Μία από τις πανθομολογούμενες γνώσεις για τον Λούντβιχ φαν Μπετόβεν είναι πως συνέθεσε κάποια από τα αριστουργήματά του ενώ είχε χάσει πλήρως την ακοή του.

 

Και μπορεί αυτό να έχει παγιωθεί στη συλλογική αντίληψη, ωστόσο ίσως να μην είναι απολύτως αληθές. Σύμφωνα με έναν κορυφαίο μελετητή του Μπετόβεν, ο σπουδαίος συνθέτης άκουγε ακόμη, αν και ελάχιστα, από το αριστερό αυτί, μέχρι και λίγο πριν το θάνατό του, το 1827.

 

«Αυτό θα κάνει πολλούς να τρέξουν να αναθεωρήσουν τις βιογραφικές αντιλήψεις για τον Μπετόβεν» αναφέρει στην Observer ο Θίοντορ Άλμπρεχτ, καθηγητής μουσικολογίας στο πανεπιστήμιο Kent του Οχάιο, ο οποίος βάσει σημαντικών στοιχείων σε σύγχρονες καταγραφές, θεωρεί πως, παρότι η ακοή του Μπετόβεν είχε επιδεινωθεί δραματικά, δεν είχε χαθεί εντελώς, όπως εδώ και αιώνες εικάζουν οι μουσικολόγοι.

 

«Όχι μόνο δεν ήταν απολύτως κωφός στην πρεμιέρα της Ενάτης Συμφωνίας του τον Μάιο του 1824, αλλά ο Μπετόβεν μπορούσε να ακούει, αν και εξαιρετικά αμυδρά, για τουλάχιστον δύο χρόνια μετά, ίσως και στην τελευταία πρεμιέρα που επέβλεπε, για το Κουαρτέτο Εγχόρδων σε Σι ύφεση μείζονα, Κομ.130, τον Μάρτιο του 1826» αναφέρει ο Άλμπρεχτ.

 

Ο Μπετόβεν άρχισε να χάνει την ακοή του το 1788. «Θα ήταν ευκολότερο αν ασκούσα οποιοδήποτε άλλο επάγγελμα» είχε εκμυστηρευτεί σε φίλο του, «όμως για το επάγγελμά μου είναι μία τρομακτική κατάσταση».

 

Μεταξύ 1812 και 1816, ο Μπετόβεν είχε δοκιμάσει τα ακουστικά της εποχής - με μικρή επιτυχία. Από το 1818 και μετά κουβαλούσε μαζί του λευκά «βιβλία συζήτησης» στα οποία φίλοι και γνωστοί έγραφαν σχόλια, τα οποία ο ίδιος απαντούσε λεκτικά.

 

Ντοκουμέντο από το 1823 κάνει λόγο για μία επίσκεψη του συνθέτη στην αγαπημένη του καφετέρια. Εκεί ένα άγνωστος τον πλησίασε για να τον ρωτήσει συμβουλές για το δικό του πρόβλημα ακοής. Κι ο Μπετόβεν του έδωσε την εξής συμβουλή: «Τα μπάνια κι ο αέρας της υπαίθρου μπορούν να βελτιώσουν πολλά. Μόνο μη χρησιμοποιήσεις μηχανικές συσκευές πολύ νωρίς. Αποφεύγοντας να τις χρησιμοποιώ, διατήρησα αρκετά την ακοή μου στο αριστερό αυτί» είπε προσθέτοντας:«Όποτε είναι εφικτό, η επικοινωνία μέσω γραφής είναι καλύτερη. Εξοικονομείς ακοή».

 

Σε μία άλλη καταγραφή, του 1824 αυτή τη φορά, ένας μουσικός επισκέπτεται τον Μπετόβεν και του λέει:«Μπορείς να διευθύνεις ήδη την οβερτούρα εντελώς μόνος. Το να διευθύνεις ολόκληρο το κονσέρτο θα καταπονήσει υπερβολικά την ακοή σου. Ως εκ τούτου, θα σε συμβούλευα να μην το κάνεις».

 

«Τα βιβλία συνομιλίας αλλάζουν τα δεδομένα» θεωρεί ο Άλμπρεχτ. Μεταξύ των σωζόμενων εγγράφων - εκ των οποίων δύο βρίσκονται στο μουσείο στη Βόννη, τη γενέτειρα του Μπετόβεν,  και 137 στην Κρατική Βιβλιοθήκη του Βερολίνου - ο Άλμπρεχτ έχει ήδη βρει 23 άμεσες αναφορές στο θέμα της ακοής και εκτιμά πως υπάρχουν δεκάδες άλλες που ίσως αποδείξουν πως «μπορούσε να ακούσει κάτι».

 

Κάποιοι μουσικολόγοι υποστηρίζουν πως, όσο η ακοή του χειροτέρευε, ο Μπετόβεν είχε την τάση να χρησιμοποιεί χαμηλότερες νότες στις συνθέσεις του κι άρχισε να χρησιμοποιεί υψηλές ξανά μόνο όταν πια είχε χάσει εντελώς την ακοή του - ουσιαστικά συνθέτοντας μέσω μνήμης και φαντασίας. Ωστόσο, το φάσμα των τόνων που χρησιμοποίησε στην τελευταία ολοκληρωμένη συμφωνία του, κάνει τον Άλμπρεχτ να αμφισβητεί αυτή τη θεωρία: «Δε νομίζω πως ευσταθεί. Ειδάλλως, τι κάνεις με το πίκολο (φλάουτο) της Ενάτης Συμφωνίας εκεί ψηλά και το κοντραμπάσο εκεί χαμηλά; Όλα τα στοιχεία είναι εκεί. Μπορούσε να ακούσει αυτά τα όργανα με το έσω ους. Ήταν εκπληκτικός».

 

Ο Άλμπρεχτ αυτή τη στιγμή επιμελείται τις καταγραφές από τα «βιβλία συνομιλίας» και για πρώτη φορά τα μεταφράζει από τα γερμανικά στα αγγλικά - ένα εκδοτικό εγχείρημα μαμούθ που στην τελική μορφή του θα αποτελείται από δώδεκα τόμους.

 

«Τα στοιχεία που αποδεικνύουν πως ο Μπετόβεν μπορούσε ακόμα να ακούσει, δεν αναιρούν το γεγονός πως αυτός ο άνθρωπος έκανε ό,τι έκανε σε πείσμα μίας συντριπτικής δυσκολίας» παρατηρεί ο Άλμπρεχτ.

 

Το 2020 είναι το έτος Μπετόβεν καθώς συμπληρώνονται 250 χρόνια από τη γέννηση ενός από τους σπουδαιότερους συνθέτες όλων των εποχών. Η επέτειος θα γιορταστεί με εκδηλώσεις, φεστιβάλ και συναυλίες σε ολόκληρο τον κόσμο.

 

Με πληροφορίες από Guardian