Για πάρα πολύ καιρό, οι Αμερικανοί πολίτες κατηγορούνται ότι θα έπρεπε να αισθάνονται ατομικά ένοχοι για την κλιματική κρίση όμως η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική όπως αποκαλύπτει δημοσίευμα του Guardian.

 

Αυτοί που ευθύνονται περισσότερο για τη ρύπανση στις Ηνωμένες Πολιτείες έχουν καταφέρει να αποφύγουν τη λογοδοσία και τον έλεγχο εδώ και δεκαετίες. Αυτά τα άτομα βοήθησαν την ανάπτυξη της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων επηρεάζοντας τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων.

 

«Οι άνθρωποι της εργατικής και της μεσαίας τάξης πρέπει να σταματήσουν να κατηγορούν τον εαυτό τους για την κλιματική κρίση. Αντίθετα, είναι καιρός να ενωθούμε για να αναζητήσουμε δικαιοσύνη για να λογοδοτήσουν οι κερδοσκόποι» σημειώνει ο Guardian.

 

1. Mike Wirth (πρόεδρος του δ.σ. και CEO της Chevron)

 

Υπό τη διοίκηση του Wirth, η εταιρεία Chevron έχει ακολουθήσει αρκετές τακτικές «πράσινου ξεπλύματος» για να υποβαθμίσει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της εταιρείας.

 

Το προηγούμενο διάστημα όμως ένας συνασπισμός περιβαλλοντικών ομάδων υπέβαλε καταγγελία κατά της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου και της Chevron κάνοντας λόγο για παραπλάνηση του κοινού όσον αφορά τις εκπομπές άνθρακα για τις οποίες ευθύνεται η εταιρεία. Τα επίπεδα εκπομπών που ανακοινώθηκαν φέρονται να υποβαθμίστηκαν. 

 

Ο Wirth συμμετέχει επίσης στο διοικητικό συμβούλιο του Αμερικανικού Ινστιτούτου Πετρελαίου, ενός εμπορικού ομίλου της βιομηχανίας πετρελαίου με μακρύ ιστορικό ενίσχυσης των αρνητών της κλιματικής αλλαγής και καθυστέρησης των νομοθετικών προσπαθειών για τον περιορισμό των εκπομπών άνθρακα.

 

2. Darren Woods (πρόεδρος του δ.σ. και CEO της Exxon)

 

Η πετρελαϊκή εταιρεία ExxonMobil έχει ξοδέψει εκατομμύρια δολάρια για τη διάδοση των αρνητών της κλιματικής αλλαγής, ενώ ταυτόχρονα συμβάλει στην τέταρτη μεγαλύτερη ποσότητα εκπομπών άνθρακα από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία στον κόσμο.

 

Ο Woods, ο οποίος είναι στην εταιρεία από το 1992, βγάζει περισσότερα από 20 εκατομμύρια δολάρια το χρόνο. Και παρόλο που εξέφρασε την υποστήριξή του για τη συμφωνία του Παρισιού του 2015 όπου προβλέπεται ουσιαστική μείωση της παγκόσμιας ρύπανσης, έγγραφα που διέρρευσαν έδειχναν το σχέδιό του για την εταιρεία να αυξήσει τις εκπομπές κατά 17% έως το 2025.

 

Νωρίτερα φέτος, οι λομπίστες της Exxon καταγράφηκαν σε βίντεο που αποκάλυπταν τις προσπάθειες της εταιρείας να παρεμποδίσει νομοθεσία για το κλίμα στο Κογκρέσο.

 

3. Jamie Dimon (CEO της JP Morgan Chase)

 

Ο δισεκατομμυριούχος Jamie Dimon είναι επικεφαλής στη JP Morgan Chase, η οποία έχει παράσχει 317 δισεκατομμύρια δολάρια σε χρηματοδότηση ορυκτών καυσίμων (33% περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη τράπεζα) από τότε που εγκρίθηκε η συμφωνία του Παρισιού το 2015.

 

4. Larry Fink (CEO της BlackRock)

 

H BlackRock έχει ένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά χαρτοφυλάκια υδρογονανθράκων στον κόσμο, καθώς έχει επενδύσει 87 δισεκατομμύρια δολάρια στον κλάδο.  

 

Ο Fink ώθησε επίσης την BlackRock να καταψηφίσει τα ψηφίσματα των μετόχων υπέρ της δράσης για το κλίμα.

 

5. Charles Koch (πρόεδρος και CEO της Koch Industries)

 

Ο πολυδισεκατομμυριούχος Koch είναι εδώ και πολλά χρόνια επικεφαλής της Koch Industries, μιας εταιρείας διύλισης, πετροχημικών και αγωγών έχοντας χαρακτηριστεί από την Greenpeace ως ο «βασιλιάς των αρνητών της κλιματικής κρίσης». 

 

Ο Koch πολιτικοποίησε από νωρίς την κλιματική αλλαγή ενώ ξόδεψε σχεδόν 150 εκατομμύρια δολάρια για τη χρηματοδότηση ομάδων αρνητών της κλιματικής κρίσης μεταξύ 1997 και 2018.

 

6. Mitch McConnell (ηγέτης της μειοψηφίας στη Γερουσία των ΗΠΑ)

 

Παραδέχθηκε ότι πιστεύει πως η κλιματική αλλαγή προκαλείται από τον άνθρωπο μόλις το 2020 και είναι ο «αρχιτέκτονας» πίσω από τα εμπόδια που βάζουν οι Ρεπουμπλικάνοι σε πρωτοβουλίες για το κλίμα.

 

Ο McConnell χρηματοδοτείται επίσης σε μεγάλο βαθμό από τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων έχοντας λάβει πάνω από 3 εκατομμύρια δολάρια κατά τη διάρκεια της πολιτικής του καριέρας.

 

7. Joe Manchin (Αμερικανός γερουσιαστής)

 

Η ψήφος του κρίνει την τύχη σημαντικών νομοσχεδίων, ενώ ο ίδιος έχει πλουτίσει από δύο εταιρείες άνθρακα που ίδρυσε τη δεκαετία του 1980 και έχει πάρει περισσότερα χρήματα από οποιονδήποτε άλλο Δημοκρατικό από τη βιομηχανία των υδρογονανθράκων.

 

8. Mark Zuckerberg (ιδρυτής και CEO του Facebook)

 

Ο Zuckerberg, του οποίου η περιουσία ανέρχεται σε 120 δισεκατομμύρια δολάρια, δείχνει μια σταθερή προθυμία να επωφεληθεί από τη διάδοση ιδεών των αρνητών της κλιματικής αλλαγής για λογαριασμό της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων.

 

Τον Απρίλιο του 2021 ισχυρίστηκε στο Κογκρέσο ότι η παραπληροφόρηση για το κλίμα είναι «ένα μεγάλο ζήτημα», ωστόσο το Facebook έχει κάνει ελάχιστα για να την περιορίσει ή να αμφισβητήσει τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων.

 

Πέρυσι, οι διαφημίσεις στο Facebook για τα ορυκτά καύσιμα προβλήθηκαν 431 εκατομμύρια φορές.

 

9. Rupert Murdoch (ιδρυτής της News Corp)

 

Αν και ο Murdoch ισχυρίστηκε ότι η εταιρεία του δεν υποστηρίζει τους αρνητές της κλιματικής αλλαγής, τα ειδησεογραφικά του πρακτορεία έχουν δημοσιεύσει πολλά άρθρα που αμφιβάλλουν ανοιχτά για επιστημονικούς ισχυρισμούς σχετικά με το θέμα. 

 

Εν τω μεταξύ, από το 2019, περισσότερο από το 80% της κάλυψης θεμάτων κλιματικής αλλαγής στο Fox News, το οποίο του ανήκει, ενίσχυε τις θέσεις των αρνητών, σύμφωνα με ανάλυση της οργάνωσης υπεράσπισης των καταναλωτών Public Citizen.

 

10. David MacLennan (CEO της Cargill)

 

Τα τροπικά δάση είναι οι σημαντικότεροι ρυθμιστές του κλίματος στον κόσμο. Ωστόσο, η Cargill, μια εταιρεία τροφίμων με επικεφαλής τον MacLennan, έχει ένα μοντέλο κέρδους που βασίζεται στην καταστροφή των τροπικών δασών για την παραγωγή σόγιας και βοείου κρέατος.

 

11. Richard Edelman (CEO της Edelman PR)

 

Η εταιρεία δημοσίων σχέσεων που διαθέτει βγάζει δεκάδες εκατομμύρια δολάρια δουλεύοντας με εταιρείες υδρογονανθράκων.

 

12. Ted Boutrous (εταίρος του νομικού γραφείου Gibson Dunn)

 

Επικεφαλής δικηγόρος της Chevron και βασικός εκπρόσωπος πολλών των πετρελαϊκών εταιρειών σε δεκάδες περιβαλλοντικές υποθέσεις.

 

Ένα από τα επιχειρήματά του ενώπιον των δικαστηρίων βασίζεται στην ιδέα ότι όλοι μοιράζονται την ίδια ευθύνη για την κλιματική κρίση και ότι είναι «αντιπαραγωγικό» να θεωρούμε τη βιομηχανία ορυκτών καυσίμων περισσότερο υπεύθυνη.