Ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο πηγαίνει σινεμά αγοράζοντας τρεις θέσεις. Μία για τον ίδιο, μία για το ποπ κορν και τους αγκώνες του, και μία, σχεδόν αναγκαστικά, για εκείνη την παράξενη κατάσταση που αγαπά περισσότερο: να βρίσκεται μαζί με άλλους ανθρώπους και ταυτόχρονα κάπως μόνος. Συμφωνεί ότι το σινεμά είναι συλλογική εμπειρία, αλλά το προτιμά όταν η αίθουσα δεν είναι γεμάτη. Θέλει κόσμο γύρω του, όχι πολύ κοντά του. Θέλει παρέα και απόσταση. Θέλει, με έναν τρόπο απολύτως δικό του, λίγο χώρο και για τα φαντάσματα.
Ο Μεξικανός σκηνοθέτης βρίσκεται αυτές τις μέρες στην Αγγλία για να παραλάβει τιμητική διάκριση από το BFI, ενώ στο BFI Southbank του Λονδίνου τρέχει αφιέρωμα στο έργο του μέχρι τις 31 Μαΐου και το Cronos, το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ του από το 1992, επιστρέφει στις αίθουσες στις 15 Μαΐου. Όμως, όπως συμβαίνει συχνά με τον Ντελ Τόρο, το επίσημο πλαίσιο είναι μόνο η πόρτα. Πίσω της ανοίγει ένα σπίτι γεμάτο τέρατα, παιδικούς φόβους, UFO, ανεκπλήρωτες ταινίες, πατέρες, νεκρούς θείους και εκείνη τη μόνιμη, σχεδόν παιδική πίστη ότι το μυστήριο δεν είναι διακόσμηση της ζωής αλλά ένας από τους πιο σοβαρούς τρόπους να την αντέξεις.
Αυτή τη στιγμή, μάλιστα, ο Ντελ Τόρο ψάχνει να αγοράσει ένα στοιχειωμένο σπίτι στη Βρετανία. Όχι για να μείνει εκεί με την οικογένειά του, όπως διευκρινίζει, αλλά για να στεγάσει τη συλλογή του. Έχει ήδη, όπως λέει, ένα σπίτι για τα πράγματά του και ένα άλλο για την οικογένειά του. Κάθε πρωί πηγαίνει στο σπίτι της συλλογής, χαιρετά τις φιγούρες από σιλικόνη και περνά εκεί τη μέρα του. Το στοιχειωμένο σπίτι θα είναι η επόμενη λογική προσθήκη σε έναν βίο που ποτέ δεν ξεχώρισε πλήρως την τέχνη από το προσωπικό μουσείο, το σπίτι από το στούντιο, τη μνήμη από το τέρας.
Γιατί στην Αγγλία; Επειδή, για εκείνον, η Αγγλία είναι η χώρα των φαντασμάτων. Ο ίδιος επιμένει ότι είναι σκεπτικιστής, αλλά αναγνωρίζει πως υπάρχουν εμπειρίες τόσο μεγάλες που μετακινούν την αίσθηση του εαυτού. Στα 11 του, στο σπίτι της οικογένειάς του στη Γουαδαλαχάρα, ένιωσε για πρώτη φορά μια παρουσία που πίστεψε ότι ήταν ο νεκρός θείος του.
Ο θείος τού είχε υποσχεθεί πως, αν υπήρχε κάτι από την άλλη πλευρά, θα επέστρεφε να του το πει. Αργότερα, ο Ντελ Τόρο άκουγε έναν επίμονο αναστεναγμό στο δωμάτιό του. Αυτή η λεπτομέρεια πέρασε χρόνια μετά στο The Devil’s Backbone, την ταινία του 2001 με το φάντασμα ενός παιδιού στον Ισπανικό Εμφύλιο.
Δεν είναι η μόνη του ιστορία με το ανεξήγητο. Στη Νέα Ζηλανδία, όταν αναζητούσε τοποθεσίες για το The Hobbit, ένα δωμάτιο ξενοδοχείου γέμισε, όπως περιγράφει, από έναν τρομακτικό θόρυβο, σαν να εξελισσόταν μπροστά του μια βίαιη σκηνή. Στο Αμπερντίν, ενώ γύριζε το Frankenstein, δεν είδε κάτι, αλλά ένιωσε μια πνιγηρή ατμόσφαιρα τόσο έντονη ώστε την περιέγραψε ζωντανά στους εκατομμύρια followers του.
Στα 14 του, πάλι, είδε UFO μαζί με έναν φίλο του. Από εκεί κρατά μία από τις ωραιότερες φράσεις του: όταν συμβαίνει κάτι τέτοιο, λέει, ανοίγει μια ρωγμή και το μυστήριο του σύμπαντος ορμά προς το μέρος σου.
Αυτή η ρωγμή είναι, κατά κάποιον τρόπο, ολόκληρο το σινεμά του. Από το Cronos και το Pan’s Labyrinth μέχρι το The Shape of Water, το Pinocchio και το πρόσφατο Frankenstein, ο Ντελ Τόρο δεν χρησιμοποίησε ποτέ τα τέρατα απλώς για να μας τρομάξει. Τα τέρατά του είναι πληγωμένα, ακατάλληλα για τον κόσμο, συχνά πιο τρυφερά από τους ανθρώπους που τα κυνηγούν. Μπορούν να είναι βίαια, αποκρουστικά ή μεγαλειώδη, αλλά σπάνια είναι απλώς κακά.
Στο σύμπαν του, το τέρας δεν είναι η εξαίρεση του ανθρώπου. Είναι ο άνθρωπος όταν φαίνεται ολόκληρος.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι υπερήρωες τού φαίνονται ξένοι. Εκείνος δεν ψάχνει σώματα που σώζουν τον κόσμο με καθαρή δύναμη, αλλά σώματα φτιαγμένα από λάσπη, ράμματα, επιθυμία, ντροπή, μοναξιά. Το Frankenstein, η δική του πολυετής εμμονή, ολοκληρώθηκε πια. Ο Τζέικομπ Ελόρντι ήταν υποψήφιος για Όσκαρ ως Πλάσμα, σε μια εκδοχή που κρατά από τη Mary Shelley όχι μόνο τον τρόμο της δημιουργίας αλλά και την τρυφερότητα του εγκαταλελειμμένου σώματος. Ο Ντελ Τόρο έχει μιλήσει συχνά για την επιρροή των βρετανικών ταινιών της Hammer και ειδικά του Τέρενς Φίσερ, όπου, όπως λέει, το Πλάσμα γινόταν όλο και πιο αθώο, ενώ ο δημιουργός του όλο και πιο σκοτεινός.
Η τιμή από το BFI τον τοποθετεί επισήμως δίπλα σε μεγάλα ονόματα της κινηματογραφικής ιστορίας, από τον Μάρτιν Σκορσέζε και τον Ντέιβιντ Λιν μέχρι τον Ακίρα Κουροσάβα και τον Όρσον Γουέλς. Για τον ίδιο, όμως, έχει ιδιαίτερο βάρος επειδή η βρετανική κινηματογραφική φαντασία τον διαμόρφωσε βαθιά: οι Πάουελ και Πρέσμπεργκερ, ο Κεν Ράσελ, ο Τέρενς Φίσερ, η Hammer, όλη εκείνη η παράδοση όπου το μελόδραμα, ο τρόμος, το χρώμα και η παραφορά δεν χρειάζονταν άδεια από τον ρεαλισμό.
Ως έφηβος στη Γουαδαλαχάρα, ο Ντελ Τόρο οργάνωνε την κινηματογραφική λέσχη. Ήταν ο προβολατζής, ο άνθρωπος στο ταμείο και εκείνος που έκανε την εισαγωγή και τη συζήτηση μετά την προβολή. Ήταν ήδη κριτικός κινηματογράφου στο ραδιόφωνο. Και ήδη πίστευε, με όλη την υπερβολή αλλά και τη διαύγεια της εφηβείας, ότι το horror και το fantasy μπορούσαν να γίνουν γλώσσα κινηματογραφικής ποίησης, όχι απλώς μηχανισμοί τρόμου ή φυγής.
Αυτή η πίστη κάποτε ακουγόταν επικίνδυνη. Όταν ετοίμαζε το Cronos, τον προειδοποιούσαν ότι μπορεί να στιγματιστεί ως σκηνοθέτης είδους. Σήμερα η συζήτηση για το «υψηλό horror» ακούγεται σχεδόν αυτονόητη, αλλά ο Ντελ Τόρο έφτασε εκεί πριν γίνει ασφαλές. Και δεν έφτασε χωρίς τραύματα. Για το Mimic, την πρώτη του αμερικανική ταινία, συγκρούστηκε με τους αδελφούς Γουάινστιν σε μια εμπειρία που, όπως λέει, παραλίγο να τον καταστρέψει επαγγελματικά. Θα μπορούσε να είχε γίνει ένας σκηνοθέτης προς ενοικίαση. Αντί γι’ αυτό, αρνήθηκε πολλές μεγάλες δουλειές, από franchise υπερηρώων μέχρι τον Χάρι Πότερ, επειδή ήθελε να κάνει μόνο ταινίες που αγαπούσε πραγματικά.
Έχει, βέβαια, και ένα εντυπωσιακό νεκροταφείο ανεκπλήρωτων σχεδίων: μια σκοτεινή ιστορία για τον Jabba the Hutt στο ύφος του Νονού, μια διασκευή του At the Mountains of Madness του H.P. Lovecraft, τον Κόμη Μοντεχρίστο, ακόμη και ένα μιούζικαλ βασισμένο στο Pan’s Labyrinth. Έχει γράψει περισσότερα από 40 σενάρια και έχει γυρίσει μόνο 13 ταινίες. Δεν μιλά γι’ αυτά σαν αποτυχίες, αλλά σαν πλάσματα που ακόμη μπορεί κάποτε να ξυπνήσουν.
Μετά το Frankenstein, λέει ότι βρίσκεται σε μια νέα, παράξενη κατάσταση. Η ταινία που ετοίμαζε μια ζωή είναι πια πίσω του. Δουλεύει ήδη πάνω σε μια stop-motion διασκευή του The Buried Giant του Καζούο Ισιγκούρο, μια ενήλικη, σκοτεινή ταινία κινουμένων σχεδίων, χωρίς τραγούδια και χωρίς παιδική ασφάλεια. Θέλει να σπρώξει το μέσο προς έναν νέο ρεαλισμό, δίνοντας σημασία στις μικρές αδέξιες κινήσεις, στα φυσικά τικ, σε όσα κάνουν ένα σώμα να μοιάζει ζωντανό επειδή δεν είναι ποτέ εντελώς τέλειο.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο τέλος μιας μεγάλης εμμονής και την αρχή μιας άλλης, εμφανίζεται μια νέα ησυχία. Ο Ντελ Τόρο μιλά για ένα είδος κενού, όχι όμως δυστυχισμένου. Περισσότερο σαν γαλήνη μετά την επιθυμία. Σκέφτεται την έννοια της μετάνοιας, τα ερωτήματα που έρχονται όταν νιώθεις ότι κάτι πλησιάζει στο τέλος του. Μιλά για τον πατέρα του, για την αδυναμία να ονομάσει κανείς αυτό που τον οδηγεί, για την αίσθηση ότι μπορεί να έχεις τα πάντα και να κυνηγάς ακόμη κάτι αόρατο.
Αυτό το αόρατο, στην περίπτωσή του, έγινε σινεμά. Ο Ντελ Τόρο δεν πιστεύει ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο με μεγάλες, άμεσες κινήσεις. Πιστεύει όμως ότι μπορεί να διορθώσει λίγο τις ζωές των ανθρώπων, σε μικρές μετατοπίσεις. Ότι μια ταινία μπορεί να κάνει κάτι στην ψυχή που δεν εξηγείται πλήρως από την πλοκή της. Κι εκεί, τελικά, επιστρέφει πάντα: στο μυστήριο του σινεμά. Στην αίσθηση ότι μια εικόνα, ένα τέρας, ένα φάντασμα, ένα UFO ή ένα στοιχειωμένο σπίτι μπορούν να ανοίξουν για λίγο μια ρωγμή στον κόσμο.
Και πως από αυτή τη ρωγμή, αν είσαι τυχερός, δεν περνά μόνο ο φόβος. Περνά και η ομορφιά.
Με στοιχεία από Guardian.