Το σπίτι του Φάνη και του Γιώργου έχει κάτι πολύ αγαπησιάρικο. Σαν να έχει σχήμα αγκαλιάς. Μπαίνεις μέσα και λες «εδώ είμαστε», θες να βγάλεις τα παπούτσια σου και να αράξεις με τις ώρες. Η διακόσμηση δεν έχει καμιά επιτήδευση αλλά αντανακλά το καλό γούστο και των δυο. Οι πολυθρόνες είναι οικογενειακές, ο καθρέφτης βρέθηκε στον δρόμο, η λάμπα ήρθε από παράσταση, τα φυτά μεγαλώνουν μαζί τους σαν συγκάτοικοι.
Είναι ένα σπίτι με ζωή, γεμάτο πάντα με φίλους, ένα σπίτι χαμογελαστό, που δείχνει ότι έχει φιλοξενήσει ανθρώπους, παρέες, φαγητά, σκυλιά, παλιά έπιπλα, και εκείνη τη σπάνια αίσθηση ότι κάθε αντικείμενο βρίσκεται εκεί όχι επειδή ταίριαζε, αλλά επειδή κάπως έφτασε, σώθηκε, αγαπήθηκε και έμεινε. Βρίσκεται σε μια παλιά πολυκατοικία του 1938, σε μια περιοχή που ακόμα κρατάει τα τελευταία ίχνη της παλιάς αστικής Αθήνας.
«Έχει ένα καλό φάντασμα αυτό το σπίτι», λέει ο Γιώργος, «ένα φάντασμα που διοργάνωνε χορούς, βεγγέρες, καλέσματα». Κοιτάζονται με τον Φάνη και μου λένε ότι αυτό είναι το vibe του σπιτιού. Ψηλοτάβανο, γενναιόδωρο, με δωμάτια που δεν μοιάζουν να φτιάχτηκαν για απομόνωση αλλά για περάσματα. Για κόσμο που έρχεται, κάθεται, τρώει, λέει ιστορίες και ξεχνιέται.
«Αυτό το διαμέρισμα έχει μια ειδική σχέση με τα πράγματα που άλλοι πετούν».
Η διακόσμηση αποτελεί περισσότερο βιογραφία παρά σύνθεση. Οι δύο πολυθρόνες στο σαλόνι είναι από το πρώτο σαλόνι των γονιών του Φάνη, δανέζικες, vintage, από τα τέλη της δεκαετίας του ’60. Το τραπέζι ήρθε από φίλο που μετακόμισε μόνιμα στην Κύπρο. Ο καναπές προϋπήρχε, του άλλαξαν κάλυμμα και ξαναμπήκε στη ζωή του σπιτιού με άλλο ρόλο. Μια παλιά πόρτα έγινε μέρος της αφήγησης.
Η βιβλιοθήκη, ο καθρέφτης, μικρά έπιπλα, όλα σχεδόν έχουν περάσει από μια δεύτερη ζωή. Πολλά τα βρήκαν στον δρόμο, παρατημένα στα σκουπίδια, άλλα ήρθαν από θέατρα, αποθήκες, πρόβες, μεταφορές με τα χέρια. «Τι τυχεροί που είστε να τα βρείτε στα σκουπίδια», μονολογώ κοιτάζοντάς τα. «Αυτό το διαμέρισμα έχει μια ειδική σχέση με τα πράγματα που άλλοι πετούν», λέει ο Γιώργος.
Ο καθρέφτης βρέθηκε κοντά στο θέατρο Χώρα. Μια λάμπα προέρχεται από το σκηνικό μιας παράστασης. Ένα φωτιστικό φτιάχτηκε από τους ίδιους, από κινέζικη ψάθα, τελάρο πίνακα και φως. Είναι τέλειο – τους λέω ότι τους κάνω κι εγώ παραγγελία ένα και γελάμε. Τα παλιά έπιπλα τρίβονται, καθαρίζονται, ξαναβρίσκουν την επιφάνειά τους. Υπάρχει εδώ μια «χειρωνακτική» χαρά, σχεδόν ψυχοθεραπευτική. «Μέχρι να τελειώσεις κάτι, έχεις κλείσει και το θέμα που σε απασχολεί», λέει ο Φάνης. Μπήκε κι ο Γιώργος στο παιχνίδι και του αρέσει να μεταμορφώνει τα έπιπλα. Σε έναν κόσμο γεμάτο meetings, emails και άυλη δουλειά, το να τρίβεις ένα παλιό έπιπλο και να το βλέπεις να μεταμορφώνεται μοιάζει με μικρή νίκη απέναντι στην καθιστική ζωή, λένε.
Τα φυτά δεν είναι διακοσμητικό συμπλήρωμα· είναι κανονικός πληθυσμός. Μονστέρες, ορχιδέες, κάκτοι, πράσινες γωνιές που κάνουν το σπίτι να μοιάζει σαν να ανασαίνει. Οι μονστέρες είναι «παιδάκια» μιας μονστέρας από το σπίτι της μητέρας του Φάνη, ενώ οι ορχιδέες αποδείχθηκαν πιο εύκολες απ’ όσο νόμιζαν στη συντήρηση. Εδώ τα φυτά δίνουν όγκο, ζωή, φτιάχνουν μια μικρή αστική ζούγκλα. Τα γαλλικού τύπου μπαλκόνια θυμίζουν Παρίσι.
Τους ρωτάω πόσο δύσκολη είναι η συγκατοίκηση όταν δεν είσαι πια είκοσι χρονών. Δεν αναφέρομαι στη ρομαντική εκδοχή της αλλά στην πραγματική. Δηλαδή ποιος μαζεύει, ποιος αφήνει, ποιος είναι πιο τακτικός, ποιος χαλαρώνει μεγαλώνοντας. Υπάρχει ανοχή, λέει ο Φάνης, και με τα χρόνια άλλαξε και ξέσφιξε λίγο το λουρί της ψυχαναγκαστικής τάξης. Υπάρχει εκείνη η σοφία που αποκτάς όταν καταλαβαίνεις ότι ο άλλος δεν άφησε κάτι έξω για να σε τυραννήσει. Το σπίτι δεν είναι αποστειρωμένο. Είναι ανθρώπινο. Έχει δωμάτια που φαίνονται, άλλα που κρύβονται, ρούχα, βιβλία, πράγματα σε αναμονή. Δηλαδή υπάρχει ζωή. Το δωμάτιο του Φάνη είναι πάντα πιο συγυρισμένο· ο Γιώργος μού λέει ότι έχει την κακή συνήθεια να μη βάζει τα ρούχα πίσω στην ντουλάπα τη στιγμή που πρέπει.
Η κουζίνα είναι το κέντρο του σπιτιού. Εκεί μαζεύονται, εκεί ξεκινά η καθημερινή συγκατοίκηση. Ο Φάνης, μου λένε, είναι ο μάγειρας τού day-to-day, ενώ ο Γιώργος επιμελείται τα μεγαλύτερα τραπέζια που γίνονται ολόκληρα project. Το σπίτι ζητάει κόσμο – αυτή είναι ίσως η πιο ακριβής περιγραφή του. Όταν περνάει καιρός χωρίς φίλους, μοιάζει να μαραζώνει. Όταν γεμίζει, ξαναφωτίζεται. Τραπέζια, ρεβεγιόν, όλα προσαρμοσμένα στις ανάγκες των φίλων. Κάποιοι δεν τρώνε κρέας, άλλοι δεν τρώνε χοιρινό, για όλους όμως θα υπάρχει κάτι. Και έπειτα, η φροντίδα για τα σωστά κρασιά, το γλυκό· και η παραμικρή λεπτομέρεια έχει αξία. Η φιλοξενία εδώ δεν είναι επίδειξη· είναι πράξη ενσυναίσθησης.
Καθώς τα λέμε, ο Γιώργος βγάζει από τον φούρνο μια καταπληκτική τάρτα που μοσχομυρίζει και μας σερβίρει. «Έχει πάει μεσημέρι, είναι δυνατόν να μη φάτε κάτι;» λέει. «Μπορείς να καταλάβεις πολλά για τους ανθρώπους από τον τρόπο που σε φροντίζουν», τους λέω και συμφωνούν.
Στο οικοσύστημα του σπιτιού ανήκει φυσικά και η Λούνα, η σκυλίτσα τους, που βρέθηκε κι αυτή κάτω από το σπίτι, σαν ένα ακόμα «δώρο» που τους έκανε η γειτονιά. Ήταν περίπου επτά μηνών όταν τη βρήκαν, κάποιος την είχε παρατήσει και η αρχή ήταν δύσκολη, όμως χάρη στο πείσμα και την εκπαίδευση έγινε μέλος της οικογένειας.
«Ό,τι άξιζε να σωθεί, σώζεται», λέει ο Φάνης. Όπως και σε αυτό το διαμέρισμα, ό,τι ήταν να σωθεί, σώθηκε. Δεν έχει έπιπλα design ούτε έπιπλα άψυχα, χωρίς ζωή. Είναι ένα σπίτι που φτιάχτηκε από μνήμη, δεύτερες ευκαιρίες, πρακτικές λύσεις, χιούμορ και ανθρώπους που ξέρουν να το κατοικούν.
Φεύγοντας, νιώθω κάτι σαν ζέστη στο σώμα και στην καρδιά και με φαντάζομαι σε ένα από τα μεγάλα τους καλέσματα, να πίνω, να γελάω και να γνωρίζω κόσμο. Είναι μερικοί άνθρωποι που με τον τρόπο που σού ανοίγουν το σπίτι τους σε κάνουν να θέλεις να μείνεις λίγο παραπάνω, γιατί και μόνο από το πώς έχουν τοποθετήσει τα πράγματά τους αισθάνεσαι ότι κάπου συναντιέστε· στην κοινή αισθητική και στη θέαση της ζωής. Τους ένιωσα ομοϊδεάτες και έφυγα με αγαλλίαση.