Η 43χρονη Λιβανέζα δημοσιογράφος Αμάλ Χαλίλ σκοτώθηκε σε ισραηλινή επίθεση στον νότιο Λίβανο την Τετάρτη, με τις αρχές της χώρας να κάνουν λόγο για στοχευμένο πλήγμα κατά δημοσιογράφων.
Η Χαλίλ, που εργαζόταν στην εφημερίδα Al-Akhbar και είχε δηλώσει ότι στηρίζει την αντίσταση κατά του Ισραήλ, σκοτώθηκε έπειτα από διαδοχικά πλήγματα ισραηλινών δυνάμεων, ενώ μία συνάδελφός της τραυματίστηκε. Σύμφωνα με μαρτυρίες, διασώστες που επιχείρησαν να την απεγκλωβίσουν από τα συντρίμμια δέχθηκαν επίσης πυρά, με αποτέλεσμα να μην μπορέσουν να προσφέρουν άμεσα βοήθεια.
Η Χαλίλ είναι η ένατη δημοσιογράφος που σκοτώνεται στον Λίβανο από τις αρχές του έτους. Τον προηγούμενο μήνα, τρεις ακόμη δημοσιογράφοι έχασαν τη ζωή τους σε επίθεση τύπου «double-tap», δηλαδή διαδοχικών πληγμάτων στον ίδιο στόχο.
Ο πρωθυπουργός του Λιβάνου Nawaf Salam χαρακτήρισε την επίθεση κατά δημοσιογράφων και την παρεμπόδιση των επιχειρήσεων διάσωσης ως εγκλήματα πολέμου, ενώ διεθνείς οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου εξέφρασαν έντονη αντίδραση για τα επαναλαμβανόμενα πλήγματα σε δημοσιογράφους σε Λίβανο και Γάζα.
Σύμφωνα με στοιχεία από τον εργοδότη της και το λιβανέζικο υπουργείο Υγείας, η Χαλίλ κάλυπτε γεγονότα κοντά στο χωριό αλ-Τίρι όταν το όχημα στο οποίο επέβαινε χτυπήθηκε από ισραηλινό αεροπορικό πλήγμα, με αποτέλεσμα τον θάνατο δύο ανθρώπων και τον τραυματισμό της ίδιας και της φωτορεπόρτερ Ζεϊνάμπ Φάρατζ.
Ο Λιβανός καταγγέλλει ότι το Ισραήλ παρεμπόδισε την επιχείρηση διάσωσης της Χαλίλ
Οι δύο γυναίκες κατέφυγαν σε κατοικία στο ίδιο χωριό, η οποία στη συνέχεια δέχθηκε νέο πλήγμα. Οι διασώστες κατάφεραν να απομακρύνουν τη Φάρατζ, όμως η Χαλίλ παρέμεινε εγκλωβισμένη κάτω από τα ερείπια για ώρες. Σύμφωνα με την Ένωση Δημοσιογράφων Λιβάνου, οι ισραηλινές δυνάμεις εμπόδισαν την πρόσβαση στο σημείο και χρησιμοποίησαν χειροβομβίδες κρότου-λάμψης κατά των συνεργείων διάσωσης. Η σορός της ανασύρθηκε λίγο πριν τα μεσάνυχτα, τουλάχιστον έξι ώρες μετά το πλήγμα.
Το Ισραήλ αρνήθηκε ότι στόχευσε δημοσιογράφους ή ότι παρεμπόδισε τις επιχειρήσεις διάσωσης, αναφέροντας ότι το περιστατικό εξετάζεται. Ο ισραηλινός στρατός (IDF) υποστήριξε ότι εντόπισε δύο οχήματα που είχαν αποχωρήσει από εγκατάσταση της Χεζμπολάχ, χωρίς να παρουσιάσει αποδεικτικά στοιχεία, και ότι ένα από αυτά προσέγγισε στρατιώτες με τρόπο που θεωρήθηκε «άμεση απειλή», παραβιάζοντας γραμμή άμυνας και εκεχειρία.
Η ίδια η Χαλίλ είχε δηλώσει το 2024 σε τοπικά μέσα ότι είχε λάβει μήνυμα από «ισραηλινό εχθρό», στο οποίο της ζητούσαν να εγκαταλείψει τον νότο. Σύμφωνα με την καταγγελία της, το μήνυμα περιλάμβανε λεπτομέρειες για τις κινήσεις της και ανέφερε: «Ξέρουμε πού βρίσκεσαι και θα σε φτάσουμε όταν έρθει η ώρα».
Οι Reporters Without Borders καταδίκασαν την επίθεση, με τον εκτελεστικό διευθυντή τους, Κλέιτον Βάιμερ, να δηλώνει ότι είχαν ζητήσει από τον ισραηλινό στρατό να επιτρέψει την πρόσβαση ασθενοφόρων στο σημείο. Όπως ανέφερε, ο Ερυθρός Σταυρός δεν κατάφερε να προσεγγίσει την περιοχή λόγω συνεχιζόμενων βομβαρδισμών.
Αντίστοιχη καταδίκη εξέφρασε και η Committee to Protect Journalists, η οποία έκανε λόγο για σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, επισημαίνοντας τα επαναλαμβανόμενα πλήγματα στην ίδια τοποθεσία και την παρεμπόδιση ιατρικής και ανθρωπιστικής βοήθειας.
Την ίδια ώρα, έρευνα της ισραηλινής εφημερίδας Haaretz κάνει λόγο για εκτεταμένες λεηλασίες από Ισραηλινούς στρατιώτες στον νότιο Λίβανο. Σύμφωνα με μαρτυρίες στρατιωτών που επικαλείται ο Guardian, καταγράφηκαν εκτεταμένες λεηλασίες, με αφαίρεση αντικειμένων όπως μοτοσικλέτες, τηλεοράσεις και έπιπλα. Οι ίδιες πηγές αναφέρουν ότι ανώτεροι αξιωματικοί γνώριζαν αλλά δεν παρενέβησαν.
Ο ισραηλινός στρατός ανέφερε ότι λαμβάνει πειθαρχικά και ποινικά μέτρα όπου απαιτείται και ότι πραγματοποιούνται έλεγχοι κατά την επιστροφή των δυνάμεων από επιχειρήσεις.
Με πληροφορίες από Guardian