Υπάρχουν φράσεις που μοιάζουν αθώες, μέχρι να καταλάβεις ότι μέσα τους κρύβεται ένας φόβος πολύ παλιός και πολύ ελληνικός. «Μη μου φέρεις γυναίκα με γαλάζια μάτια», έλεγε η γιαγιά του Θανάση Νεοφώτιστου. Εκείνος δεν έφερε γυναίκα. Έφερε μια ταινία.
Το The Boy With the Light-Blue Eyes, η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Έλληνα σκηνοθέτη, κάνει παγκόσμια πρεμιέρα στο SXSW London 2026, στις 4 Ιουνίου, και το Hollywood Reporter της αφιερώνει συνέντευξη με έναν τίτλο που δύσκολα προσπερνάς: «Η γιαγιά μου μού έλεγε να μη φέρω στο σπίτι γυναίκα με γαλάζια μάτια. Αλλά εγώ είμαι γκέι».
Το αστείο της φράσης κρατάει λίγο. Μετά ανοίγει. Γιατί πίσω από αυτή τη μικρή οικογενειακή απαγόρευση φαίνεται κάτι πολύ μεγαλύτερο: μια ελληνική κοινωνία που έμαθε να κοιτάζει το διαφορετικό όχι για να το καταλάβει, αλλά για να το εντοπίσει. Το κακό μάτι, στην ταινία του Νεοφώτιστου, δεν είναι απλώς δεισιδαιμονία. Είναι μια μορφή κοινωνικού ελέγχου. Το βλέμμα που αποφασίζει ποιος ανήκει και ποιος πρέπει να κρυφτεί.
Στην ταινία, ο Πέτρος είναι ένα αγόρι σε απομονωμένο ορεινό χωριό. Έχει ασυνήθιστα γαλάζια μάτια και οι κάτοικοι τον αντιμετωπίζουν σαν απειλή. Η αυστηρή γιαγιά του και ο δήμαρχος του χωριού τον αναγκάζουν να κρύβεται πίσω από μια μάσκα. Το σώμα του παιδιού γίνεται πρόβλημα πριν προλάβει το ίδιο να καταλάβει γιατί.
Ο Νεοφώτιστος εξηγεί στο Hollywood Reporter ότι η ταινία γεννήθηκε από τα παιδικά του χρόνια στην Ήπειρο, κοντά στα σύνορα με την Αλβανία. Όχι στην Ελλάδα των νησιών, των καρτ ποστάλ και του εξαγώγιμου φωτός, αλλά σε μια άλλη γεωγραφία: βουνά, χωριά, σύνορα, μικρές κοινότητες, παλιές δοξασίες. Η γιαγιά του καταγόταν από ένα χωριό με ελάχιστες οικογένειες και πίστευε βαθιά στο κακό μάτι.
Το κακό μάτι έχει γίνει πια τουριστικό αντικείμενο. Κρεμαστό, σουβενίρ, μπλε γυαλί για το αεροδρόμιο. Όμως πίσω από αυτό υπάρχει ένας παλιότερος φόβος. Σε κοινωνίες όπου οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν σκούρα μάτια και πιο σκούρα χαρακτηριστικά, το γαλάζιο μάτι μπορούσε να σημαίνει κάτι ξένο, κάτι επικίνδυνο. Κάποιον απ’ έξω. Κάποιον όμορφο και επικίνδυνο μαζί. Κάποιον που μπορεί να μεταφέρει κακή ενέργεια μόνο με το βλέμμα του.
Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον εύρημα της ταινίας: ο Νεοφώτιστος δεν παίρνει τη δεισιδαιμονία ως φολκλόρ. Τη χρησιμοποιεί για να δείξει πώς μια κοινότητα κατασκευάζει τον άλλο. Η διαφορά δεν χρειάζεται καν να είναι σεξουαλική για να τιμωρηθεί. Μπορεί να είναι το χρώμα των ματιών σου. Αρκεί μια κοινωνία να αποφασίσει ότι πάνω σου βλέπει απειλή.
«Ο Πέτρος είναι το alter ego μου», λέει ο Νεοφώτιστος. «Αλλά δεν είναι διαφορετικός επειδή είναι γκέι· είναι διαφορετικός επειδή έχει γαλάζια μάτια». Με αυτόν τον τρόπο, ήθελε να μιλήσει για την τυχαιότητα του να γεννιέσαι γκέι μέσα σε μια οικογένεια και μια κοινωνία που δεν σε καταλαβαίνει. Γεννιέσαι έτσι, όπως γεννιέται κάποιος με ένα χρώμα στα μάτια του.
Ο σκηνοθέτης μιλά ανοιχτά και για τη δική του οικογένεια. Προέρχεται, όπως λέει, από ένα πολύ συντηρητικό περιβάλλον που δεν τον αποδέχθηκε μέχρι τα τέλη των 30 του. Η αποδοχή ήρθε πρώτα μέσα από τις ταινίες του. Η οικογένειά του είδε τις ιστορίες του και μετά μίλησαν για την ομοφυλοφιλία του. Είναι μια συγκινητική, σχεδόν ελληνικά αδέξια διαδρομή: πρώτα η τέχνη, μετά η κουβέντα. Πρώτα η μεταφορά, μετά η αλήθεια.
Το σενάριο της ταινίας το έγραψε μαζί με τον Γρηγόρη Σκαράκη, ο οποίος είναι πλέον σύζυγός του. Ο Νεοφώτιστος λέει ότι παντρεύτηκαν πέρυσι και ότι η οικογένειά του ήταν παρούσα στον γάμο. Δεν το παρουσιάζει σαν θρίαμβο. Περισσότερο σαν μια καθυστερημένη, πολύτιμη κατάληξη.
Στην ταινία, η μητέρα του Πέτρου προσπαθεί να κρύψει τα μάτια του. Ο Νεοφώτιστος συνδέει αυτή την εικόνα με τη δική του μητέρα, η οποία, όπως λέει, προσπαθούσε να κρύψει τη σεξουαλικότητά του από την οικογένεια. Όταν ήταν μικρός, του έλεγαν να παίξει μπάσκετ. Εκείνος ήθελε να κάνει μπαλέτο.
Εδώ το The Boy With the Light-Blue Eyes παύει να είναι απλώς μια ιστορία folk horror και γίνεται κάτι πιο αναγνωρίσιμο, πιο οικείο και πιο σκληρό. Η ελληνική οικογένεια συχνά δεν κρύβει το παιδί επειδή το μισεί. Το κρύβει επειδή φοβάται αυτό που θα πουν οι άλλοι, αυτό που δεν ξέρει πώς να χωρέσει, αυτό που απειλεί την εικόνα της κανονικότητας. Και η προστασία, όταν περνάει μέσα από φόβο, μοιάζει πάρα πολύ με τιμωρία.
Ο Νεοφώτιστος λέει ότι η βία της ταινίας δεν υπάρχει για να προκαλέσει. Ανήκει στην οπτική του Πέτρου. Όλα περνούν μέσα από όσα εκείνος βλέπει, ακούει και αισθάνεται. Η ταινία κινείται ανάμεσα στο folk horror, τον μαγικό ρεαλισμό και την queer ιστορία ενηλικίωσης. Δεν είναι ακριβώς φαντασία, αλλά ούτε και καθαρός ρεαλισμός. Είναι ο κόσμος όπως τον βιώνει ένα παιδί όταν γύρω του όλοι επιμένουν ότι κάτι πάνω του πρέπει να διορθωθεί.
Ο ίδιος μιλά και για το bullying που δέχθηκε στο σχολείο. Ως γκέι άνθρωπος, λέει, έχει υπάρξει τραυματισμένος. Γι’ αυτό και η εφηβεία του Πέτρου μπορεί να μοιάζει με ιστορία τρόμου. Όχι επειδή το τέρας είναι εξωτερικό, αλλά επειδή το βλέμμα των άλλων μπορεί να γίνει τέρας. Επειδή μια κοινότητα μπορεί να κοιτάξει ένα παιδί μέχρι να το κάνει να φοβηθεί το ίδιο του το πρόσωπο.
Παρότι η ταινία δεν τοποθετείται σε συγκεκριμένη εποχή, έχει κάτι από τη δεκαετία του ’90, την εποχή στην οποία μεγάλωσε ο Νεοφώτιστος. Τα χρώματα, τα αντικείμενα, το δωμάτιο του Πέτρου, όλα φτιάχνουν έναν κόσμο που μοιάζει ταυτόχρονα συγκεκριμένος και διαχρονικός. Αυτό έχει σημασία. Γιατί η ιστορία δεν αφορά μόνο ένα χωριό, ούτε μόνο μια εποχή. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο κάθε κοινωνία βρίσκει κάθε φορά το δικό της γαλάζιο μάτι για να φοβηθεί.
Το Hollywood Reporter περιγράφει την ταινία ως μια αλληγορία για τον αποκλεισμό, την ανάγκη να σε δουν και την επιθυμία για αγάπη και ελευθερία. Αυτό είναι ακριβές. Αλλά στην καρδιά της υπάρχει κάτι ακόμη πιο απλό και πιο ελληνικό: η στιγμή που μια οικογενειακή δεισιδαιμονία, μια φράση της γιαγιάς, ένα «μη μου φέρεις», αποκαλύπτει ολόκληρο σύστημα επιτήρησης.
Για μένα, ο Νεοφώτιστος είναι ένας από τους νέους Έλληνες δημιουργούς που δεν φέρνουν το κουίρ στο σινεμά σαν ταμπέλα, αλλά σαν νευρικό σύστημα της εικόνας. Κοιτάζει τον κόσμο από εκείνο το ελάχιστα λοξό σημείο όπου το σώμα αρχίζει να προδίδεται από τους άλλους: από το βλέμμα της οικογένειας, από το χωριό, από το δωμάτιο, από τη σιωπή, από την εντολή να γίνεις κάτι πιο αποδεκτό από αυτό που είσαι. Και το σινεμά του, χειροποίητο, συναισθηματικό, παράξενο χωρίς να γίνεται διακοσμητικά αλλόκοτο, πατάει ταυτόχρονα στον μύθο και στον ρεαλισμό. Δεν αφηγείται απλώς την ταυτότητα. Δείχνει τι παθαίνει ένα σώμα όταν μια κοινωνία το έχει ήδη κοιτάξει σαν λάθος.
Ο Θανάσης Νεοφώτιστος δεν παίρνει το κακό μάτι για να το κάνει εξωτικό σύμβολο. Το παίρνει για να το επιστρέψει εκεί όπου ανήκει: στο βλέμμα.
Στο βλέμμα που φοβάται.
Στο βλέμμα που στιγματίζει.
Στο βλέμμα που, μια μέρα, αν είσαι τυχερός, μπορεί επιτέλους να σε δει.