ΕΙΧΑΝ ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΙ ΑΠΟ ΗΜΕΡΩΝ τους δημοσιογράφους της εφημερίδας «Ακρόπολις» για το αναμενόμενο και μοιραίο τέλος της φυλακής Παλιάς Στρατώνας, αλλά ποιος το πίστευε στ’ αλήθεια; Χρόνια περίμεναν όλοι αυτήν τη στιγμή, που όμως δεν ερχόταν: «Θα λείψει αυτό το αίσχος που προσβάλλει τον πολιτισμό μας και ντροπιάζει την Αθήνα».
Στις 28 Νοεμβρίου 1931 τα ψέματα τελείωσαν και οι δημοσιογράφοι παρευρέθηκαν στην οριστική λήξη της βασιλείας της. Το μοιραίο επήλθε στις 12:30 ακριβώς. Το κυριότερο γνώρισμά της ήταν αυτό «της σαλατοποιήσεως όλων των παρανομησάντων, ανεξαρτήτου ποιόν και τάξεως». Είναι αυτό δηλαδή που την κατέστησε τόσο αντιπαθητική, ενώ, αν μπορούσε να τη συγκρίνει κανείς με άλλες φυλακές του ελληνικού κράτους, όπως του Μεσολογγίου ή του Ακραίου, θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει και κήπο της Εδέμ.
Οι τρεις τελευταίοι κρατούμενοί της, ένας γνωστός μεγαλοκαταχραστής, ένας φονιάς και ένας κατσικοκλέφτης, πέρασαν το κατώφλι της για να σαλπάρουν πάνω στο κρατικό φορτηγό αυτοκίνητο που θα τους μετέφερε στις φυλακές Συγγρού. Και έγινε σωστή, θα έλεγε κανείς, κηδεία. Τεθλιμμένοι συγγενείς οι τρεις αυτοί κατάδικοι –φίλοι στενά συνδεόμενοι–, ο διευθυντής της, Νίκου, και τρεις δεσμοφύλακες. Νεκροθάφτης, τέλος, ο γενικός διευθυντής των φυλακών, Παναγής Σκουριώτης. Σε αυτόν παραδόθηκε η αρμαθιά των κλειδιών και αυτός υπέγραψε το πρωτόκολλο που έλεγε: «Παλαιά Στρατών. Σχολάζουσα δημοσία περιουσία».
Κόσμος και κοσμάκης συνέρρεε όλες εκείνες τις μέρες της κατεδάφισης. Πρόσωπα ανήσυχα, μορφές θλιμμένες, άνθρωποι που χολοσκούσαν, καρδιές έτοιμες να ραγίσουν σε κάθε χτύπο της αξίνας.
Μέσα σε αυτή την επισημότητα, λοιπόν, στην οποία εκτυλισσόταν ο θάνατός της, ο απεσταλμένος της εφημερίδας «Ακρόπολις» βρήκε καιρό να την περιεργαστεί. Τα τραγουδισμένα της ψηλά παράθυρα, που υπήρξαν χρόνια και χρόνια καημός και μεράκι ελευθερίας για εκείνους που στυλωμένοι πίσω τους αγνάντευαν την πρωτεύουσα από το Μοναστηράκι ως τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, μπορούσαν να διηγηθούν όλη την ιστορία της.
Ο Παναγής Σκουριώτης παρέλαβε τα κλειδιά από τον κύριο Νίκου και οι δεσμοφύλακες τράβηξαν για τελευταία φορά τις βαριές της αμπάρες και έφυγαν περίλυποι, ψιθυρίζοντας: «Συγχωρεμένη να ’ναι!».
Η ιστορία της Παλιάς Στρατώνας
Τι ήταν, όμως, η Παλιά Στρατώνα προτού γίνει Παλιά και πώς έγινε ακούσιο καταφύγιο για κάθε καρυδιάς καρύδι; Σύμφωνα με μια συνέντευξη του ιστοριοδίφη Δημήτριου Καμπούρογλου, το κτίριο οικοδομήθηκε το 1834 από τον Βαυαρό Σπις, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί ως στρατώνας. Ο Σπις, με βάση τα όσα αφηγείται ο Καμπούρογλου, κατεδάφισε τα γύρω βυζαντινά μνημεία για να χρησιμοποιήσει τα υλικά τους. Δεν σεβάστηκε ούτε το κονάκι του περίφημου βοεβόδα Χατζή Αλή Χασεκή, του απαίσιου Τούρκου πασά, που βασάνισε φρικτά και θανάτωσε τόσους Αθηναίους. Το περιέλαβε και αυτό, αφού το ξετείχισε, μέσα στο οικοδομικό σύμπλεγμα της «Παλιάς».
Το πότε αποφασίστηκε η «Παλιά» να γίνει φυλακή πολιτικών υποδικοκαταδίκων δεν το γνώριζε κανείς από τους υπαλλήλους του υπουργείου Δικαιοσύνης. Στις ερωτήσεις του ρεπόρτερ της «Ακροπόλεως», όλοι τους παρέπεμπαν στον Καμπούρογλου, σαν να ήταν ο γενικός αρχειοφύλακας του κράτους. Η δικαιολογία που προέβαλλαν για την έλλειψη αυθεντικών πληροφοριών ήταν η εξέγερση των κρατουμένων στα 1920, οπότε και το αρχείο της φυλακής κάηκε ολοκληρωτικά.
Το 1929 πέρασαν από τα κελιά της 5.000 κρατούμενοι και 3.573 το 1930. Το υπουργείο Δικαιοσύνης υπολόγιζε ότι κατά μέσο όρο κρατούνταν 4.500 άτομα ανά έτος. Τη μέρα που κοινοποιήθηκε η διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης να εκκενωθεί το κτίριο, ο αριθμός των κρατουμένων έφτανε τους 680.
Ποια είναι, όμως, η αληθινή αιτία για την τόση καταφορά εναντίον της; Δεν ήταν μόνο η ασχήμια του οικοδομήματος σε τόσο κεντρικό μέρος των Αθηνών, ούτε ότι οι κρατούμενοι δεν ήταν ευχαριστημένοι. Αντιθέτως, μάλιστα, υπόδικοι και κατάδικοι το θεωρούσαν προνόμιο να μείνουν στην «Παλιά» και όχι στη «Συγγρού» – προνόμιο που για να αποκτηθεί μπορεί να απαιτούσε και ρουσφέτι. Ο πραγματικός λόγος ήταν άλλος. Ότι ενώ η Παλιά Στρατώνα είχε οριστεί για κρατούμενους με ποινή φυλάκισης μέχρι ένα έτος, λόγω της ρουσφετολογίας κατάντησε να φιλοξενεί κρατούμενους ισόβιων και πρόσκαιρων δεσμών, όπως και φουκαράδες – ποινικά αθώους, παραβάτες όμως των φορολογικών νόμων. Βρίσκονταν ακόμα εκεί και οι «μυτάκηδες» της ηρωίνης και της κοκαΐνης, και έτσι η φυλακή είχε μεταβληθεί σε κόλαση για κάθε άνθρωπο που τύχαινε να πέσει σε κάποιο παράπτωμα.
Οι μεγάλες αρχαιολογικές ανασκαφές
Ο Πέτρος Πικρός είχε παρευρεθεί, για λογαριασμό της εφημερίδας «Πατρίς», κατά τα τέλη Απριλίου του 1931, στις πρώτες κατεδαφίσεις της παλιάς Αθήνας, στα σημεία όπου επρόκειτο να γίνουν οι μεγάλες αρχαιολογικές ανασκαφές. Τρία σπίτια κατεδαφίστηκαν επί της οδού Ποσειδώνος, απέναντι ακριβώς από τη Βλασσαρού. Σε μερικές μέρες άλλα δέκα είχε προγραμματιστεί να κατεδαφιστούν και μέσα στην επόμενη εβδομάδα θα ακολουθούσαν κι άλλα, ώστε να αρχίσουν οι ανασκαφές από τα μέσα Μαΐου.
Κόσμος και κοσμάκης συνέρρεε όλες εκείνες τις μέρες της κατεδάφισης. Πρόσωπα ανήσυχα, μορφές θλιμμένες, άνθρωποι που χολοσκούσαν, καρδιές έτοιμες να ραγίσουν σε κάθε χτύπο της αξίνας. Ασφαλώς και χασομέρηδες, που κατά δεύτερο λόγο ήταν λάτρεις της παλιάς Αθήνας, ήρθαν να παρακολουθήσουν τον ενταφιασμό των αναμνήσεών τους.
Και αν ακόμα προϋποτίθεντο η πλάνη ημεδαπών και ξένων αρχαιολόγων και αν ακόμα δεν επρόκειτο να ερχόταν τίποτα στο φως, πάλι, επέμενε ο Πέτρος Πικρός, αυτή η κατεδάφιση θα ήταν ευεργετική. Θα έλειπε η παλιά Αθήνα. Τόσο το καλύτερο για όλους, καθώς αυτή, στην πραγματικότητα, είχε λείψει προ πολλού. Δεν υπήρχε πια παρά το άσχημο και νοσταλγικό πτώμα της.
Ήταν οι ίδιοι μάλλον νοσταλγοί Αθηναίοι, για τους οποίους κάποιος, με την υπογραφή «Ρεπόρτερ» που υπογράφει στην εφημερίδα «Ακρόπολις», αναφέρει στα τέλη του Νοέμβρη του 1931 ότι πήγαιναν μέχρι την Παλιά Στρατώνα και την έβλεπαν με συγκίνηση. Στέκονταν μπροστά της σκεπτικοί, την ατένιζαν μελαγχολικά, έπειτα έφευγαν αργά. Προτού απομακρυνθούν εντελώς, γύριζαν να τη δουν ξανά μία ακόμα τελευταία φορά. Ο στερνός χαιρετισμός τους προς παλιό φίλο, ο οποίος όπου να ’ναι θα εξαφανιστεί. Συνδέεται ο άνθρωπος με τα άψυχα. Δεν ήταν, άλλωστε, λίγοι οι άνθρωποι στην Αθήνα που συνδέθηκαν στο παρελθόν –άλλοι λιγότερο, άλλοι περισσότερο– με τη φυλακή αυτή, που παραδινόταν στη σκαπάνη προς κατεδάφιση.
Χρόνια ζητούνταν η κατεδάφισή της για λόγους φιλανθρωπίας προς όσους ατύχησαν να φιλοξενηθούν σε αυτήν, αλλά και για λόγους αισθητικής και υγιεινής ακόμα. Άντεχε όμως το παμπάλαιο κτίριο σε όλες τις επιθέσεις εναντίον του. Μονάχα από την ομαδική καταδίκη των κτιρίων της περιοχής για αρχαιολογικούς ανασκαφικούς λόγους δεν μπόρεσε να σωθεί. Παράδοξη η τύχη του γερο-μπαμπαλή αυτού δίπλα από το Ριζόκαστρο. Θυσιάστηκε χάριν αρχαιότερών του μνημείων!
«Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα»
Έπειτα από συζητήσεις ολόκληρων δεκαετιών, γράφει ο Χρ. Εμμ. Αγγελομάτης στην εφημερίδα «Ακρόπολις», αποφασίστηκε τελικά η καταδίκη της Παλιάς Στρατώνας. Μια μέρα, οι κατάδικοι και οι υπόδικοι μεταφέρθηκαν στις φυλακές Συγγρού, το κλειδί περιστράφηκε στην κλειδωνιά της βαριάς πόρτας, για να παραδοθεί κατόπιν στο υπουργείο Παιδείας.
Με την απλή αυτή διατύπωση γράφτηκε το προτελευταίο κεφάλαιο της ιστορίας της. Με τον πρώτο γδούπο της σκαπάνης θα γραφόταν και το τελευταίο. Οι μεταγενέστεροι, βλέποντας τα ερείπια που θα καταλαμβάνουν τον χώρο στον οποίο βρισκόταν, θα λένε: «Εδώ υπήρξε μια φορά η Παλιά Στρατώνα». Έτσι, η ανάμνηση θα εναπόθετε τη σφραγίδα της, που δεν επρόκειτο να σβήσει από τις ανασκαφές που θα άρχιζαν σε λίγο.
Έχοντας συντροφιά του τον αρχαιολόγο Σταυρόπουλο, αλλά και άλλους νεότερους, ξεκίνησε ένα πρωί του Μάρτη του 1932 ο Χρήστος Εμμ. Αγγελομάτης για την Παλιά Στρατώνα.
Είχε πολλών ετών δημοσιογραφικές γνωριμίες και θα έπρεπε να διατηρήσει την ανάμνηση, προτού η σκαπάνη των κατεδαφιστών καταρρίψει και το τελευταίο αγκωνάρι, για να ελευθερωθεί ο χώρος και να μπορέσει η Αρχαιολογική Υπηρεσία να το ανασκάψει από άκρη σε άκρη.
Έπειτα, είναι γνωστό ότι η ψυχή του ανθρώπου δένεται με τις αναμνήσεις και όλοι οι δημοσιογράφοι –άλλος λίγο, άλλος πολύ– είχαν γνωρίσει την Παλιά Στρατώνα στην εποχή της δόξας και του μεγαλείου της. Άλλος πήγε να την περιγράψει, άλλος πήγε να δει κάποιον μεγαλοκαρχαρία, άλλος κάποιον πολιτικό κρατούμενο, άλλος κάποιον ονομαστό κακούργο να τραβά κορδέλα και άλλος να καταγράψει τις πένθιμες τελευταίες στιγμές κάποιου μελλοθάνατου.
Παρόμοιες αναμνήσεις δεν σβήνουν εύκολα από τον νου, και σε αυτό οι δημοσιογράφοι μοιάζουν κάπως με τους κακοποιούς, που σέρνονται, άθελά τους, στον τόπο όπου διέπραξαν το κακό. Να επισκεφτεί και άλλη φορά την Παλιά Στρατώνα, αν δεν δινόταν η εντολή της κατεδάφισης, θα το απέφευγε με κάθε τρόπο. Τώρα όμως που κατεδαφιζόταν, δεν ήταν το ίδιο πράγμα. Οι αναμνήσεις δένουν την ψυχή.
Όταν φτάσανε εκεί πλησίαζε το μεσημέρι, ο ουρανός όμως ήταν πάντα κατσουφιασμένος και έτοιμος να ανοίξει τους ασκούς του. Η ατμόσφαιρα ήταν νοτισμένη από τη νυχτερινή βροχή, τα πάντα υγρά και οι δρόμοι ολόγυρα γεμάτοι λάσπη. Όλα αυτά καθιστούσαν μελαγχολικότερο το θέαμα που αντίκρισαν τα μάτια του μόλις, παίρνοντας την καμπή του τζαμιού του Μοναστηρακίου, αντίκρισαν την Παλιά Στρατώνα.
Ένα πλήθος εργάτες σκαρφαλωμένοι στη στέγη, άλλοι αφαιρούσαν τα κεραμίδια, άλλοι έριχναν τους τοίχους και άλλοι μάζευαν μάρμαρα δεξιά και αριστερά. Ήδη, ολόγυρα έχασκαν φοβερά ανοίγματα σαν αγιάτρευτες πληγές. Στο θλιβερό περιβάλλον της υγρασίας και της συννεφιάς η φυλακή έδινε την εντύπωση ερειπίων σε έρημες και δυσπρόσιτες ακροτοπιές.
Κάποιος εργάτης τραγουδούσε με προφανή ευχαρίστηση και κακία την ώρα που ανεβοκατέβαινε ο κασμάς του. Όλα φάνταζαν τρομερά και όλα φανέρωναν ότι φτιάχτηκαν για να δεσμεύουν την ανθρώπινη ελευθερία. Τοίχοι που είχαν πάχος μέτρων και παράθυρα κιγκλιδόφραχτα σε τέτοιο ύψος που ήταν δύσκολο να φτάσει κανείς δεν συντελούσαν στη δημιουργία θετικής εντύπωσης και στην καρδιά του ειρηνικού και φιλήσυχου ανθρώπου δεν μπορούσαν παρά να γεννήσουν τον τρόμο και τη φρίκη.
Διατρέχοντας τους θαλάμους, ο Αγγελομάτης εντυπωσιάστηκε από την καθαριότητα. Κάτασπροι τοίχοι, ολοκάθαρες οροφές και πατώματα που, αν δεν άστραφταν, ήταν ωστόσο αρκετά καθαρά. Σε άλλα όμως τμήματα του κτιρίου, η κατάσταση των θαλάμων ήταν άθλια. Τα πατώματα είχαν πάθει καθίζηση και σε πολλά σημεία είχαν αποσαθρωθεί, ενώ οι στέγες έδιναν την εντύπωση ότι θα κατέρρεαν. Στα παράθυρα οι φυλακισμένοι είχαν κλείσει τα κενά των κιγκλίδων με κομμάτια χαρτιών, για να προφυλάσσονται από το κρύο.
Βλέποντας όλα αυτά, μονολογούσε ότι και οι τότε φυλακισμένοι μα και εκείνοι που θα τους διαδέχονταν έπρεπε να χρωστούν μέγιστη ευγνωμοσύνη στους αρχαιολόγους, που πέτυχαν να μεταφερθούν οι εγκάθειρκτοι και να αρχίσει η κατεδάφιση.
Ο δημοσιογράφος περιηγήθηκε επί τροχάδην στη φυλακή, ώστε να προλάβει μια συνολική εντύπωση του κτίσματος που θα έλειπε τις επόμενες μέρες. Είχε δύο τεράστια σε έκταση πατώματα και στη μέση το κτίριο που χρησίμευε ως διοικητήριο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Εκεί, σχηματιζόταν μια μεγάλη αυλή που τη στόλιζε ένας τεράστιος πλάτανος της ίδιας φήμης με τον πλάτανο του Μεντρεσέ, και μια βρύση τούρκικη, που το νερό της δεν κελάρυζε πια στη γούρνα. Από την αυλή αυτή ξεκινούσαν διάδρομοι προς τα διάφορα διαμερίσματα και προς το κιγκλιδόφρακτο κομμάτι της φυλακής, όπου, πίσω από τα φοβερά σίδερα, μιλούσαν οι φυλακισμένοι με τους δικούς τους.
Πήγε ακόμα και στα μπουντρούμια, στα φοβέρα και ανήλια υπόγεια, στα οποία κλείνονταν οι βαρυποινίτες, οι ανυπότακτοι και οι απείθαρχοι κατάδικοι και οι μελλοθάνατοι, όπου μία και μόνο φορά να έριχνε κανείς το βλέμμα αρκούσε να διατηρήσει μια φρικτή ανάμνηση για χρόνια. Τα μπουντρούμια αυτά ήταν πια μισογκρεμισμένα. Τα συνεργεία των εργατών βάλθηκαν να τα εξαφανίσουν, αφού και στα χαλάσματα η Αρχαιολογική Υπηρεσία μάζευε μάρμαρα παλιά.
Εξέτασε τους τοίχους. Κάπου κάπου ένα όνομα του ξυπνούσε μια ανάμνηση, αλλού μια ζωγραφική παράσταση φανέρωνε τους καημούς του φυλακισμένου που την έφτιαξε και αλλού ένα σκίτσο δήλωνε το ταλέντο του. Εδώ ο Πανάρετος διαλαλούσε ότι καταδικάστηκε σε 25 χρόνων φυλάκιση για μια παλιογυναίκα και εκεί ο Κωστής από το Αργυρόκαστρο φώναζε πως είναι παλικάρι και το λέει η καρδιά του – μόνο που κάποιος πρόσθεσε από κάτω πως είναι μεγάλος κλεφτοκοτάς. Σε ένα κελί βρήκε και το όνομα του μελλοθάνατου Μπασιάκου. Είχε κάτι ακόμα γράψει ο κατάδικος, αλλά αυτό το εξαφάνισε ο χρόνος.
Πάνω από τα κεφάλια τους αντιλαλούσε ο γδούπος της σκαπάνης και υπήρχε κίνδυνος να τραυματιστούν από υλικά που έπεφταν. Βγήκαν στην πρώτη αυλή. Κεραμίδια, πέτρες, μάρμαρα είχαν συσσωρευτεί από τους εργάτες παντού. Ψηλά έχασκαν τα τραύματα που άνοιξε η σκαπάνη στο κορμί της Παλιάς Στρατώνας, όμως τα σίδερα των παραθύρων ακόμα έμεναν…