Στο τέλος του καλοκαιριού, το Λίντο αλλάζει κοινό. Οι ντόπιοι που ξαπλώνουν στον ήλιο αφήνουν σιγά σιγά χώρο στους ηθοποιούς, στους σκηνοθέτες, στους φωτογράφους και στους ανθρώπους που καταφθάνουν για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.
Απέναντι από την αίθουσα του φεστιβάλ, κοντά στο ιστορικό ξενοδοχείο Excelsior, εκεί όπου κάποτε ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και η Μπριζίτ Μπαρντό έκαναν press toor πάνω στην άμμο, ο Ρικ Όουενς παρακολουθεί αυτή τη μικρή εποχική μετατόπιση με το χιούμορ κάποιου που ξέρει καλά τι σημαίνει φήμη, αλλά δεν δείχνει να την κυνηγά πια.
"Ολοι περνούν από το 'Γεια σας, κύριε Όουενς' στο 'Ποιος είστε εσείς πάλι;'", λέει αστειευόμενος. Στη Βενετία του φεστιβάλ, ακόμη και ο Ρικ Όουενς μπορεί να βρεθεί για λίγο στη σκιά ενός Κλούνεϊ. Μόνο που το διαμέρισμά του στο Λίντο δεν μοιάζει φτιαγμένο για να τραβήξει βλέμματα. Μοιάζει φτιαγμένο για να τα κρατά έξω.
Το φωτογραφικό οδοιπορικό της Vogue στο σπίτι του σχεδιαστή ανοίγει μια σπάνια πόρτα στον ιδιωτικό κόσμο ενός ανθρώπου που έχει χτίσει ολόκληρη αισθητική γύρω από το μαύρο, το σώμα, την τελετουργία, την αυστηρότητα και την υπερβολή. Εδώ, όμως, η υπερβολή δεν είναι θορυβώδης. Είναι πέτρα, θάλασσα, γυμνή επιφάνεια, φως που κόβεται σε γεωμετρίες και ένα σπίτι που μοιάζει λιγότερο με κατοικία και περισσότερο με προσωπικό σύστημα συγκέντρωσης.
Ο Όουενς αγόρασε το 2014 ένα διαμέρισμα στον τελευταίο όροφο ενός κτιρίου στο Λίντο και το μετέτρεψε σε κάτι που θα μπορούσε να περιγραφεί ως παραλιακή εκδοχή του φρουρίου μοναξιάς του Σούπερμαν. Τα γαλαζοπράσινα κεραμικά πλακάκια της δεκαετίας του '70 έφυγαν.
Στη θέση τους μπήκαν μεγάλες επιφάνειες από λευκή πέτρα. Η κουζίνα σχεδόν εξαφανίστηκε, περιορισμένη στα απολύτως απαραίτητα, για να ανοίξει χώρος για γυμναστήριο. Τα μπάνια ντύθηκαν με σκοτεινό μάρμαρο. Από το παλιό διαμέρισμα έμεινε κυρίως η θέα: θάλασσα, λιμνοθάλασσα, Βενετία, ορίζοντας.
Αυτό που εντυπωσιάζει στο σπίτι του Όουενς δεν είναι απλώς ότι είναι ωραίο. Είναι ότι δεν προσπαθεί να γίνει "σπιτικό" με τον συμβατικό τρόπο. Δεν ζητά να μαλακώσει την εικόνα του σχεδιαστή. Δεν προσθέτει μαξιλάρια για να τον κάνει πιο προσιτό. Δεν προσποιείται θαλπωρή.
Αντίθετα, παίρνει όλη τη γνωστή σκληρότητα του κόσμου του και την τοποθετεί μπροστά στη θάλασσα. Το αποτέλεσμα είναι παράξενα ήρεμο. Σαν ο γοτθικός Όουενς να πέρασε από καθαρτήριο μεσογειακού φωτός και να βγήκε ακόμη πιο Όουενς.
Από αυτή την άποψη, το διαμέρισμα δεν είναι απλώς ένα ακόμη σπίτι διάσημου σχεδιαστή με ακριβά υλικά και καλό γούστο. Είναι η ίδια του η μόδα μεταφρασμένη σε χώρο. Οι μακριές σιλουέτες, η σχεδόν μοναστική αυστηρότητα, η εμμονή με το σώμα, η θεατρική χρήση του μαύρου, η αίσθηση ότι η πολυτέλεια δεν χρειάζεται να χαμογελά για να υπάρξει. Ολα αυτά περνούν από το ρούχο στην πέτρα, από την πασαρέλα στο μπάνιο, από το ατελιέ στην ταράτσα.
Στο μεγάλο ανοιχτό δωμάτιο, που λειτουργεί μαζί ως καθιστικό, τραπεζαρία, γραφείο και χώρος εργασίας, μια προτομή του Φιλίπο Τομάζο Μαρινέτι από τον Thayaht επιβλέπει το σπίτι σαν σκοτεινός φύλακας της μοντέρνας εποχής. Ο Μαρινέτι, ιδρυτής του ιταλικού φουτουρισμού, δεν είναι εδώ ως διακοσμητικό τρόπαιο.
Για τον Όουενς λειτουργεί σαν υπενθύμιση. Τον ενδιαφέρει η αρχική ουτοπική ορμή του φουτουρισμού, αλλά και ο τρόπος με τον οποίο κάθε ουτοπία μπορεί να εκτραπεί, να σκληρύνει, να προδώσει τον εαυτό της.
Μια δεύτερη φουτουριστική προτομή, του Ρενάτο Μπερτέλι, βρίσκεται στο μπάνιο, μπροστά στη θάλασσα. Ο Όουενς τις αντιμετωπίζει σχεδόν σαν κρανία. Οχι ως φρίκη, αλλά ως memento mori.
Ως μικρές υπενθυμίσεις ότι η φιλοδοξία, η αποτυχία και η ανανέωση είναι μέρος της ίδιας ανθρώπινης κίνησης. Σε ένα σπίτι γεμάτο μάρμαρο, καθρέφτες και γυμνασμένο σώμα, αυτή η σκέψη σώζει το σύνολο από την αυτάρεσκη πολυτέλεια.
Ο φουτουρισμός, άλλωστε, δεν εμφανίζεται εδώ ως εύκολο αισθητικό reference. Δεν είναι απλώς οι καμπύλες μιας προτομής ή η σκληρή λάμψη ενός αντικειμένου. Είναι η μνήμη μιας εποχής που πίστεψε με πάθος στην ταχύτητα, στη μηχανή, στο νέο, στην καταστροφή του παλιού κόσμου. Ο Όουενς μοιάζει να κρατά από αυτή την ιστορία όχι την αφέλεια της προόδου, αλλά το ίχνος της προειδοποίησης. Κάθε μεγάλη μορφή κρύβει μέσα της και τη δυνατότητα της παραμόρφωσης.
Αυτή η ιδέα κάνει το διαμέρισμα πιο σύνθετο από όσο δείχνει στην πρώτη ματιά. Η αυστηρότητά του δεν είναι μόνο στυλ. Είναι έλεγχος πάνω στο χάος. Η πέτρα δεν είναι μόνο επιφάνεια. Είναι άμυνα. Οι προτομές δεν είναι μόνο αντικείμενα τέχνης. Είναι οι νεκροκεφαλές ενός ανθρώπου που ξέρει ότι η ομορφιά χωρίς επίγνωση μπορεί εύκολα να γίνει κενό θέαμα.
Ολα στο διαμέρισμα έχουν αυτή τη διπλή λειτουργία. Το γυμναστήριο με τους καθρέφτες θα μπορούσε εύκολα να διαβαστεί ως ναός ματαιοδοξίας. Ο Όουενς το αναποδογυρίζει: στους καθρέφτες, λέει, βλέπεις κάθε ατέλεια. Για έναν σχεδιαστή που έχει φτιάξει μια ολόκληρη γλώσσα γύρω από τη σιλουέτα, τη στάση και το σώμα, η καθημερινή άσκηση δεν είναι μόνο fitness. Είναι πειθαρχία, επιτήρηση, παιχνίδι με τον χρόνο.
Εδώ οι φωτογραφίες της Vogue αλλάζουν το θέμα. Δεν δείχνουν μόνο το σπίτι. Δείχνουν τον Όουενς να κατοικεί το ίδιο του το σύστημα. Στην ταράτσα, με μαύρο σορτς και μακριά μαλλιά, μοιάζει με υπερήρωα που έχει αποσυρθεί από τη δράση για να κάνει διατάσεις μπροστά στην Αδριατική.
Στη θάλασσα, βρεγμένος, χαμογελαστός, λιγότερο απρόσιτος, θυμίζει ότι πίσω από όλη την επιβλητική αρχιτεκτονική του brand υπάρχει ένας άνθρωπος που θέλει να κολυμπά, να διαβάζει, να ονειρεύεται, να ντύνεται σαν φάντασμα σε καλοκαιρινό μπαλκόνι.
Η εικόνα με τη διάφανη κάπα είναι σχεδόν υπερβολικά καλή για να είναι αληθινή. Ο Όουενς περπατά στην ταράτσα, η κάπα ανεμίζει πίσω του, η θάλασσα ανοίγει στο βάθος και ξαφνικά το διαμέρισμα παύει να είναι απλώς σπίτι. Γίνεται σκηνή. Ο ίδιος δεν αλλάζει ρόλο. Δεν "ντύνεται" για τη φωτογράφηση με την έννοια της μεταμφίεσης. Απλώς αφήνει την καθημερινότητά του να αποκαλύψει πόσο κοντά βρίσκεται πάντα στο θέατρο.
Αυτό είναι ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο του πορτρέτου. Ο Όουενς δεν φαίνεται να διαχωρίζει ποτέ απόλυτα την προσωπική ζωή από την αισθητική χειρονομία. Δεν υπάρχει εδώ το κλασικό αφήγημα του δημιουργού που, μακριά από τη δουλειά, γίνεται απλός και καθημερινός.
Η καθημερινότητα παραμένει φορτισμένη. Το γυμναστήριο είναι πειθαρχία, η θάλασσα είναι κάθαρση, η κάπα είναι παιχνίδι, η ταράτσα είναι διάδρομος επίδειξης. Οχι επειδή όλα πρέπει να γίνουν θέαμα, αλλά επειδή ο τρόπος που ζει κάποιος είναι πάντα η πιο ακριβής του υπογραφή.
Και όμως, αυτό δεν είναι ένα σπίτι φτιαγμένο μόνο για performance. Στα ράφια υπάρχουν βιβλία, μονογραφίες, βιογραφίες, πινακίδες από το Lamyland, το καλλιτεχνικό σύμπαν της Μισέλ Λαμί, της συντρόφου και δημιουργικής συνοδοιπόρου του. Στους καθρέφτες της μικρής κουζίνας αντανακλώνται κρυστάλλινα ποτήρια, μαχαιροπίρουνα, μπουκάλια, πιάτα, αντικείμενα που μοιάζουν να ανήκουν σε τελετουργικό τραπέζι περισσότερο παρά σε καθημερινή κουζίνα.
Η Λαμί είναι παρούσα ακόμη και όταν δεν είναι το κέντρο της αφήγησης. Το όνομά της πάνω σε μια μικρή πινακίδα ανάμεσα στα βιβλία λειτουργεί σαν κωδικός πρόσβασης σε έναν κοινό κόσμο. Ο Όουενς μπορεί να έχει χτίσει το σπίτι σαν άσκηση αυστηρότητας, αλλά η παρουσία της Λαμί, των βιβλίων, των αντικειμένων και των μικρών προσωπικών ιχνών το εμποδίζει να γίνει ψυχρό showroom. Κάτω από την πέτρα υπάρχει ζωή. Απλώς δεν φωνάζει.
Αυτή η ζωή φαίνεται στις λεπτομέρειες περισσότερο από ό,τι στις μεγάλες κινήσεις. Στα βιβλία που στοιβάζονται χωρίς να μοιάζουν με διακοσμητικό τέχνασμα. Στα ποτήρια που αντανακλώνται μέσα στους καθρέφτες και κάνουν την κουζίνα να μοιάζει μεγαλύτερη από όσο είναι. Στην τηλεόραση που προβάλλει Πουαρό μπροστά από το κρεβάτι, σαν μικρή κωμική παρέκκλιση μέσα σε όλη αυτή την υψηλή αυστηρότητα. Στην ιδέα ότι ακόμη και ένας άνθρωπος που έχει χτίσει τον μύθο του πάνω στην ακραία φόρμα χρειάζεται, στο τέλος της ημέρας, ένα αστυνομικό μυστήριο, έναν καφέ, μια βουτιά, μια θέση από όπου να βλέπει τη θάλασσα.
Το πιο ωραίο ίσως στοιχείο του διαμερίσματος είναι ότι κρατά μια διαρκή ένταση ανάμεσα στην απόσυρση και στην έκθεση. Από τη μία, είναι ένα καταφύγιο. Ενα μέρος όπου ο Όουενς μπορεί να κλείσει τον έξω κόσμο, να δουλέψει, να γυμναστεί, να ξαπλώσει, να δει τηλεόραση μπροστά από το κρεβάτι του. Από την άλλη, βρίσκεται στο Λίντο, σε ένα από τα πιο κινηματογραφικά περάσματα του κόσμου, λίγα βήματα από εκεί όπου κάθε χρόνο η εικόνα γίνεται δημόσιο γεγονός.
Αυτή η αντίφαση ταιριάζει στον Όουενς. Η μόδα του υπήρξε πάντα σκληρή και ευάλωτη μαζί. Γοτθική, αλλά όχι απλώς σκοτεινή. Θεατρική, αλλά όχι άδεια. Πολυτελής, αλλά συχνά σαν να έχει βγει από ερείπιο. Στο σπίτι του, η ίδια γλώσσα μεταφέρεται στην αρχιτεκτονική της καθημερινότητας. Το μάρμαρο δεν είναι απλώς ακριβό υλικό. Είναι επιφάνεια άσκησης. Οι καθρέφτες δεν είναι μόνο λάμψη. Είναι έλεγχος. Οι προτομές δεν είναι μόνο τέχνη. Είναι υπενθύμιση θνητότητας.
Ο ίδιος έχει μιλήσει για την επιρροή του Le Cabanon του Λε Κορμπιζιέ, του μικρού παραθαλάσσιου καταφυγίου του αρχιτέκτονα στη νότια Γαλλία. Η αναφορά έχει σημασία. Το Le Cabanon δεν ήταν παλάτι. Ηταν ένα συμπυκνωμένο προσωπικό σύστημα ζωής. Κάτι ανάμεσα σε καλύβα, κελί, καλοκαιρινό δωμάτιο και αρχιτεκτονικό μανιφέστο. Ο Όουενς παίρνει αυτή την ιδέα και τη φέρνει στη δική του κλίμακα: λιγότερη ταπεινότητα, περισσότερη πέτρα, περισσότερη σκηνογραφία, αλλά η ίδια ανάγκη για ένα μέρος όπου η ζωή να έχει καθαρή μορφή.
Σε αυτή την καθαρή μορφή χωράει και το παιχνίδι. Ο Όουενς έρχεται εδώ για να ξαπλώσει στην παραλία, να μπει στη θάλασσα, να διαβάσει, να ονειρευτεί, να κάνει σχέδια, να φορέσει μια μεταξωτή κάπα από σιφόν σαν να είναι το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο. Και ίσως για εκείνον να είναι. Η αυστηρότητα χωρίς παιχνίδι θα γινόταν στρατιωτική. Το παιχνίδι χωρίς αυστηρότητα θα γινόταν απλή πόζα. Το σπίτι κρατά και τα δύο.
Η μέρα του έχει κάτι σχεδόν αμετακίνητο. Καφές, υπολογιστής, παραλία, διάβασμα, επαφή με το εργοστάσιο, ύπνος, γυμναστήριο, δουλειά. Ολη αυτή η επανάληψη δεν μοιάζει με φυλακή. Μοιάζει με τον μόνο τρόπο να παραμείνει καθαρή η ενέργεια. Η υπερβολή στα ρούχα του, οι τερατώδεις σιλουέτες, οι σχεδόν τελετουργικές πασαρέλες, οι μαύρες κουκούλες, τα παραμορφωμένα sneakers, τα σώματα που μοιάζουν με αρχαίες ή μελλοντικές φυλές, δεν προκύπτουν από χάος. Προκύπτουν από έλεγχο.
Σε αυτό το σημείο, το σπίτι του στη Βενετία εξηγεί ίσως καλύτερα από οποιαδήποτε επίδειξη τι είναι ο Ρικ Όουενς. Δεν είναι απλώς ο σχεδιαστής του μαύρου, του goth, του brutalist, του "σκοτεινού". Είναι ένας δημιουργός που πήρε το μελόδραμα, τη σωματική ένταση, τη θνητότητα, την ομορφιά του παραμορφωμένου και τα έβαλε σε αυστηρό πρόγραμμα. Το θέαμά του δεν είναι ακατάστατο. Είναι πειθαρχημένο μέχρι να γίνει παράξενο.
Γι' αυτό και το σπίτι αποκτά άλλο βάρος μέσα στη σημερινή εικόνα της μόδας. Ο Όουενς δεν είναι απλώς ένας ακόμη σχεδιαστής με αναγνωρίσιμο ύφος. Είναι ένας από τους λίγους μεγάλους ανεξάρτητους δημιουργούς που συνεχίζουν να υπάρχουν σε μια βιομηχανία όλο και πιο συγκεντρωμένη, όλο και πιο εξαρτημένη από ομίλους, αγορές, συνεργασίες, αλγοριθμική ορατότητα και άμεση κατανάλωση εικόνων. Η ανεξαρτησία του δεν είναι σύνθημα. Είναι τρόπος ζωής, ρυθμός, πειθαρχία, οικονομία ενέργειας.
Στις φωτογραφίες, η θάλασσα σχεδόν πάντα περιμένει έξω από το κάδρο ή μπαίνει από τα παράθυρα σαν ήσυχη απειλή. Το σπίτι κοιτάζει την Αδριατική αλλά δεν γίνεται ποτέ καρτ ποστάλ. Δεν υπάρχει ρομαντισμός τύπου Βενετίας, ούτε γόνδολες, ούτε τουριστική μελαγχολία. Υπάρχει οριζόντια γραμμή, φως, πέτρα, σώμα, σιωπή. Ενα είδος πολυτελούς λιτότητας που δεν προσπαθεί να γίνει συμπαθητική.
Αυτό είναι ίσως και το μάθημα του σπιτιού. Ο Ρικ Όουενς δεν έχει ανάγκη να αποδείξει ότι πίσω από το σκοτάδι υπάρχει κανονικότητα. Δεν ανοίγει την πόρτα για να μας δείξει ότι είναι "σαν όλους μας". Ανοίγει την πόρτα και δείχνει ότι η απόσυρση μπορεί να είναι εξίσου σκηνοθετημένη με τη δημόσια εικόνα, μόνο πιο τίμια.
Οτι το προσωπικό στυλ δεν σταματά στα ρούχα. Συνεχίζεται στον τρόπο που κάθεσαι, γυμνάζεσαι, κοιμάσαι, κοιτάς τη θάλασσα, κρατάς γύρω σου τα φαντάσματα που χρειάζεσαι.
Στο τέλος, το διαμέρισμα στο Λίντο δεν είναι ούτε απλώς σπίτι ούτε απλώς σκηνικό. Είναι ένα πορτρέτο χωρίς πολλές λέξεις. Ενα λευκό και μαύρο καταφύγιο για έναν σχεδιαστή που έκανε την αυστηρότητα θέαμα και τώρα την αφήνει να ξεκουραστεί μπροστά στη θάλασσα.
Και ίσως γι' αυτό το σπίτι του δεν μοιάζει τελικά με επίδειξη δύναμης. Μοιάζει με προετοιμασία. Ενα ήσυχο, αυστηρό, σχεδόν υπερφυσικό μέρος όπου ένας άνθρωπος της υπερβολής έχει χτίσει την πιο μεγάλη του πολυτέλεια: τη δυνατότητα να συγκεντρώνεται.
με στοιχεία από Vogue, Mr Porter