«Η ΠΡΩΤΑΚΟΥΣΤΟΣ ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΤΑΤΗ αιχμαλωσία των δύο υποψηφίων βουλευτών του Καφανταρικού Κόμματος κ.κ. Μυλωνά και Μελά κρατεί εν ζωηρά συγκινήσει σύμπασαν την κοινωνίαν της Ηπείρου, αλλά και εν μεγίστη αγανακτήσει, ήτις εκορυφώθη όταν εγνώσθησαν αι λεπτομέρειαι αυτής. Αγωνία δε κατέχει τους πάντας διά την ζωήν των δύο αιχμαλώτων».
Έτσι αναγγέλλει η εφημερίδα «Εμπρός» την απαγωγή των δύο υποψήφιων βουλευτών του Προοδευτικού Κόμματος από τη συμμορία των Κουμπαίων και τον λήσταρχο Τζατζά, κατά τη διάρκεια προεκλογικής τους περιοδείας, στις 6 Αυγούστου του 1928, έξω από τα Ιωάννινα.
Ο πρώην βουλευτής Χασιώτης και ο γραμματέας του Αλέξανδρου Μελά, Μαρκόπουλος, τους οποίους οι ληστές άφησαν ελεύθερους για να αναγγείλουν στους συγγενείς των αιχμαλώτων ότι έπρεπε να καταβληθούν λύτρα ύψους πέντε εκατομμυρίων δραχμών, διηγήθηκαν τα γεγονότα ως εξής:
«Από την προηγούμενη μέρα είχε ήδη αποφασιστεί η περιοδεία στο χωριό Πρωτόπαπα, που απέχει περίπου 20 χιλιόμετρα από τα Γιάννενα. Φύγαμε το πρωί οι κ.κ. Μυλωνάς, Μελάς, Μαρκόπουλος κι εμείς, με το αυτοκίνητο “Μπουίκ”. Στο 18ο χιλιόμετρο του δρόμου προς την Κόνιτσα σταματήσαμε, γιατί για να πάμε στο Πρωτόπαπα έπρεπε να ακολουθήσουμε τον ανηφορικό δρόμο για τα μουλάρια. Ανεβήκαμε σε ζώα και, αφού μείναμε στο Πρωτόπαπα περίπου μία ώρα, φύγαμε συνοδευόμενοι από τους χωρικούς.
«Από τη στιγμή της αιχμαλωσίας δεν σταματήσαμε να περπατάμε, ιδίως τις νύχτες. Όλη τη νύχτα βαδίζαμε μέσα από δάση και δύσβατα βράχια, σε μια κοπιαστική και ατελείωτη πορεία. Την ημέρα κοιμόμασταν, αφού πρώτα έστηναν καραούλια σε αθέατα σημεία, όπου κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί την παρουσία ληστών».
Ύστερα από μισή ώρα φτάσαμε στη δημόσια οδό και μπήκαμε στο αυτοκίνητο που μας περίμενε. Μετά από πορεία ενός χιλιομέτρου ξεφούσκωσε το λάστιχο και, ύστερα από καθυστέρηση ενός τετάρτου, ξεκινήσαμε. Δεν είχαμε προχωρήσει πολύ, όταν στη θέση Ασφάκα και πριν από τη γέφυρα Γέροντα, που βρίσκεται στο 13ο χιλιόμετρο από τα Γιάννενα, δύο άγνωστοι πετάχτηκαν μπροστά μας, προτάσσοντας τα όπλα τους και φωνάζοντας:
— Αλτ! Κατεβείτε και σηκώστε τα χέρια.
Συμμορφωθήκαμε και μπήκαμε σε μια χαράδρα, με τους δύο αγνώστους να μας ακολουθούν, και στο μεταξύ προστέθηκε κι ένας τρίτος. Ταυτόχρονα είδαμε άλλους τέσσερις αγνώστους ξαπλωμένους πίσω από βράχια, με τα όπλα προτεταμένα.
Προχωρήσαμε έτσι, ανεβαίνοντας την απότομη ανηφόρα για ένα τέταρτο της ώρας. Στο μεταξύ μάς πλησίασαν τρεις από τους ληστές, πολύ νέοι, καλοντυμένοι και πάνοπλοι. Οι δύο ήταν ξανθοί, 21-22 χρονών ο καθένας. Καθώς πλησίαζαν, φώναξαν:
— Καλημέρα σας, κύριε Μυλωνά. Καλημέρα, κύριε Μελά.
Προφανώς γνώριζαν ποιους είχαν συλλάβει. Καθίσαμε πίσω από κάτι πουρνάρια και ο ένας από τους ξανθούς ληστές κάλεσε ιδιαιτέρως τον κύριο Μελά, ο οποίος λίγο μετά μας πλησίασε χλωμός.
— Μας ζητούν πέντε εκατομμύρια λύτρα, μας είπε. Πού να βρεθούν στα Γιάννενα τόσα χρήματα; Καλύτερα να μας σκοτώσουν.
Τότε παρενέβη ο κύριος Χασιώτης και είπε στους ληστές:
— Μη ζητάτε αδύνατα πράγματα. Ζητήστε όσα μπορείτε να πάρετε, γιατί πρέπει να ξέρετε ότι αύριο θα φτάσει στα Γιάννενα ο κύριος Βενιζέλος, που για να στηρίξει το κράτος δικαίου δεν θα διστάσει να διατάξει τη σύλληψή σας με κάθε θυσία. Άρα, για το καλό το δικό σας και το δικό μας, φανείτε λογικοί στις απαιτήσεις σας.
— Αυτό θα το δούμε, απάντησε ο άλλος ληστής. Ίσως αύριο να ζητήσουμε δέκα εκατομμύρια.
Στον κύριο Μυλωνά, που εξέφρασε φόβο μήπως κρυώσει με την ελαφριά ενδυμασία που φορούσε στην εκλογική του περιοδεία, και στην παράκληση του κυρίου Μελά να του επιτρέψουν να πάρει από το αυτοκίνητο το πανωφόρι του, οι ληστές απάντησαν:
— Έννοια σας! Ελάτε τώρα να προχωρήσουμε και έχουμε μπόλικα ρούχα να σας δώσουμε.
Οι ληστές στη συνέχεια μάς άφησαν ελεύθερους και αργότερα απελευθέρωσαν και τον σοφέρ, για να μας μεταφέρει στα Γιάννενα. Αφού πήραν μαζί τους τους δύο αιχμαλώτους, εξαφανίστηκαν.
Στον σοφέρ, όταν τον απελευθέρωσαν, είπαν πως αν επιχειρήσουν τα τμήματα να τους καταδιώξουν, ακόμη κι αν κάποιος χωρικός επιχειρήσει να τους αποπλανήσει, τα κεφάλια των αιχμαλώτων θα μπουν στον ντορβά.
Τι είπε ο σοφέρ
Ο σοφέρ αφηγήθηκε τις εξής λεπτομέρειες της αιχμαλωσίας: οι δύο πολιτευόμενοι, μόλις είχαν περάσει τη θέση Λιάψιστα, αντιλήφθηκαν την πολυμελή ομάδα των ληστών, οι οποίοι τους πρόταξαν τα όπλα. Ο πιο εύσωμος, που φαινόταν να είναι ο αρχηγός τους, φώναξε:
— Σταθείτε, αν θέλετε το κεφάλι σας.
Ο κύριος Μυλωνάς, ζωηρός όπως ήταν γνωστός, απάντησε οργισμένα:
— Τι θέλετε;
— Ελάτε κοντά και θα σας πούμε, απάντησε ο άγνωστος.
— Είμαστε πολιτευόμενοι, είπε ο κύριος Μελάς.
Οι ληστές γέλασαν ταυτόχρονα.
— Το ξέρουμε καλά.
— Θα μας ακολουθήσετε, πρόσθεσε εκείνος που φαινόταν αρχηγός. Για να μάθετε πώς πρέπει να πολιτεύεστε.
— Μήπως θέλετε να μας υποδείξετε σε ποιο κόμμα πρέπει να πάμε; ρώτησε ο κύριος Μυλωνάς, ακόμη πιο οργισμένος.
Ο ληστής γέλασε και διέταξε αυστηρά:
— Ακολουθήστε μας.
Ο κύριος Μελάς έκανε μια τελευταία απόπειρα:
— Να σας δώσουμε χρήματα.
Όμως οι ληστές ήταν ανένδοτοι και διέταξαν τους πολιτευόμενους να τους ακολουθήσουν, πράγμα που έγινε.
Η αφήγηση του Μυλωνά
Δύο μέρες αργότερα, η ίδια εφημερίδα θα δημοσιεύσει τη διά τηλεγραφήματος ανταπόκριση του απεσταλμένου της, Ευστάθιου Θωμόπουλου.
«Και την στιγμήν που αι απαισιώτεραι διαδόσεις εκυκλοφόρουν περί της τύχης τών υπό των ληστών αιχμαλωτισθέντων και ο λαός ήτο ανάστατος εκ των φημών περί αποκεφαλισμού των κ.κ. Μελά και Μυλωνά, ενεφανίσθη εις το οίκημα της Γενικής Διοικήσεως ο κ. Μυλωνάς, παρουσιάζων θέαμα ανθρώπου προερχομένου υπό μακρινήν πορείαν, κατασκονισμένου, αξυρίστου, με μίαν γκλίτσαν εις την χείρα και ένα αδιάβροχον εις τον ώμον.
Συγκινητικαί σκηναί έλαβον χώραν άμα τη εμφανίσει. Όλοι δε οι παριστάμενοι εις το Γραφείον του κ. Γενικού Διοικητού κατεσπάζοντο αυτόν, ενώ από όλων τα στόματα μία ερώτησις: “Έσφαξαν τον Μελά;”».
Μόλις ο Αλέξανδρος Μυλωνάς βεβαίωσε ότι ο Αλέξανδρος Μελάς ήταν καλά, συνήλθε κάπως και άρχισε να αφηγείται τα της αιχμαλωσίας.
«Οι Κουμπαίοι», άρχισε να λέει ο Μυλωνάς, «όσο άγριοι επισήμως είναι, τόσον ιπποτικοί είναι. Κολακεύονται μάλιστα επιδεικνύοντες αμφοτέρας τις ιδιότητές τους. Οι ληστές μάς περιποιούνταν υπερβολικά. Μας έδιναν άφθονη και καλή τροφή, μας προμήθευαν γάλα και αυγά, μας έδιναν άφθονα κλινοσκεπάσματα για την νύκτα, αλλά και δεν έπαυαν να μας λέγουν: “Αν εμφανισθούν αποσπάσματα, δεν θα σας χαρισθούμε. Θα τους στείλωμε τα κεφάλια σας”.
Από τη στιγμή της αιχμαλωσίας δεν σταματήσαμε να περπατάμε, ιδίως τις νύχτες. Όλη τη νύχτα βαδίζαμε μέσα από δάση και δύσβατα βράχια, σε μια κοπιαστική και ατελείωτη πορεία. Την ημέρα κοιμόμασταν, αφού πρώτα έστηναν καραούλια σε αθέατα σημεία, όπου κανείς δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί την παρουσία ληστών. Είναι αυτονόητο ότι από την πρώτη κιόλας νυχτερινή πορεία σταματήσαμε να ξέρουμε πού βρισκόμασταν. Είχαμε φτάσει κοντά στα αλβανικά σύνορα; Γυρίζαμε γύρω από τα Γιάννενα; Δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε. Οι ληστές φοβούνταν και τη σκιά τους. Ήταν όμως αποφασισμένοι: αν εμφανίζονταν αποσπάσματα, θα ήμασταν χαμένοι.
Κάθε φορά που καθόμασταν να ξαποστάσουμε, οι Κουμπαίοι μάς αφηγούνταν με τα πιο ζωηρά και φανταστικά χρώματα τους άθλους τους και διάφορα κατορθώματα. Μας έλεγαν ότι διάλεξαν τη ληστεία ως επάγγελμα για να συγκεντρώσουν μεγάλη περιουσία και ύστερα να ζήσουν ως τίμιοι άνθρωποι.
— Θα πάτε στο εξωτερικό; τους ρωτούσαμε.
— Όχι, δεν αφήνομε την πατρίδα.
— Τότε τι θα γίνη αυτό;
— Θα πιάσωμε κανένα Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή κανένα πρωθυπουργό, ξένο πρεσβευτή, έστω και μέσα στην χέστρα, όπου πάει εν ανάγκη, και θα πάρωμε αμνηστεία.
Προσπαθούσαμε να πείσουμε τους Κουμπαίους να ζητήσουν μικρότερο ποσό για λύτρα, γιατί ήταν αδύνατο να βρούμε τα πέντε εκατομμύρια.
— Δεν κατεβαίνουμε ούτε δεκάρα, μας είπε. Άλλωστε, για να το παίζετε ότι τα ’χετε καλά με τον Βενιζέλο, θα πω πως κι εσείς έχετε πολλά λεφτά, και ο αρχηγός σας ο Καφαντάρης.
— Θα τα πληρώσετε μέχρι τελευταίας δεκάρας και μόνο έτσι θα σας αφήσουμε ελεύθερους.
Απ’ όσα κατάλαβα, οι ληστές παρακινήθηκαν από πολιτικά κίνητρα στην πράξη τους. Υπάρχουν ορισμένα πολιτικά πρόσωπα που τους υποκίνησαν. Δεν μπορώ να μιλήσω σήμερα όπως πρέπει, για να μη διακινδυνεύσει η ζωή του Μελά. Αλλά όταν τον αφήσουν ελεύθερο, θα τα βγάλω όλα στη φόρα. Ο κόσμος θα μείνει κατάπληκτος από όσα θα αποκαλυφθούν.
Σε όλη τη διάρκεια των μακρινών πορειών μας και στις ώρες της ξεκούρασης, οι ληστές συσκέπτονταν και μιλούσαν με διάφορα μυστηριώδη πρόσωπα, που τους κρατούσαν ενήμερους για όλα. Πόσος στρατός ήρθε στα Γιάννενα, τι είπε ο Βενιζέλος, ποιοι συνελήφθησαν, τι κατέθεσε ο Χασιώτης στην ανάκριση· όλα αυτά τα μετέδιδαν στους ληστές. Νομίζω ότι έχουν τέλεια οργάνωση και δίκτυο πληροφοριών στην Ήπειρο. Τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονταν με επιστολές, τρόφιμα και αθηναϊκές εφημερίδες.
Στο μεταξύ περνούσαν οι μέρες, τα λύτρα δεν καταβάλλονταν, οι ληστές άρχισαν να μας φέρονται πιο ψυχρά κι αρχίσαμε να ανησυχούμε. Και εγώ και ο Μελάς φοβόμασταν για τη ζωή μας, παρόλο που δεν μας άφηναν να μιλήσουμε μόνοι μας. Οι ληστές όμως είχαν ακριβείς πληροφορίες για τις διαθέσεις που υπήρχαν ώστε να καταβληθούν τα λύτρα και υπολόγιζαν να φτάσουν σε συμφωνία.
Χθες το βράδυ, την ώρα που περνούσαμε από ένα δάσος, οι Κουμπαίοι μας φώναξαν ιδιαιτέρως και μας είπαν:
— Τα πέντε εκατομμύρια βρέθηκαν και πρέπει να τα πάρουμε το γρηγορότερο. Ο Μελάς θα μείνει εδώ και ο Μυλωνάς θα πάει στα Γιάννενα για να μας στείλει τα λύτρα.
Αποχαιρέτησα συγκινημένος τον Μελά και σε λίγο οι ληστές απομακρύνθηκαν.
— Μη φοβάσαι για τον φίλο σου, είπαν φεύγοντας. Θα τον ποτίσουμε.
Μου άφησαν ένα αδιάβροχο για να σκεπαστώ τη νύχτα. Έκανε πολύ κρύο κι έτρεμα. Πέρασα μια φοβερή νύχτα. Άκουγα τα τσακάλια να ουρλιάζουν και φοβόμουν μη με φάνε οι λύκοι. Έμεινα ξάγρυπνος, αλλά δεν το αποφάσιζα να κινηθώ από τη θέση μου, γιατί κρεμόταν πάνω από το κεφάλι μου σαν δαμόκλειος σπάθη η απειλή των ληστών. “Αυτοί οι άνθρωποι”, σκεφτόμουν, “είναι ικανοί για όλα... μπορεί και να με σκοτώσουν”. Έτσι πέρασε η νύχτα. Μόλις ξημέρωσε, δεν ήξερα πού βρισκόμασταν. Ανέβηκα σ’ ένα ύψωμα και διέκρινα τη δημοσιά. Προχώρησα και, ύστερα από πολύωρη πορεία, βρήκα ένα αυτοκίνητο κι ήρθα».
Η μαρτυρία του Μελά
Στις 12 Αυγούστου 1928, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, οι αρχές και πολλοί φίλοι και συγγενείς του παρέλαβαν τον απελευθερωθέντα Μελά στην περιοχή Λυκόστομο. Η σκηνή της συνάντησης ήταν εξαιρετικά συγκινητική. «Κατασκονισμένος, ξεσχισμένος, αδύνατος, ομοιάζει με ζωντανόν πτώμα». Έπεσε στην αγκαλιά των συγγενών και των φίλων του και τους φιλούσε. Όλοι έκλαιγαν. Τα δάκρυα έτρεχαν ποτάμι από τα μάτια όλων.
Ο Μελάς έφερε δύο τραύματα: ένα στο κεφάλι από χτύπημα που του κατάφερε ο Τζατζάς με κόκαλο και ένα στον γοφό από χτύπημα με το κοντάκι του όπλου.
«Πώς γλίτωσα από τα σκυλιά, ένας Θεός το ξέρει. Ήθελαν να με σφάξουν. Μόλις έφυγε ο Μυλωνάς, αγρίεψαν οι ληστές. Όχι τόσο οι Κουμπαίοι, όσο ο Τζατζάς, που μου έλεγε:
— Παλιοσκυλί, και τα λεφτά θα πάρουμε και το κεφάλι σου.
Μου πετούσαν κόκαλα που τα είχαν γλείψει για να φάω και μου έλεγαν:
— Σκυλί, έτσι πρέπει να περνάς εσύ».
Την επόμενη μέρα, καθώς συνήλθε, δέχτηκε κι αυτός με τη σειρά του στο ξενοδοχείο του την επίσκεψη του ανταποκριτή της εφημερίδας «Εμπρός», Ευστάθιου Θωμόπουλου, στον οποίο εξέθεσε λεπτομερώς τα της αιχμαλωσίας και τα των δραματικών περιπετειών του.
«Μετά τη σύλληψή μας και μόλις έφυγε ο Μυλωνάς, άρχισε μια εξαντλητική πορεία δεκαοκτώ ωρών, πότε προς τα αλβανικά σύνορα και πότε προς το κέντρο της Ηπείρου. Το κέντρο των κινήσεων των ληστών βρισκόταν στο όρος Μιτσικέλι και συμπεραίνω, χωρίς να μπορώ να το βεβαιώσω με σιγουριά, ότι οι διαπραγματεύσεις γίνονταν στα Ζαγόρια με άλλους πράκτορες. Αυτό δεν μπορώ να το πιστοποιήσω απολύτως, πάντως κατάλαβα ότι πηγαινοέρχονταν γύρω στα δεκαπέντε άτομα.
Από τους ληστές, εκτός από τους Κουμπαίους, αναγνώρισα τον λήσταρχο Τζατζά, τον ληστή Τσιλημάστορα, τον Βαγγελοτάτση, έναν Κιάζα και τον Ηλία Τάγκα, γνωστούς ληστές».
Ο Μελάς εξέφρασε την υποψία ότι ανάμεσα στη συμμορία βρισκόταν και ο διαβόητος λήσταρχος Μπαμπάνης, τον οποίο άκουσε να επιπλήττει τους άλλους ληστές, γιατί «τον μπλέξανε σε ληστεία πολιτευτών, που θα κάψουν τον αθώο κοσμάκη».
«Οι ληστές», συνέχισε, «φέρονταν κάπως ευγενικά μέχρι την περασμένη Τετάρτη. Εξαίρεση αποτελούσε ο Τζατζάς, που κουνούσε το μαχαίρι του πάνω από το κεφάλι μου, λέγοντας:
— Με αυτό θα σου βγάλω το συκώτι να το δεις. Τι κάνεις τον μισοκακόμοιρο; Ξέρω εγώ τι φίδια είστε εσείς με τα γκουβέρνα...».
Ο Μελάς, συνεχίζοντας την αφήγησή του, είπε:
«Μπροστά σ’ αυτή την αφόρητη κατάσταση, ένα βράδυ που κοιμόμουν δίπλα σ’ έναν ληστή, προσπάθησα να πάρω το πιστόλι του, να τον σκοτώσω και να φύγω, να με σκοτώσουν κι εμένα. Ο ληστής κατάλαβε την πρόθεσή μου και άρχισε να φωνάζει. Αυτό που ακολούθησε είναι απερίγραπτο. Ήρθαν οι άλλοι, με έδεσαν και με χτυπούσαν όλοι, ενώ ταυτόχρονα με έφτυναν μέχρι που λιποθύμησα».
Από εκείνη τη στιγμή οι ληστές είχαν τον Μελά δεμένο και τον υπέβαλλαν στα πιο φρικτά βασανιστήρια. Τον υποχρέωναν να τρώει ψίχουλα μπομπότας πεταμένα χάμω, απομεινάρια από κόκαλα και φαγητά.
«Έμεινα δεμένος μέχρι σήμερα. Τράβηξα τα πάνδεινα. Χίλιες φορές είπα να αυτοκτονήσω, για να γλιτώσω μια για πάντα από τα μαρτύρια που περνούσα. Ήταν η μόνη διέξοδος που μου απέμενε, αφού οι ληστές, όπως φαινόταν, είχαν αποφασίσει να με σκοτώσουν. Τους άκουγα πολλές φορές να συζητούν και να λένε ότι κι όταν πάρουν τα λύτρα, θα με σφάξουν. Ύστερα απ’ όλα αυτά βρισκόμουν σε απελπιστική κατάσταση, γιατί έβλεπα ότι έτσι κι αλλιώς θα με σκότωναν. Ο Τζατζάς ιδίως επέμενε.
— Με βλέπεις εμένα; Ένα εκατομμύριο επτακόσιες χιλιάδες δραχμές είμαι επικηρυγμένος. Θα σε σφάξω, σκύλε, να τις κάνω δυόμισι εκατομμύρια».
Το πρωί, όταν εμφανίστηκαν οι Κουμπαίοι με τα λύτρα, τα περισσότερα από τα οποία πήρε η «παρέα» του Τζατζά, ο τελευταίος έδειξε στον Μελά τα χαρτονομίσματα, λέγοντας:
— Σου τα πήρα και θα σε σφάξω.
Τόσο πολύ επέμενε σ’ αυτό, ώστε καβγάδισε με τον Τάκη Κουμπή. Ο Τζατζάς, συνεχώς βλαστημώντας, αποκαλούσε τον Κουμπή βλάκα, γιατί άφηνε ζωντανό τον αιχμάλωτο.
«Είδα ότι τα λύτρα τα έφεραν το πρωί. Όταν τα πήραν οι ληστές, έκαναν νέο συμβούλιο για να αποφασίσουν για την τύχη μου. Ο Τζατζάς επέμενε ότι έπρεπε να σφαγώ, αλλά οι Κουμπαίοι αντέτειναν, δείχνοντας μάλιστα ένα γράμμα που είχαν πάρει από κάποιο ισχυρό πρόσωπο. Σ’ αυτό το γράμμα δινόταν εντολή να μη φονευθώ. Ο Τζατζάς μετά απ’ αυτό πείστηκε κι έτσι γλίτωσα, αφού πρώτα με έστειλαν στον διάολο. Με άφησαν στις 4 το απόγευμα και περπατούσα ως τώρα. Για τους πολιτικούς λόγους της ληστείας θα μιλήσω αργότερα».
«Μετά την απόφαση για την απελευθέρωση», συνεχίζει ο κ. Μελάς, «ο Κουμπής με ξεπροβόδισε λίγες εκατοντάδες μέτρα, λέγοντας:
— Ούτε του παπά να μη το πεις πώς τη γλίτωσες».