Ο Ρούπερτ Έβερετ μιλά πια για τον παλιό του εαυτό σαν να μιλά για έναν άντρα που υπήρξε κάποτε πολύ κοντά του και τώρα δεν ξέρει αν πρέπει να τον συγχωρέσει.
Σε μια μεγάλη συνέντευξη στον Guardian, με αφορμή την ταινία Madfabulous, τη δεύτερη σεζόν του Rivals και την επιστροφή του στη σκηνή με το No Man’s Land στο Donmar Warehouse, ο 67χρονος ηθοποιός δεν κάνει απλώς προώθηση. Κάνει απολογισμό. Μιλά για το σώμα που είχε και το σώμα που έχει, για το σεξ, το AIDS, το Χόλιγουντ, τις φιλίες που πρόδωσε, τη γοητεία που χρησιμοποίησε σαν όπλο και την ενηλικίωση που, όπως λέει, άργησε δεκαετίες να έρθει.
Η συνέντευξη αρχίζει σχεδόν κωμικά, με τον Έβερετ να παραπονιέται για τη ζέστη και να επιμένει ότι είναι πλέον παχουλός. Πολύ γρήγορα, όμως, γίνεται κάτι πιο βαθύ και πιο άβολο: μια αυτοψία πάνω στον νεαρό Ρούπερτ, εκείνον τον όμορφο, ψηλό, αριστοκρατικά ατημέλητο, σεξουαλικά ακόρεστο και συχνά αδίστακτο άντρα που εμφανίστηκε στη βρετανική σκηνή με το Another Country και αργότερα έγινε διεθνώς γνωστός ως ο χαρισματικός γκέι φίλος της Τζούλια Ρόμπερτς στο My Best Friend’s Wedding.
Αυτή η επιτυχία, που έμοιαζε τότε με επιστροφή, ήταν και παγίδα. Για ένα μικρό διάστημα, ο Έβερετ έγινε το ιδανικό αξεσουάρ των γυναικών του Χόλιγουντ: έξυπνος, κομψός, πνευματώδης, αρκετά ασφαλής για να λάμπει δίπλα τους χωρίς να απειλεί τον ρομαντικό μηχανισμό της ταινίας. Ήταν ο γκέι φίλος πριν ο «γκέι φίλος» γίνει πλήρως προϊόν.
Και ακριβώς επειδή ήταν ανοιχτά γκέι, αριστοκρατικός, πολύ ψηλός και δύσκολα διαχειρίσιμος για τα στενά καλούπια του πρωταγωνιστή, το Χόλιγουντ τον χρησιμοποίησε και μετά δεν ήξερε τι να τον κάνει. Αυτή είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα ανάγνωση της καριέρας του: ο Έβερετ δεν υπήρξε απλώς ένας αυτοκαταστροφικός ηθοποιός που έχασε ευκαιρίες.
Υπήρξε και ένας από τους πρώτους ανοιχτά γκέι Βρετανούς σταρ που πλήρωσαν το τίμημα της ορατότητάς τους σε μια βιομηχανία που αγαπούσε το queer σώμα όταν ήταν χρήσιμο, στιλάτο και ακίνδυνο, αλλά δυσκολευόταν να το φανταστεί ως κέντρο επιθυμίας ή εξουσίας.
Ο ίδιος δεν αθωώνει τον εαυτό του. Αντίθετα, χρησιμοποιεί σχεδόν βίαιες λέξεις για να περιγράψει τον νεαρό Ρούπερτ: θρασύς, πιεστικός, ανειλικρινής, επικίνδυνος. Δεν μιλά σαν κάποιος που ζητά εύκολη συγχώρεση. Μιλά σαν κάποιος που ξέρει ότι η γοητεία του υπήρξε και όπλο. Ότι η εξυπνάδα του μπορούσε να γίνει αγένεια. Ότι η ανάγκη του να ξεφύγει από την τάξη, την οικογένεια και την καταγωγή του πέρασε πολλές φορές πάνω από τους άλλους.
Το πιο αποκαλυπτικό σημείο αφορά το σεξ. Ο Έβερετ θυμάται μια εποχή όπου πίστευε ότι μέσα από το σεξ μπορούσε να τινάξει στον αέρα το παρελθόν του. Να διαλύσει την καταγωγή του, τη συντηρητική του φόρμα, το βάρος του να ανήκει κάπου όπου δεν ήθελε πραγματικά να ανήκει. Το cruising, τα σκοτεινά περάσματα του Hampstead Heath, τα σώματα που εμφανίζονταν μέσα στη νύχτα σαν αναμμένα τσιγάρα, η υπόσχεση της ανωνυμίας, όλα αυτά δεν ήταν μόνο ηδονή. Ήταν μια μορφή προσωπικής κατεδάφισης.
Αυτό κάνει τη συνέντευξη πιο ανθρώπινη από μια απλή εξομολόγηση αταξιών. Ο Έβερετ δεν μιλά για το σεξ σαν παλιός δανδής που διαφημίζει ακόμη την ακολασία του. Μιλά σαν κάποιος που καταλαβαίνει, πολύ αργά ίσως, ότι η επιθυμία μπορεί να γίνει καταφύγιο αλλά και τρόπος εξαφάνισης. Ότι μερικές φορές δεν πηγαίνεις στο επόμενο σώμα επειδή είσαι ελεύθερος, αλλά επειδή δεν αντέχεις να μείνεις αρκετά κοντά σε κανέναν ώστε να σε δει.
Μόνο που το σεξ, όπως το περιγράφει τώρα, δεν έσπαγε μόνο τα δεσμά. Έσπαγε και δεσμούς. Ο Έβερετ μιλά για σχέσεις στις οποίες δεν στάθηκε έντιμος, για ανθρώπους που πρόδωσε, για φίλους που πλήγωσε, για μια διαρκή φυγή προς το επόμενο δωμάτιο, το επόμενο σώμα, την επόμενη νύχτα. Δεν παρουσιάζει την ασυδοσία ως απελευθέρωση χωρίς κόστος. Τη θυμάται ως ορμή, αλλά και ως ανικανότητα να μείνει.
Και μετά υπάρχει το AIDS. Όχι ως δραματικό φόντο, αλλά ως ο φόβος που περνούσε μέσα από την καθημερινότητα μιας ολόκληρης queer γενιάς. Ο Έβερετ μιλά για φίλους που πέθαναν, για ανθρώπους που ζούσαν χωρίς να ξέρουν αν είχαν μολυνθεί, για σπίτια όπου οι γκέι επισκέπτες αντιμετωπίζονταν σαν κίνδυνος ακόμη και στο πιάτο που άφηναν πίσω τους. Εκεί, η συνέντευξη ξεφεύγει από την προσωπική εξομολόγηση και γίνεται μνήμη εποχής. Μιας εποχής όπου η σεξουαλική απελευθέρωση και ο τρόμος συνυπήρχαν στο ίδιο σώμα.
Αυτό είναι που κάνει τον Έβερετ τόσο ενδιαφέροντα σήμερα. Δεν είναι απλώς ένας παλιός ωραίος που γέρασε. Είναι ένας άντρας που κουβαλά πάνω του πολλές αντιφάσεις της queer δημόσιας ζωής των τελευταίων δεκαετιών: την επιθυμία να είσαι ελεύθερος, την επιθυμία να γίνεις αποδεκτός, την περιφρόνηση προς την κανονικότητα, τη λαχτάρα να ανήκεις έστω για λίγο, την αδυναμία να μείνεις εκεί όπου σε καλούν να χωρέσεις.
Κάπου στη συνέντευξη θυμάται την εμπειρία του να περνά για straight, όταν έβγαινε με την Πόλα Γέιτς. Για μια στιγμή, λέει, είδε πώς είναι να ανήκεις. Να μπαίνεις σε ένα εστιατόριο και να σε διαβάζουν ως μέρος του κόσμου, όχι ως εξαίρεση από αυτόν. Η σκηνή είναι σχεδόν κωμική και σχεδόν θλιβερή. Ο Έβερετ μπορούσε να παίξει την κανονικότητα, μπορούσε ακόμη και να την απολαύσει για λίγο, αλλά μέσα του ήθελε πάντα να επιστρέψει στο σκοτάδι του heath. Εκεί όπου η επιθυμία δεν ζητούσε οικογενειακή έγκριση.
Υπάρχει κάτι πολύ queer και πολύ ανθρώπινο σε αυτή την αντίφαση. Το να ξέρεις ότι δεν θέλεις απαραίτητα τη ζωή των άλλων, αλλά να πονάς όταν καταλαβαίνεις πόσο εύκολα τους ανήκει ο κόσμος. Το να περιφρονείς την κανονικότητα, αλλά να θυμάσαι ακριβώς τη θερμοκρασία της όταν για μια στιγμή σε τύλιξε. Το να θέλεις να φύγεις από το τραπέζι, αλλά να μην ξεχνάς ποτέ ότι κάποτε σε κάλεσαν να καθίσεις.
Σήμερα λέει ότι έχει αλλάξει. Ότι μεγάλωσε αργά, σχεδόν μετά τα 55. Ότι τώρα σέβεται τη δουλειά, τη σκηνή, το κοινό. Ότι η φροντίδα της μητέρας του στα τελευταία χρόνια της ζωής της τον μετακίνησε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Αυτό έχει ενδιαφέρον γιατί δεν είναι φτηνή λύτρωση. Δεν γίνεται «καλός άνθρωπος» στο τέλος για να κλείσει ωραία η ιστορία. Γίνεται πιο ήσυχος. Πιο πειθαρχημένος. Πιο ικανός να δει τους άλλους ως χώρους που δεν του ανήκουν.
Η μητέρα του είναι, ίσως, το κρυφό ανθρώπινο κέντρο της συνέντευξης. Όχι επειδή εξηγεί τα πάντα, αλλά επειδή τον τραβάει πίσω σε μια καταγωγή που εκείνος πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να διαλύσει. Η επιστροφή στην Αγγλία, η φροντίδα της, το πένθος μετά τον θάνατό της, όλα αυτά δείχνουν έναν άλλο Έβερετ: όχι τον λαμπερό αλήτη των απομνημονευμάτων, όχι τον αδίστακτο gossip machine, αλλά έναν άντρα που αργά κατάλαβε ότι η ελευθερία δεν είναι μόνο να φεύγεις. Είναι και να μπορείς να μείνεις δίπλα σε κάποιον όταν δεν υπάρχει πια τίποτα θεαματικό να κερδίσεις.
Ο ίδιος γελάει με τον εαυτό του, αλλά όχι για να αποφύγει την ενοχή. Το χιούμορ του είναι τρόπος να μη γίνει το δράμα μεγαλοπρεπές. Υπάρχει ακόμη εκείνη η παλιά βρετανική, δηλητηριώδης χάρη, η τάση να κάνει μια φράση να λάμπει και να ματώνει ταυτόχρονα. Όμως κάτω από την επιφάνεια βρίσκεται κάτι πιο απλό: ένας άνθρωπος που καταλαβαίνει ότι το ταλέντο χωρίς πειθαρχία μπορεί να γίνει χάος, ότι η γοητεία χωρίς φροντίδα μπορεί να γίνει βία, ότι η ελευθερία χωρίς μνήμη μπορεί να γίνει ακόμη ένας τρόπος να εξαφανίζεσαι.
Ο Ρούπερτ Έβερετ υπήρξε πάντα κάτι περισσότερο από ηθοποιός. Υπήρξε περσόνα, ανυπότακτος γόης, κακό παιδί, αποτυχημένος leading man, απρόθυμος character actor, συγγραφέας, σκηνοθέτης, επιζών μιας εποχής που δεν συγχωρούσε εύκολα τους γκέι άντρες όταν έπαυαν να είναι χρήσιμοι ως αστείο ή διακόσμηση. Τώρα, στα 67 του, μοιάζει να τον ενδιαφέρει λιγότερο να αρέσει και περισσότερο να καταλάβει.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο συγκινητικό. Όχι ότι ηρέμησε. Όχι ότι παντρεύτηκε, γύρισε στην εξοχή, βγάζει βόλτα τον σκύλο του και παίρνει επιτέλους στα σοβαρά τη δουλειά του. Αλλά ότι δεν προσπαθεί πια να κάνει τον παλιό του εαυτό συμπαθή. Του επιτρέπει να μείνει σύνθετος: γοητευτικός και σκληρός, αστείος και δειλός, ελεύθερος και τρομαγμένος, λαμπερός και βαθιά ανασφαλής
Αν υπάρχει λύτρωση σε αυτή τη συνέντευξη, δεν βρίσκεται στο ότι ο Έβερετ «έγινε καλύτερος». Βρίσκεται στο ότι δεν προσπαθεί πια να κρύψει πόσο κόστισε να γίνει ο εαυτός του. Ο νεαρός Ρούπερτ ήταν συναρπαστικός. Το ξέρει. Το ξέρουμε. Το δύσκολο είναι ότι τώρα μπορεί να πει πως υπήρξε και σκληρός, γελοίος, ανεύθυνος, χαμένος.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ενήλικη στιγμή ενός ανθρώπου που άργησε πολύ να μεγαλώσει: να κοιτάς τον μύθο σου και να μη του χαρίζεσαι.
Με στοιχεία από Guardian.