ΣΕ ΑΥΤΗΝ ΤΗ ΧΩΡΑ,
εκεί που πας να βαρεθείς λιγάκι –όπως έχεις κάθε δικαίωμα–, πάντα εμφανίζεται κάτι για να σε αφυπνίσει από τον λήθαργό σου. Οψίμως, στην κλασική πλέον εμφυλιολαγνεία, που μας κατακλύζει για χρόνια εκ δεξιών και εξ αριστερών, προστέθηκε και η χουντολαγνεία. Οτιδήποτε μπορεί να αντίκειται σε δήθεν ιερά και όσια της μεταπολίτευσης, ειδικά της λαϊκιστικής αριστεράς, περιγράφεται ως «χούντα», αναζητώντας ψευτοναλογίες με την επτάχρονη δικτατορία των Συνταγματαρχών.

 

Καμία σημασία δεν έχει προφανώς για τους χουντολάγνους το ότι δεν υπάρχουν παραλληλισμοί ούτε στο ελάχιστο με εκείνο το αυταρχικό και βίαιο καθεστώς ορισμένων γελοίων καραβανάδων. Καμία σημασία δεν έχει το ότι μετά το 1974 ζούμε στη σταθερότερη και πιο ώριμη δημοκρατία που γνώρισε ποτέ στην ιστορία της αυτή η ταλαιπωρημένη από τις παραταξιακές διαμάχες χώρα. Και καμία σημασία δεν έχει επίσης που στην πραγματικότητα αυτή η αστόχαστη επίκληση είναι ακραία προσβλητική όχι μόνο για την Γ' Ελληνική Δημοκρατία αλλά και για όσους πράγματι αντιστάθηκαν σε εκείνο το τυραννικό καθεστώς και υπέφεραν από τον αυταρχισμό του, με φυλακές, εξορίες και βασανιστήρια. Για εκείνους δηλαδή που αγωνίστηκαν τότε για να έχουμε σήμερα εμείς το δικαίωμα να εκφράζουμε ελεύθερα ακόμη και αστήρικτες ή και αντιδημοκρατικές απόψεις, χωρίς να υφιστάμεθα αναίτιες διώξεις από την εξουσία και την κρατική καταστολή. Άλλο είναι που έχει σημασία.


Διότι ο χουντολάγνος ξέρει τι κάνει, δεν είναι παραπλανημένος ή απλώς αφελής. Όπως και ο μεταπολιτευτικός εμφυλιολάγνος (πολιτικός, διανοούμενος ή λογοτέχνης) που ήξερε να βρίσκει «αποδείξεις» σε όλες τις εποχές ότι «ζούμε εμφύλιο», κερδίζοντας ο ίδιος από αυτή την τεχνητή ένταση της οποίας ήταν ταυτόχρονα εμπνευστής (αντλώντας ψήφους, πουλώντας βιβλία ή διαδίδοντας τις ιδέες του), έτσι και ο χουντολάγνος ελκύεται υπογείως από τέτοια καθεστώτα. Η δημοκρατία τού φαντάζει πάντα ένα λειψό καθεστώς, οι συμβιβασμοί της, ευτελείς, οι απαιτούμενες συναινέσεις, ξεπούλημα.

 

Τι να το κάνει ένα καθεστώς που οι αντίπαλοι δεν είναι εχθροί, και που μάρτυρες είναι μόνο οι άγιοι της Εκκλησίας, και όχι οι αγωνιστές που πέθαναν ηρωικά εμπρός από ένα εκτελεστικό απόσπασμα; Δεν τον βολεύει διότι ούτε και αυτός πιστεύει απολύτως στην ομαλότητα. Η «χούντα» διαπλάθει τουλάχιστον επαναστατικές συνειδήσεις, κρατά το εξεγερσιακό πάθος σε εγρήγορση, υπόσχεται κάποια πιθανή ανατροπή. Μεγάλη αναταραχή, υπέροχη κατάσταση, ως γνωστό. Είναι πολύ βαρετή η δημοκρατική ζωή, ομολογουμένως, αλλά είναι και η μόνη που διασφαλίζει ότι μπορούμε να ζούμε όλοι μαζί, μειώνοντας τις εντάσεις από τις τυχόν διαφωνίες μας και επιδεικνύοντας σεβασμό στις μειοψηφίες και στους διαφωνούντες. Είμαστε, όμως, σίγουροι ότι θέλουν πράγματι όλοι να ζούμε μαζί;

 

Το σίγουρο είναι ότι εκείνη η κοινωνική πραγματικότητα ήταν που προετοίμασε τα δικά μας χρόνια, τα οποία δεν ξέρω αν ήταν τα καλύτερα, ήταν πάντως τα πιο δημοκρατικά των τελευταίων δύο αιώνων της ιστορίας μας.


Παρότι, βέβαια, δεν είναι αφελείς οι χουντολάγνοι, είναι σίγουρα αντιστόρητοι. Ανάθεμα αν γνωρίζουν (ή αν θέλουν να γνωρίσουν) στο ελάχιστο τι πραγματικά συνέβαινε τότε στη χώρα. Ευθύνες έχει βέβαια και η δημόσια ιστορία που αντιμετώπιζε συνήθως την επτάχρονη δικτατορία ως μια ντροπιαστική παρένθεση στην ιστορία της χώρας που είχε βάλει στον «γύψο» τα πάντα, σταματώντας ή μάλλον γυρίζοντας πίσω τον χρόνο. Ντροπιαστική ήταν αναμφισβήτητα, αλλά αυτό δεν αρκεί για να την κατανοήσουμε.

 

«Τα καλύτερά μας χρόνια»: Ένα τηλεοπτικό μάθημα πολιτισμικής ιστορίας για τη χούντα
Αντί να δίνουμε πομπώδη μαθήματα δημοκρατίας και να κυνηγάμε φαντάσματα, ας κοιτάξουμε χωρίς αποστροφή τα άλμπουμ των γονιών μας για να δούμε αν πράγματι ήταν αυτά τα καλύτερά τους χρόνια.


Μια από τις καλύτερες σειρές που προβάλλεται αυτήν τη σεζόν στην ελληνική τηλεόραση, με τίτλο «Τα καλύτερά μας χρόνια», και μας έρχεται από την ΕΡΤ σε σκηνοθεσία της Όλγας Μαλέα, μοιάζει να έχει το θάρρος να ανατρέψει τα στερεότυπα περί εκείνης της πολύ αντιφατικής εποχής. Λέω «αντιφατική», διότι την ίδια ώρα που το στρατιωτικό καθεστώς ξεδίπλωνε καθημερινά την αυταρχική του φύση, έχοντας βάλει όντως στον «γύψο» τη δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες, η κοινωνία έδειχνε να πασχίζει όχι μόνο να προχωρήσει στη ζωή της αλλά και να τη βελτιώσει όσο μπορούσε. Διότι, αλίμονο, έτσι συνήθως κάνουν οι μοντέρνες κοινωνίες, κι εκείνη ήταν μια κοινωνία που διεκδικούσε λαίμαργα όλα τα καλά του σύγχρονου κόσμου. Η σειρά αποτελεί γι' αυτό τον λόγο ένα εξαιρετικό μάθημα πολιτισμικής ιστορίας της δεκαετίας του '60 και των αρχών του '70.

 

Το σενάριο πραγματεύεται την καθημερινότητα μιας μικροαστικής οικογένειας που έχει μεταναστεύσει προσφάτως από τη Μεσσηνία και ζει σε ένα διαμέρισμα της Αθήνας, με τρία παιδιά (εκ των οποίων τα δύο ενήλικα πλέον) και μία παραδοσιακή χήρα γιαγιά. Για να τα βγάλουν πέρα, ο πατέρας επιδίδεται, όπως όλοι σχεδόν τότε (αλλά και σήμερα ακόμη), στην πολυ-εργασία: υπάλληλος στο δημόσιο το πρωί, χειρωνάκτης στη δούλεψη ενός φιλοχουντικού εργολήπτη το απόγευμα.

 

Η μητέρα, νοικοκυρά στο «επάγγελμα», συμπληρώνει το οικογενειακό εισόδημα κάνοντας κατ' οίκον μαύρη εργασία με μια ραπτομηχανή που έχει αγοράσει με δόσεις. Ο μεγάλος γιος σπουδάζει στη Νομική, ακούει ροκ και ζει ακόμη φυσικά στο πατρικό του, όπως άλλωστε και η κόρη που, ακολουθώντας την μοίρα των περισσότερων τότε κοριτσιών, δεν σπουδάζει τίποτε, παρά ονειρεύεται να γίνει (όπως και γίνεται, τελικά) αεροσυνοδός, ως έναν εναλλακτικό τρόπο να ανοίξει τους ορίζοντές της και να χειραφετηθεί από το στενό οικογενειακό πλαίσιο.


Ορισμένες ρωγμές απελευθέρωσης από το ισχύον τότε πατριαρχικό πλαίσιο φαίνεται πάντως ήδη να έχουν καταγραφεί στα τέλη του '60. Και μπορεί να μην είναι όσο ριζικές θα ήθελε το πνεύμα του Μάη του '68, που εδώ δεν έφθασε, αλλά σιωπηρά και υπόκωφα γίνονται σημαντικές μετατοπίσεις κουλτούρας που καταγράφονται με ευφάνταστη λεπτότητα στη σειρά (βλ. την όμορφη κομμώτρια θεία που ζει τη ζωή της πιο ελεύθερα).

 

Με μεγάλη ακρίβεια αποτυπώνεται και το πλαίσιο της γειτονιάς, ως αυτό που ήταν τότε: μια προσομοίωση μικρής κοινότητας στο εσωτερικό μιας μεγαλούπολης – διότι όντως οι εσωτερικοί μετανάστες, μαζί με τα όνειρα κοινωνικής ανόδου, μετέφεραν στις πόλεις και την κουλτούρα των χωριών τους, η οποία τους εξασφάλιζε την επίφαση ενός κόσμου της οικειότητας. Έτσι, η ζωή κινείται διαρκώς μεταξύ παράδοσης και νεωτερικότητας.

 

Οι εσωτερικοί μετανάστες των πόλεων διατηρούν μεν τις καταγωγικές αναφορές τους στον πολιτισμό της υπαίθρου αλλά μέσα στο πλαίσιο του νέου κόσμου μιας αστικής ζωής και μαζί των ατελείωτων δόσεων που εξασφαλίζουν την πρόσβαση στον αστραφτερό κόσμο των καταναλωτικών αγαθών αλλάζοντας την καθημερινότητά τους. Και οι παλιότερες νοικοκυρές του κάματου της σκάφης μπορούν να διαβεβαιώσουν πόσο βελτίωνε τη ζωή τους π.χ. ένα πλυντήριο.

 

«Τα καλύτερά μας χρόνια»: Ένα τηλεοπτικό μάθημα πολιτισμικής ιστορίας για τη χούντα
Αυτή ήταν η ελληνική κοινωνία: μικροαστική, επιβιωτική, προσαρμοστική και καταφερτζίδικη, χωρίς ροπή στο ρίσκο αλλά με σαφές αίτημα να γευτεί τα οφέλη του νέου καταναλωτικού και ευδαίμονος κόσμου που είχε ανατείλει στην προηγμένη Δύση.


Η σχέση της μικροαστικής αυτής οικογένειας με την περιρρέουσα μαύρη πολιτική ατμόσφαιρα αποδίδεται επίσης πολύ ρεαλιστικά. Ενώ κανείς τους δεν είναι φιλοχουντικός και συνεργάτης του καθεστώτος, κανείς τους επίσης δεν έχει την πρόθεση να αντισταθεί εμπράκτως στους δικτάτορες.

 

Ωστόσο, οι δημιουργοί της σειράς δεν έχουν πρόθεση διδακτισμού και κηρύγματος, διότι προφανώς γνωρίζουν ότι έτσι πορευόταν τότε το περίπου 99% της ελληνικής κοινωνίας. Οι μόνοι που αντιστάθηκαν ήταν αρχικά κάποια στελέχη του προδικτατορικού πολιτικού κόσμου και, μετά το 1971, το ανερχόμενο φοιτητικό κίνημα, το οποίο και πάλι περιοριζόταν σε λίγες χιλιάδες νέους (μαζί με τους λίγους κινηματίες του Ναυτικού).

 

Αλλά αυτή ήταν η ελληνική κοινωνία: μικροαστική, επιβιωτική, προσαρμοστική και καταφερτζίδικη, χωρίς ροπή στο ρίσκο αλλά με σαφές αίτημα να γευτεί τα οφέλη του νέου καταναλωτικού και ευδαίμονος κόσμου που είχε ανατείλει στην προηγμένη Δύση. Και μερικά από τα πιο ανήσυχα παιδιά της επιδίωκαν διακαώς κάτι μη υλικό αλλά που ήταν η βασική προϋπόθεση της μοντερνικότητας: την ελευθερία και την χειραφέτηση. Μάλιστα, η σειρά δείχνει ευφυώς ότι αν ορισμένα από αυτά επαναστατούσαν ήταν στην ουσία απέναντι στις υπερσυντηρητικές οικογένειές τους και στους λογής-λογής μεσαιωνισμούς που ακόμη επικρατούσαν στην Ελλάδα της πατρίδος, της θρησκείας και της οικογένειας.


Αυτό το περίεργο κι αντιφατικό αμάλγαμα ήταν που αποτέλεσε λοιπόν τη μήτρα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας και της κουλτούρας της, και ό,τι είμαστε σήμερα, καλό ή κακό, εκεί πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες του. Αντί να δίνουμε πομπώδη μαθήματα δημοκρατίας και να κυνηγάμε φαντάσματα, ας κοιτάξουμε χωρίς αποστροφή τα άλμπουμ των γονιών μας για να δούμε αν πράγματι ήταν αυτά τα καλύτερά τους χρόνια. Το σίγουρο είναι ότι εκείνη η κοινωνική πραγματικότητα ήταν που προετοίμασε τα δικά μας χρόνια, τα οποία δεν ξέρω αν ήταν τα καλύτερα, ήταν πάντως τα πιο δημοκρατικά των τελευταίων δύο αιώνων της ιστορίας μας.