Σήμερα, δύσκολα θα αποκαλούσε κανείς κάποιον «παράσιτο» χωρίς να θέλει να τον προσβάλει. Η λέξη σημαίνει είτε έναν οργανισμό που ζει εις βάρος ενός άλλου είτε, μεταφορικά, έναν άνθρωπο που απολαμβάνει τα οφέλη χωρίς να προσφέρει τίποτα αντίστοιχο.
Η αρχική της σημασία, όμως, ήταν πολύ διαφορετική.
Η λέξη προέρχεται από το «παρά» και το «σῖτος», δηλαδή αυτός που βρίσκεται δίπλα στο φαγητό. Ο «παράσιτος» ήταν, κυριολεκτικά, εκείνος που καθόταν κοντά στο γεύμα.
Σε ορισμένες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας, και ειδικά στην Αθήνα, ο όρος μπορούσε να δηλώνει πρόσωπα με δημόσιο ή τελετουργικό ρόλο. Οι παράσιτοι είχαν δικαίωμα να τρώνε με δημόσια δαπάνη στο πρυτανείο, τον ιερό δημόσιο χώρο της πόλης, και συμμετείχαν σε τελετουργικά γεύματα προς τιμήν των θεών.
Με τον καιρό, όμως, η λέξη άρχισε να αλλάζει. Από τιμητικός ή ουδέτερος όρος, έγινε σταδιακά η εικόνα εκείνου που τρώει εις βάρος άλλων. Στην κλασική περίοδο, ο παράσιτος άρχισε να συνδέεται με ανθρώπους που δεν είχαν πλέον θρησκευτικό καθήκον, αλλά εξασφάλιζαν το γεύμα τους με κολακεία, ευστροφία ή κοινωνική γοητεία.
Έτσι μπήκε και στην κωμωδία.
Στον Αριστοφάνη και, αργότερα, στη Νέα Κωμωδία του Μενάνδρου, ο παράσιτος έγινε αναγνωρίσιμος θεατρικός τύπος: όχι απλώς ένας πεινασμένος άνθρωπος, αλλά ένας κοινωνικός επιζών. Κάποιος που ξέρει να μιλά, να διασκεδάζει, να κολακεύει και να εξασφαλίζει μια θέση στο τραπέζι των πλουσίων.
Σε ένα απόσπασμα που αποδίδεται στον Μένανδρο, ο παράσιτος αυτοπεριγράφεται με σχεδόν επαγγελματική υπερηφάνεια: η τέχνη του είναι ο λόγος και ο μισθός του είναι το δείπνο.
Αυτό κάνει τη λέξη ακόμη πιο ενδιαφέρουσα. Ο αρχαίος παράσιτος δεν ήταν μόνο ένας «τζαμπατζής». Ήταν και καθρέφτης μιας κοινωνίας όπου το φαγητό, η συντροφιά των ισχυρών, η πρόσβαση στα συμπόσια και η ικανότητα να ευχαριστείς τους άλλους είχαν πραγματική αξία.
Αργότερα, η μορφή του πέρασε και στη ρωμαϊκή κωμωδία, ενώ συγγραφείς όπως ο Πλούταρχος και ο Θεόφραστος συνέδεσαν την κολακεία με ηθική αδυναμία. Ο παράσιτος άρχισε πια να σημαίνει όχι μόνο αυτόν που κάθεται δίπλα στο φαγητό, αλλά αυτόν που πουλά την αξιοπρέπειά του για μικρές απολαύσεις.
Κάπως έτσι, μια λέξη που ξεκίνησε από το τραπέζι και το δημόσιο γεύμα κατέληξε να σημαίνει εξάρτηση, εκμετάλλευση και ηθική ασάφεια.
Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία της είναι τόσο ωραία. Θυμίζει ότι ακόμη και οι πιο φορτισμένες λέξεις είχαν κάποτε μια απλούστερη αρχή. Κάποιος καθόταν δίπλα στο φαγητό. Μετά ήρθε η κοινωνία, η κωμωδία και η ηθική κρίση και τον έκανε «παράσιτο».
Με στοιχεία από GreekReporter.