκάβω, να φυτεύω, να ρίχνω τσιμέντο, να ξεχωρίζω τον ματρακά από το σφυρί. Ακούγεται ωραίο, αλλά δεν ζούσαμε στο «Μικρό σπίτι στο λιβάδι» και ίσως για αυτό σήμερα μού τη σπάει η όλη λογική της «αυθεντικής εμπειρίας». Οι αγροτικές εργασίες με καταπίεζαν. Μου άρεσε πιο πολύ οτιδήποτε παρέπεμπε σε οικοδομικές. Ο ένας μου παππούς, της Καισαριανής, έριχνε μωσαϊκά. Έπινε, έβλεπε μπάλα, πιθανόν θα τον λέγαμε λούμπεν. Τον θαύμαζα και μου έμαθε να παίζω ΠΡΟ-ΠΟ. Έχω ένα αλφάδι του κληρονομιά. Δεν προσποιούμαι τον προλετάριο. Αλλά νιώθω πιο άνετα στο γήπεδο απ’ ό,τι σε ένα πανεπιστημιακό συνέδριο.
• Από πολύ μικρός είχα κόλλημα με την πολιτική. Μου άρεσαν οι αφίσες, το πανηγυρικό κλίμα στο πανεπιστήμιο όταν πήγαινα σαν μαθητής, να ακούω καβγάδες για πράγματα που δεν καταλάβαινα, αλλά ένιωθα ότι είχαν σημασία. Θυμάμαι το 1989. Ήμουν 11 χρονών. Περίμενα να δω «Αθλητική Κυριακή». Καθυστέρησε γιατί έδειχνε μια προεκλογική συγκέντρωση της ΕΔΗΚ, του κόμματος του Ιωάννη Ζίγδη. Την επόμενη μέρα πάω στο σχολείο και λέω «εγώ είμαι ΕΔΗΚ» και φυσικά κανείς δεν ήξερε σε τι αναφερόμουν. Με είχε κερδίσει μια πρότασή του για ένα είδος κρατικής αποταμίευσης για τα παιδιά, που παρέπεμπε στο σουηδικό μοντέλο. Προφανώς δεν καταλάβαινα τι έλεγε ο συμπαθής κύριος Ζίγδης, αλλά άρχισα να ψάχνω πού είναι τα γραφεία κομμάτων στα Γιάννενα, να αγοράζω μπροσούρες, να κρατάω σημειώσεις με εκλογικά αποτελέσματα. Είχα τετράδια όπου κατέγραφα ποσοστά σε μιλιμετρέ χαρτί. Ήταν μια «αρχειακή» εμμονή που, εκ των υστέρων, μοιάζει να προαναγγέλλει αυτό που θα έκανα αργότερα.
• Ήμουν μέτριος μαθητής. Βαριόμουν απίστευτα και κατάφερνα να κοπώ σε μαθήματα που θεωρητικά δεν γίνεται - μια φορά στα καλλιτεχνικά. Το κύριό μου πρόβλημα ήταν ότι ένιωθα σε διαρκή σύγκρουση με τα πάντα γύρω μου. Δύο πράγματα είχαν διαμορφωθεί μέσα μου, προτού καν πολιτικοποιηθώ, ως αντίδραση στο σχολικό περιβάλλον: ένας έντονος αντιεθνικισμός και ένας μαχητικός αντικληρικαλισμός. Δυσφορούσα βαθιά με τα συλλαλητήρια για το Μακεδονικό στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν το σχολείο έκλεινε για να πάμε σε αυτά. Στα θρησκευτικά δήλωνα άθεος. Όταν φτιάξαμε ένα «Δίκτυο Μαθητών» πήγαινα στα σχολεία με έναν χαρτοφύλακα Samsonite, σαν αυτούς που βλέπουμε στις ταινίες γεμάτους δολάρια, τον οποίο άνοιγα και έβγαζα ένα περιοδικό που βγάζαμε, τις «Αμφισβητήσεις». Στο συντηρητικό κλίμα της επαρχίας, αυτά δεν σε έκαναν δημοφιλή, αλλά δεν με ένοιαζε πια. Πίστευα, όπως πιστεύω και τώρα, στη δύναμη του τυπωμένου χαρτιού. Το αγαπημένο μου τραγούδι ήταν το «Untitled» των Mecano: «I know the power of words».
• Ζούσα στην επαρχία και ταυτόχρονα μεγάλωνα σε ένα σπίτι όπου οι γονείς μου είχαν αναφορές στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Δυτική Γερμανία όπου είχαν ζήσει προτού εγκατασταθούν στην Ελλάδα. Στο σπίτι έφτανε το «Spiegel» και το «Newsweek», είχαν φίλους με τους οποίους έκαναν ελεύθερο κάμπινγκ, ο πατέρας μου έπαιζε τένις και η μητέρα μου μπριτζ, πάντα υπήρχε η αίσθηση ότι εκεί «έξω» υπάρχει ένας άλλος κόσμος. Το 1985-86 ζήσαμε για έναν χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, χάρη σε μια ερευνητική υποτροφία του πατέρα μου. Β’ Δημοτικού πήγα σε αμερικανικό δημόσιο σχολείο χωρίς να μιλάω λέξη αγγλικά. Στην αρχή έκλαιγα κάθε μέρα μέχρι που, δίχως να το καταλάβω, η γλώσσα δεν ήταν πρόβλημα. Εκεί έμαθα αγγλικά. Ήταν μια εμπειρία βαθιά αποκαλυπτική, καθώς είχα συμμαθητές αφροαμερικανούς ή με καταγωγή από τη Λατινική Αμερική. Από εκεί έμειναν στο μυαλό μου οι Ηνωμένες Πολιτείες ως ένας τόπος που με αφορά.
• Η πολιτική νομίζω ήταν η διέξοδός μου από τη μοναχικότητα. Στα 15 μου οργανώθηκα στην ΚΝΕ. Μάλλον ήμουν ο μόνος που οι γονείς του δεν ήταν ΚΚΕ. Πολύ σύντομα, διαφώνησα με κάτι, διαγράφηκα και στα 16 εντάχθηκα στο ΝΑΡ, το Νέο Αριστερό Ρεύμα, όπου παρέμεινα ενεργός μέχρι το 2006. Το ΝΑΡ ήταν μια μικρή οργάνωση, αλλά είχε ανθρώπους που εξέπεμπαν κάτι ξεχωριστό, όπως ο Γιώργος Δελαστίκ, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου και, πάνω από όλους, ο Κώστας Τζιαντζής. Ένιωθα ξεχωριστός, ένας μαθητής, εξαιρετικά σπάνιο εκείνα τα χρόνια, οργανωμένος ανάμεσα σε φοιτητές και εργάτες που με αντιμετώπιζαν ως ισότιμο.
• Θυμάμαι τις εκλογές του 1996. Πηγαίναμε σε καφενεία σε απομακρυσμένα χωριά του νομού. Έβγαιναν τα τσίπουρα, ακούγονταν ένα «καλωσήρθαν οι μπολσεβίκοι», που απέπνεε την ηπειρώτικη τρυφερότητα και ειρωνεία, μετά έψαχνα τα αποτελέσματα και διαπίστωνα ότι δεν μας είχε ψηφίσει κανείς εκεί. Η δική μου αντίληψη για τα πράγματα, και πάνω από όλα την πολιτική, διαμορφώνεται μέσα από εμπειρίες. Εκεί κατάλαβα κάτι: ότι αυτοί οι άνθρωποι έχουν μόνο ένα πράγμα στα χέρια τους, την ψήφο τους, και δεν τη δίνουν εύκολα.
• Έφυγα από τα Γιάννενα για να σπουδάσω στη Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Δεν ήταν προϊόν κάποιου μεγάλου σχεδίου. Πολλά στη ζωή μου έγιναν με έναν τρόπο σχεδόν τυχαίο. Δεν επέστρεψα ποτέ στα Γιάννενα και ακόμα και σήμερα σπάνια πηγαίνω εκεί γιατί δεν νιώθω κάποια νοσταλγία για την παιδική μου ηλικία. Μου φαίνεται έτσι κι αλλιώς πολύ παράξενη η λογική αυτή της επιστροφής σε κάποιο μαγικό παρελθόν. Προχωράμε. Ξέρω ότι έχω μια έντονη τάση φυγής, μια ευκολία, που ενοχλεί πολλές φορές, να αποκόβομαι από τόπους και ανθρώπους.
• Αν πρέπει να νοσταλγήσω οπωσδήποτε κάτι από τα φοιτητικά μου χρόνια αυτό συνοψίζεται στη λέξη «καύλα». Πιστεύω σε αυτή τη λέξη, στο να έχεις μια έντονη επιθυμία που κινητοποιεί όλο σου το είναι. Δίχως αυτήν, δουλειά δεν γίνεται. Προφανώς το στοίχημα είναι να μην μείνεις κολλημένος σε αυτό που κάποτε ήσουν. Ως φοιτητής ήμουν φανατικός με την έννοια της ολόψυχης αφοσίωσης στην αριστερά. Καταλαβαίνω εκ των υστέρων ότι αυτό τότε προϋπέθετε τον εξοβελισμό της αμφιβολίας. Σήμερα, πιστεύω στο ακριβώς αντίθετο. Στην ανάγκη αναγνώρισης της εσωτερικής αμφιβολίας ως κύριας δύναμης κινητοποίησης του εαυτού.
• Στο πανεπιστήμιο ανήκα στην ΕΑΑΚ, την Ενιαία Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση. Η πολιτική διαπερνούσε τα πάντα. Δεν το ένιωθα καταπιεστικό παρότι τώρα αντιλαμβάνομαι ότι ήταν. Προφανώς υπήρχε και χαβαλές, το φοιτητικό κίνημα έχει πάντα μια δόση ανοησίας και υπερβολής, αλλά δεν θυμάμαι τα φοιτητικά χρόνια ως «ανέμελα». Θυμάμαι την αίσθηση της γλουτολίνης όταν κολλάς αφίσες, τη ζεστασιά του φρεσκοτυπωμένου χαρτιού, τη γεύση των χημικών στο στόμα και κυρίως την αναμέτρηση στο αμφιθέατρο, το να αντικρούσεις και να πείσεις. Προφανώς στην περίπτωσή μου όλη αυτή η δραστηριότητα είχε μια διάσταση εξέγερσης απέναντι στους γονείς μου. Εκείνοι καθηγητές πανεπιστημίου, εγώ να ασκώ κριτική στο πανεπιστήμιο και να πρωταγωνιστώ στην κατάληψή του. Επιπλέον οι μικρόκοσμοι του φοιτητικού ριζοσπαστισμού δημιουργούν «περσόνες» και αυτό ικανοποιούσε τον ναρκισσισμό μου. Ανεκτό ίσως για φοιτητικά χρόνια, εξοργιστικό όταν μεγαλώνεις.
• Τα πρώτα χρόνια των σπουδών μου αδιαφορούσα πλήρως για τα μαθήματα. Μετά το τρίτο έτος, όταν πήρα την κατεύθυνση της Νεοελληνικής Φιλολογίας, κάτι άρχισε να αλλάζει. Έμπαινα στα μαθήματα και άκουγα ανθρώπους όπως η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, η Λίζυ Τσιριμώκου, ο Παναγιώτης Μουλλάς. Καθοριστική στιγμή ήταν ένα μάθημα του Μίλτου Πεχλιβάνου πάνω στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες» του Στρατή Τσίρκα. Εκεί ένιωσα για πρώτη φορά ότι η λογοτεχνία, η ιστορία και η πολιτική μπορούν να συνδεθούν. Άρχισα να ενδιαφέρομαι σοβαρά για την ιστορία του κινήματος στο οποίο ήδη ανήκα. Ήδη μάζευα προκηρύξεις, έντυπα, περιοδικά· χωρίς να το έχω πλήρως συνειδητοποιήσει αναζητούσα με ιστοριοδιφικό τρόπο ένα νήμα καταβύθισης στο παρελθόν.
• Τελείωσα τις σπουδές μου το 2003 και αποφάσισα να ασχοληθώ με την ιστορία. Πήγα για μεταπτυχιακό στην Αγγλία, στο Σέφιλντ, μια βιομηχανική πόλη του Βορρά, γνωστή και από την ταινία «The Full Monty». Είχα το προνόμιο να μπορώ να το κάνω αυτό, με τη στήριξη των γονιών μου. Γούσταρα. Περνούσα άπειρες ώρες στη βιβλιοθήκη και μου άρεσε πολύ η όλη λογική του campus. Μια κοινότητα που τη συνέχει το πάθος για τη γνώση. Πήγαινα σε διαλέξεις και άκουγα πράγματα για τα οποία δεν είχα ιδέα. Όλο αυτό, κάπως δούλευε. Cool Britannia, αντιπολεμικό κίνημα, η μαρξιστική παράδοση στην ιστοριογραφία, η φάση ότι έμενα δίπλα στο Χίλσμπορο που ως πιτσιρικάς έκλαιγα με το θάνατο εκεί των 97 οπαδών της Λίβερπουλ. Θυμάμαι την τελευταία μου μέρα στην Αγγλία. Η Ελλάδα είχε πάρει το Euro την προηγούμενη και εγώ πήγα στο Μάντσεστερ και είδα μια έκθεση για το ΚΚ της Μεγάλης Βρετανίας. Έχω στο γραφείο μου ακόμα την αφίσα. Reds!
Αυτό που μου την έσπαγε ήταν η ευκολία με την οποία η ριζοσπαστική δυτική διανόηση προέβαλλε πάνω στην Ελλάδα τις δικές της φαντασιώσεις. Το «γιατί δεν κάνετε επανάσταση;» από ανθρώπους βαθιά προνομιούχους, αυτό το bourgeois-bohème ύφος, με εξαγρίωνε.
• Μέσα από μια οριακά τυχαία επίσκεψη στο Ρέθυμνο γνώρισα τον Χρήστο Χατζηιωσήφ. Με ρώτησε αν θα σκεφτόμουν να κάνω διατριβή εκεί. Δεν το σκέφτηκα καθόλου και είπα «ναι». Το Ιστορικό στο Ρέθυμνο ήταν τότε ένα ξεχωριστό ακαδημαϊκό σύμπαν και μια υπόμνηση ότι τα περιφερειακά πανεπιστήμια μπορούν να είναι κάτι παραπάνω από τμήμα εξυπηρέτησης των τοπικών κοινωνιών. Ο Χατζηιωσήφ μου έμαθε την τέχνη της αμφιβολίας και τη σημασία των λεπτομερειών στην ιστορία που αν τις προσέξεις μπορούν να σε πάνε διανοητικά πολύ μακριά. Θυμάμαι μια φράση του: «Η ιστορία είναι συντηρητική επιστήμη». Με είχε σοκάρει, αλλά έχει δίκιο. Δεν είναι ότι η ιστορία απλώς υπηρετεί το υπάρχον καθεστώς. Είναι η επίκλησή της αυτή που αποσκοπεί στη συντήρηση του «μην κάνετε τρέλες, δείτε τι έγινε τότε». Ήταν ζόρικος άνθρωπος, αλλά εμείς τον λατρεύαμε γιατί εκεί που λέγαμε τα δικά μας τα κάπως σχηματικά, άνοιγε μια γερμανική εφημερίδα και μας έδειχνε ένα μονόστηλο στις οικονομικές σελίδες και μας εξηγούσε τις συνδέσεις επιχειρηματικών και πολιτικών συμφερόντων. Στο Ρέθυμνο έκανα φίλους που είναι οι άνθρωποί μου ακόμα. Δυστυχώς δεν υλοποιήσαμε το μεγάλο μας σχέδιο: να στήσουμε έναν ανδριάντα του Χόμπσμπαουμ στο campus!
• Τέλειωσα τη διατριβή μου το 2010 και εγκαταστάθηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα, στα Εξάρχεια. Κουβαλούσα ένα έντονο τραύμα από τη ζωή εκτός πόλης. Για μένα πλέον ίσχυε το «location, location, location». Δεν μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να ζει εκτός κέντρου. Τα επόμενα δύο χρόνια ήμουν ουσιαστικά άνεργος στη δίνη της κρίσης. Έγραφα βιβλιοκρισίες στα «Νέα» και οφείλω πολλά στη Μικέλα Χαρτουλάρη που μου έδωσε αυτή τη δυνατότητα χωρίς να με ξέρει από κάπου, αλλά δεν είχα σταθερή ιδιότητα. Αν παλιά δεν ήξερα τι να απαντήσω στο «από πού είσαι», τότε δεν ήξερα τι να απαντήσω στο «τι κάνεις». Αυτό ήταν ίσως ακόμα πιο δύσκολο. Δεν ανήκα στους αθηναϊκούς κύκλους. Ήμουν, με έναν τρόπο, «εκτός». Αλλά σε κάθε τέτοια περίσταση, ξέρω μόνο έναν δρόμο: να συμμετέχω σε κάτι που θα ενοχλήσει τους «εντός» και θα τους αναγκάσει να με δούνε.
• Συμμετείχα στο οικοσύστημα των πρωτοβουλιών και εκδόσεων που εμφανίστηκε στα χρόνια της κρίσης. Ξεχωρίζω το περιοδικό «Λεύγα» που βγάλαμε το 2011. Μαζευτήκαμε μια ομάδα ανθρώπων, όχι απαραίτητα φίλοι μεταξύ μας, και φτιάξαμε κάτι από το μηδέν. Εκεί γνώρισα, μεταξύ άλλων, τον Κώστα Σπαθαράκη. Ήταν ένα περιοδικό πολιτισμικής και πολιτικής κριτικής που τα έβαζε και με τις ευκολίες της αριστερής ρητορικής. Μας αρρώσταινε η λογική της «παρέας που γράφει ιστορία» και γινόμασταν εύκολα αντιπαθητικοί. Για παράδειγμα, εγώ έγραφα ότι το «Ελλάς-Ελλήνων-Αντιμνημονιακών» δεν θα μας πάει μακριά. Ένιωσα ότι βρέθηκα σε ένα δωμάτιο με πολύ έξυπνους ανθρώπους της γενιάς μου που είχαν κοινά χαρακτηριστικά: δημόσιο σχολείο, επισφαλείς δουλειές και ένα αίσθημα ανεξαρτησίας απέναντι σε κάθε λογής αυθεντίες. Ήταν μια γενεακή εμπειρία: το μοντέλο της μεταπολιτευτικής «γραμμικής εξέλιξης» είχε καταρρεύσει. Αυτό ήταν προφανώς επώδυνο, αλλά και απελευθερωτικό. Κλόνιζε τις βεβαιότητες.
• Το 2011 ήμουν στη Νέα Υόρκη για τις ανάγκες ενός ντοκιμαντέρ. Δίχως να το πολυσκεφτώ έστειλα ένα email στον Mαρκ Mαζάουερ και προς έκπληξή μου, δέχτηκε να με συναντήσει. Λίγο αργότερα, μου έστειλε πληροφορίες για μια υποτροφία στο Columbia, χρηματοδοτούμενη από το Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος. Έκανα αίτηση με ένα πρότζεκτ που με απασχολούσε: την έννοια της «μεταστροφής», τη μορφή του πρώην κομμουνιστή, κάτι που, ίσως, αφορούσε και μένα τον ίδιο. Πήρα την υποτροφία. Μέχρι τότε είχα διαδοχικές απορρίψεις. Η υποτροφία προέβλεπε έναν χρόνο στο Παρίσι και έναν στη Νέα Υόρκη. Στο Παρίσι δεν πέρασα καλά. Δεν έφταιγε η πόλη, αλλά τα ανύπαρκτα γαλλικά μου. Στη Νέα Υόρκη, όμως, έγινε το μεγάλο μπουμ στο μυαλό μου. Στο Columbia άκουγα ανθρώπους πολύ πιο έξυπνους από μένα να συζητάνε θέματα για κάθε πιθανή και απίθανη γωνιά του πλανήτη. Κυρίως, όμως, ήρθα σε επαφή με μια διαφορετική ακαδημαϊκή κουλτούρα. Μια κουλτούρα που, έστω και εργαλειακά, δεν έχει τίποτα το σοβαροφανές και κυρίως σου λέει με κάθε τρόπο «η δουλειά σου έχει αξία». Μετά από ένα ελληνικό σύστημα όπου διαρκώς σου υπενθυμίζουν πόσο «μικρός» είσαι, αυτό ήταν απελευθερωτικό. Για πρώτη φορά, ένιωθα ότι μπορούσα να είμαι φιλόδοξος χωρίς ενοχή. Ήθελα να είμαι ο καλύτερος σε αυτό που έκανα.
• Αυτό που μου την έσπαγε ήταν η ευκολία με την οποία η ριζοσπαστική δυτική διανόηση προέβαλλε πάνω στην Ελλάδα τις δικές της φαντασιώσεις. Το «γιατί δεν κάνετε επανάσταση;» από ανθρώπους βαθιά προνομιούχους, αυτό το bourgeois-bohème ύφος, με εξαγρίωνε. Βλέπω τι συμβαίνει στις ΗΠΑ με τον τραμπισμό. Νιώθω ότι καταρρέει ένας κόσμος που για μένα ήταν ταυτισμένος με τις απεριόριστες δυνατότητες και στενοχωριέμαι πολύ που ακούω από συναδέλφους ότι υποβάλλουν τα σχέδια των μαθημάτων τους στις πολιτειακές αρχές μήπως έχουν κάποια «επικίνδυνη» λέξη, όπως Παλαιστίνη. Αλλά θα ήθελα να βρω και κάποιους από εκείνους τους τύπους και να τους ρωτήσω με την ίδια προσποιητή αφέλεια «ρε παιδιά, ακροδεξιά έχετε, γιατί δεν βάζετε μπουρλότο;».
• Μετά το Κολούμπια, πήγα στο Πρίνστον και στη συνέχεια στην Οξφόρδη. Σταδιακά καταλάβαινα ότι μπορούσα να επιβιώσω μέσα από υποτροφίες, αιτήσεις, προσωρινές θέσεις, αλλά επίσης καταλάβαινα, χωρίς πικρία, ότι δεν θα είχα εκεί μια μόνιμη ακαδημαϊκή καριέρα. Θα το πω όπως το ένιωθα: ακόμα και αν έβρισκα κάτι, καταλάβαινα ότι η δουλειά μου δύσκολα θα μετακινούσε τα πράγματα έστω και ένα χιλιοστό. Στην Οξφόρδη έγινε κάτι που δεν περίμενα. Πήγα να δω μια ταινία που εκτυλισσόταν στην Ιταλία. Ένας τύπος βγαίνει από μια πισίνα και τσουρουφλίζονται τα πόδια του στο τσιμέντο. Ένιωσα ότι ήθελα να πατάω το τσιμέντο που καίει. Εγώ που όλη μου τη ζωή μιλάω κριτικά για τη νοσταλγία, ένιωσα μια επιθυμία επιστροφής. Στο μεταξύ είχα αναπτύξει μια επαφή με τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ) με κάποιες ιδέες για το τι θα μπορούσαν να κάνουν. Τίποτα σχεδιασμένο. Μετά από μια σειρά συζητήσεων με τη διοίκηση των ΑΣΚΙ -τον Ηλία Νικολακόπουλο, τον Βαγγέλη Καραμανωλάκη και τον Στρατή Μπουρνάζο- μου πρότειναν να αναλάβω τη διεύθυνση του οργανισμού. Το 2016 επέστρεψα στην Ελλάδα.
• Από το 2016 έως το 2023, αυτή ήταν η βασική μου δουλειά, τα ΑΣΚΙ. Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε εκεί, συλλογικά, ήταν να ανοίξουμε το αρχείο προς τα έξω. Η «εξωστρέφεια» δεν ήταν για μένα στόχος, ήταν προϋπόθεση. Να παρέμβεις στον δημόσιο χώρο. Έχω κρατήσει μια φράση από την Αμερική: «μη μου λες, δείξε μου». Αυτό κάναμε και στα ΑΣΚΙ με τελευταίο σταθμό ένα μεγάλο φεστιβάλ για τριάντα τους χρόνια. Με γέμιζε τεράστια ικανοποίηση το ότι μια μικρή ομάδα εργαζομένων καταφέρναμε να ανανεώνουμε και να προωθούμε την ατζέντα της κοινωνικής ιστορίας στο δημόσιο χώρο. Όταν στο Φεστιβάλ των ΑΣΚΙ κάναμε μια εκδήλωση για την αλβανική μετανάστευση με αφορμή τις φωτογραφίες του Σπύρου Στάβερη και η αίθουσα έσταζε από τις εμπειρίες των πολλαπλά καταπιεσμένων ένιωσα κάτι από τα φοιτητικά μου χρόνια. «Δεν μάθατε να μας σέβεστε. Ήρθε η ώρα να μας φοβηθείτε».
• Παράλληλα, όλα αυτά τα χρόνια δίδασκα με επισφαλείς όρους σε διάφορα πανεπιστήμια, μέχρι πρόσφατα, που έγινα επίκουρος καθηγητής στο Πάντειο. Η διδασκαλία είναι κάτι που αγαπώ βαθιά, είναι ίσως το μεγαλύτερο προνόμιο: να βρίσκεσαι σε μια αίθουσα με νεότερους ανθρώπους και να νιώθεις ότι κάτι που θα πεις, μια αναφορά σε μια ταινία, ένα βιβλίο, μια τηλεοπτική σειρά, μπορεί να κάνει κάποιον να νιώσει αυτή τη βαθιά ηδονή της ανακάλυψης ενός νέου κόσμου. Ακούω τη γκρίνια για τα δημόσια πανεπιστήμια και βαριέμαι αφόρητα, τα ίδια και τα ίδια. Να σου πω ένα παράδειγμα για το τι δεν συζητάμε, ότι οι φοιτητές σήμερα, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, δουλεύουν κανονικά, οκτάωρα, πενθήμερα. Μια φοιτήτρια μου έλεγε «ευτυχώς που απολύθηκα από τη δουλειά και μπορώ να έρχομαι στο μάθημα». Αυτά τα παιδιά δουλεύουν σε καφέ, σε αλυσίδες, στον τουρισμό, δεν είναι πια δουλειές για χαρτζιλίκι. Για μένα, ο αριστερός στο πανεπιστήμιο είναι αυτός που θα δει αυτό το «αόρατο» και θα πει ότι αυτό είναι το βασικό ζήτημα, όχι γενικόλογες κουβέντες για το άσυλο. Η αριστερά, για μένα, είναι η επιμονή στην ανάδειξη της ανισότητας, της συγκεκριμένης ανισότητας.
• Ξέρω ότι έχω προνόμια. Δεν ξυπνάω το πρωί για να πάω σε μια δουλειά με έναν εργοδότη πάνω από το κεφάλι μου. Δουλεύω πολύ και πιστεύω συνειδητά ότι πρέπει να πληρώνω τους φόρους μου γιατί όλη μου η ζωή στηρίζεται στο δαιμονοποιημένο Δημόσιο: δεν έχω και δεν θέλω ιδιωτική ασφάλιση, το παιδί μου πάει σε δημόσιο σχολείο, η μητέρα μου πέθανε σε δημόσιο νοσοκομείο, υπηρετώ το δημόσιο πανεπιστήμιο. Δεν έχω αυτοκίνητο, μετακινούμαι με μηχανή στην πόλη και όταν ταξιδεύω θα ήθελα να μπορώ να πάρω το τρένο και να φτάνω οπουδήποτε.
«Βλέπω τι συμβαίνει στις ΗΠΑ με τον τραμπισμό. Νιώθω ότι καταρρέει ένας κόσμος που για μένα ήταν ταυτισμένος με τις απεριόριστες δυνατότητες και στενοχωριέμαι πολύ που ακούω από συναδέλφους ότι υποβάλλουν τα σχέδια των μαθημάτων τους στις πολιτειακές αρχές μήπως έχουν κάποια “επικίνδυνη” λέξη, όπως Παλαιστίνη».
• Ένα βιβλίο που με σημάδεψε ήταν του Χόρχε Σεμπρούν το «Τι ωραία Κυριακή», που μιλά για την εμπειρία του στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και μετά στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ισπανίας. Κάπου λέει ότι όσο καλύτερος μαρξιστής γινόταν, τόσο λιγότερο μπορούσε να είναι καλός επαναστάτης. Αυτό με εκφράζει. Δεν πιστεύω πια στις βεβαιότητες. Και η εμπειρία μου στις ΗΠΑ με μπέρδεψε δημιουργικά προς αυτή την κατεύθυνση. Το παράδειγμα του Μπέρνι Σάντερς είναι για μένα καθοριστικό για το πώς θα ήθελα να είναι η αριστερά. Με ενοχλεί η αριστερά που μιλάει πολύ αλλά δεν πράττει. Που δεν δημιουργεί υποδείγματα. Που δεν αναγνωρίζει τις αντιφάσεις της. Για μένα οι αντιφάσεις είναι γοητευτικές και αναγκαίες. Ο απόλυτος άνθρωπος δεν με γοητεύει πια.
• Αν κρατάω κάτι από το 2015-2019 είναι σίγουρα η Συμφωνία των Πρεσπών. Για μένα είναι η απόδειξη ότι τα πράγματα αλλάζουν. Στα 15 μου στα Γιάννενα με είχαν απειλήσει με αποβολή γιατί μοίραζα προκηρύξεις ενάντια στην «εθνική» γραμμή - ήμασταν μια οικτρή μειοψηφία διαφωνούντων. Σήμερα, είναι μια συμφωνία που δεν την αμφισβητεί, πραγματικά, κανείς. Στις Πρέσπες είδα μια αριστερά που μπορεί να συγκρουστεί και να κάνει αλλαγές στο σήμερα. Το 2019 οργανώθηκα στον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν ήταν κάτι που σκέφτηκα πολύ. Πιστεύω στην ανάγκη ενός μεγάλου κόμματος της αριστεράς. Συνεργάστηκα με ανθρώπους όπως ο Νάσος Ηλιόπουλος, ο Αλέξης Χαρίτσης και η Έφη Αχτσιόγλου, με τους οποίους ένιωθα μια γενεακή και διανοητική εγγύτητα. Ωστόσο, υπήρχαν πολλές πτυχές που με αηδιάζουν στον ΣΥΡΙΖΑ της εποχής, όπως ο «βαξεβανισμός». Έπειτα, με την εκλογή Κασσελάκη, ένιωσα ότι έσπασε ένα απόστημα. Δεν το βίωσα τραυματικά. Θεώρησα ότι δημιουργούσε δυνατότητες για ένα νέο ξεκίνημα.
• Μπλέχτηκα ενεργά στη Νέα Αριστερά. Πίστεψα ότι μπορεί να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κόμμα, χωρίς βαριές, αρχαϊκές, δομές. Εκεί διαψεύστηκα. Υποτίμησα πόσο εύκολα αυτές οι δομές αναπαράγονται. Το μοντέλο του κόμματος με τις ατελείωτες συνεδριάσεις, δεν έχει μέλλον. Οι άνθρωποι κινητοποιούνται γύρω από συγκεκριμένα ζητήματα, όχι γύρω από ιστορικές ταυτότητες και το αν η Χ λέξη είναι καλύτερη από την Ψ σε ένα κομματικό κείμενο. Η αριστερά σήμερα δεν κερδίζει γιατί αποφεύγει να ονοματίσει την εξουσία και τον πλούτο και να πει ότι «παιδιά, μέχρι εδώ ήταν. Τώρα θα πληρώσετε».
• Όπου πάω με ρωτάνε «και για τον Τσίπρα τι λες;». Δεν έχω να πω πολλά. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν τρία μεγάλα θέματα στο τραπέζι: πόλεμος, κλιματική κρίση και κοινωνική ανισότητα. Και σε μια χώρα του ευρωπαϊκού νότου, στην Ισπανία, έχουμε μια κυβέρνηση Σοσιαλιστών και αριστεράς που για καθένα από αυτά κάνει πράγματα που, είτε διαφωνείς είτε συμφωνείς, είναι χειροπιαστά. Και όχι μόνο στα «μεγάλα». Εκεί που η δεξιά δεν αποκαλεί τον Φράνκο «δικτάτορα», πάει και φτιάχνει υπουργείο Δημοκρατικής Μνήμης. Παίζει -μεταφορικά- ξύλο. Ε, εγώ θέλω να έχουμε στη χώρα μας αυτή τη δυνατότητα, να πάρει μπρος η δημοκρατία μας μέσα από την αντιπαράθεση επιχειρημάτων και τη σύγκρουση για ριζοσπαστικές τομές στο σήμερα. Πιστεύω ότι το κοινωνικό υποκείμενο που θα τις υποστηρίξει υπάρχει. Αυτό που μας λείπει είναι η αυτοπεποίθηση. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της δεξιάς. Μια αριστερά που φοβάται τον εαυτό της.
• Δεν ξέρω αν έχω μια συνολική εμπειρία της Αθήνας, γιατί με έναν τρόπο η ζωή μου στα Εξάρχεια με εγκλωβίζει σε μια συγκεκριμένη εκδοχή της πόλης. Παρ’ όλα αυτά, μου αρέσει η Αθήνα. Μου αρέσει το χάος της, η ακαταστασία της, το ότι είναι κάτι ζωντανό και μεταβαλλόμενο. Μου αρέσει το ότι δεν είναι μια αποστειρωμένη πόλη. Πιστεύω πολύ στις πόλεις. Δεν πιστεύω καθόλου στη ζωή των προαστίων. Ζω στα Εξάρχεια γιατί έχουν αυτό που με νοιάζει: βιβλιοπωλεία. Και όχι μόνο αυτό. Δεν με ενδιαφέρει να πάμε μια παρέα να πιούμε καφέ βιδωμένοι σε μια καρέκλα. Αυτό που μου δίνει ζωή είναι να στεκόμαστε σε μια μπάρα και να περνάει κόσμος, να μιλάμε, να παράγονται εκείνη τη στιγμή διασταυρώσεις και διασυνδέσεις ανάμεσα σε μέχρι πριν από ένα λεπτό αγνώστους ανθρώπους που ανήκουν όμως στην ίδια «τάξη». Και αυτό απολαμβάνω στα Εξάρχεια. Τη λογική του ανοιχτού περάσματος.
• Αυτό που με ενοχλεί είναι ότι ενώ γίνεται διαρκώς μια επίκληση στην «κοινότητα», στην πράξη αυτό δεν μεταφράζεται στην αυτοοργάνωση της καθημερινής μας ζωής. Κυριαρχεί η λογική «πού είναι το κράτος;», που πολλές φορές είναι δίκαιη, αλλά συχνά αφορά πράγματα που θα μπορούσαν να λυθούν από εμάς τους ίδιους. Ένα πολύ συγκεκριμένο ζήτημα που με ενοχλεί στην Αθήνα είναι η απουσία βιβλιοθηκών. Μου φαίνεται αδιανόητο ότι δεν υπάρχει ένα δίκτυο μικρών, ανοιχτών βιβλιοθηκών της προκοπής σε κάθε γειτονιά. Για μένα, η δημόσια βιβλιοθήκη είναι βασική προϋπόθεση κοινωνικής αλλαγής. Είναι ένας χώρος τυχαιότητας, μπορεί να μπεις χωρίς στόχο και να βρεις κάτι που θα αλλάξει τον τρόπο που σκέφτεσαι.
• Η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής μου ήταν όταν ήμουν άνεργος και σε κάθε αίτηση που έκανα έπαιρνα μια απόρριψη, γι αυτό ξέρω πόσο τυχερός υπήρξα. Δεν πιστεύω σε «καθοριστικά λάθη». Ούτε στην ιστορία ούτε στη ζωή. Πιστεύω στο αναπάντεχο. Και δεν κοιτάω πίσω μέσα από το πρίσμα της πικρίας. Είμαι βαθιά βολονταριστής που απλά μέσα στα χρόνια έχω μάθει τα όρια του βολονταρισμού μου. Είμαι οk με αυτό. Η ψυχανάλυση με βοήθησε να γίνω πιο επιεικής με τον εαυτό μου. Να αποδεχτώ ότι μέσα μας υπάρχουν πολλές, αντιφατικές φωνές σαν ένα κοινοβούλιο που οι ανταγωνιστικές παρατάξεις του μεγαλώνουν και μικραίνουν δίχως αυτό να είναι πρόβλημα. Ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι μη χάσω τη διανοητική μου περιέργεια. Αυτόν τον καιρό με την Κατερίνα Λαμπρινού δουλεύουμε ένα βιβλίο με τίτλο «Ένα σαξόφωνο στην Ανάφη». Η αφορμή ήταν μια αυθόρμητη απορία μπροστά σε μια φωτογραφία: γιατί ένας εξόριστος κομμουνιστής στην Ανάφη το 1938 κρατούσε ένα σαξόφωνο στα χέρια του;
• Το παιδί μου με βοηθά να ξαναδώ τον εαυτό μου ως παιδί. Και εκεί καταφεύγω σε πολύ κλασικά μονοπάτια. Με τον γιό μου κάνω αυτά που μου έλειψαν. Πάμε όσο μπορούμε στην Αλεπότρυπα όταν παίζει ο Αστέρας Εξαρχείων. Εκεί είμαστε μαζί. Τον πήγα και στο Περιστέρι να δούμε τον ΠΑΟΚ με τον Ατρόμητο στην κερκίδα τη δικιά μας, των ΠΑΟΚτζήδων. Γύρισε και μου είπε «εγώ είμαι με τον Ατρόμητο». Το «άκουσα». Η ζωή μού έχει μάθει ότι στο απρόβλεπτο είναι η απόλαυση.
ΑΓΟΡΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ. ΜΙΑ ΔΙΕΘΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑ(1912-1974) ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΥ ΕΔΩ
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.