Με αφορμή το αφιέρωμα του BFI Southbank στο trash cinema, ο John Waters επιστρέφει στο προσκήνιο με μια φράση που ακούγεται σαν διάγνωση της εποχής: ότι οι Τραμπ «σκότωσαν» το καλό κακό γούστο.
Για τον μεγάλο ιερέα του trash, η πρόκληση είχε κάποτε χιούμορ, αθωότητα και αναρχία. Σήμερα, λέει, έχει γίνει πιο χοντροκομμένη, πιο κυνική και πολύ λιγότερο διασκεδαστική.
Ο John Waters λέει ότι οι Τραμπ σκότωσαν το καλό κακό γούστο. Και μόνο αυτή η φράση αρκεί για να ξανανοίξει μια ολόκληρη συζήτηση γύρω από το trash, την πρόκληση και τη διαφορά ανάμεσα στην αναρχική υπερβολή και τη χοντροκομμένη επίδειξη ισχύος. Με το BFI Southbank να αφιερώνει τώρα έναν μεγάλο κύκλο στο trash cinema, ο άνθρωπος που ταύτισε το όνομά του με αυτό το σύμπαν επιστρέφει για να υπερασπιστεί μια αισθητική που, όπως λέει, είχε κάποτε περισσότερη αθωότητα.
Ο Waters δεν πίστεψε ποτέ στην ευπρέπεια. Η πρόκληση, η χυδαιότητα, η βλασφημία, το κακό γούστο και το σοκ δεν ήταν στο σινεμά του απλώς τρόποι να τραβήξει την προσοχή. Ηταν γλώσσα, χιούμορ και επίθεση μαζί. Και αυτό ακριβώς ξαναφέρνει τώρα στο προσκήνιο το αφιέρωμα του BFI, με τίτλο Trash! The Wildest Films You’ve Ever Seen, που τρέχει έως τις 30 Απριλίου στο Λονδίνο.
Στο πρόγραμμά του συναντιούνται ο Waters, οι Kuchar brothers, ο Herschell Gordon Lewis, ο Russ Meyer, η Doris Wishman και ο Ed Wood, δηλαδή ένα πάνθεον δημιουργών που έφτιαξαν σινεμά με χαμηλά μέσα, camp ένταση, υπερβολή και πλήρη περιφρόνηση προς την καλή συμπεριφορά. Στην καρδιά του κύκλου βρίσκονται και δύο από τις πιο θρυλικές ταινίες του ίδιου, το Multiple Maniacs και το Pink Flamingos, έργα που ακόμη και σήμερα μοιάζουν ικανά να τινάξουν στον αέρα κάθε ιδέα σεμνότητας.
Ο ίδιος θυμάται εκείνη την εποχή σαν μια στιγμή όπου το trash ήταν τρόπος να πάρεις κάτι που οι άλλοι έλεγαν υποτιμητικά και να το γυρίσεις υπέρ σου. Να πεις ότι αυτό που μοιάζει χαμηλό μπορεί να είναι ευφυές, αστείο, ελευθερωτικό και βαθιά ανατρεπτικό. Οτι πίσω από την ασχήμια, τη βρομιά και την κακόγουστη υπερβολή μπορούσε να υπάρχει χαρά, παιχνίδι και μια μορφή ελευθερίας.
Γι’ αυτό και η ατάκα του για τους Τραμπ δεν είναι απλώς μια καυστική εξυπνάδα. Είναι και μια διάκριση. Για τον Waters, το trash είχε κάποτε ειρωνεία, θεατρικότητα και υπόγεια αναρχία. Σήμερα η υπερβολή έχει γίνει τόσο χοντρή, τόσο καθημερινή και τόσο πολιτικά βρόμικη, ώστε να χάνει την αθωότητά της. Δεν είναι πια camp παιχνίδι με τα όρια. Είναι κάτι πολύ πιο κυνικό.
Ισως γι’ αυτό οι ταινίες του εξακολουθούν να δείχνουν τόσο ζωντανές. Δεν βασίζονται μόνο στην πρόκληση, αλλά και σε μια ιδιότυπη απόλαυση του παιχνιδιού. Η Divine, το πιο εμβληματικό πρόσωπο αυτού του σύμπαντος, δεν ήταν απλώς ένα σοκ. Ηταν μια ολόκληρη αισθητική τρομοκρατία απέναντι στην ευπρέπεια, μια φιγούρα που έκανε την υπερβολή να μοιάζει ταυτόχρονα βίαιη και απολαυστική.
Ο Waters, που κλείνει τα 80 τον Απρίλιο, δεν έχει γυρίσει ταινία από το A Dirty Shame του 2004, αλλά παραμένει δραστήριος με εικαστικά έργα, βιβλία και spoken-word παραστάσεις.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το πιο ακριβές γι’ αυτόν σήμερα: όχι ότι δικαιώθηκε, αλλά ότι έζησε αρκετά ώστε να δει το κακό γούστο να γίνεται επίσημη γλώσσα της εξουσίας και να συνεχίσει, παρ’ όλα αυτά, να το υπερασπίζεται μόνο όταν παραμένει παιχνίδι, σινεμά και ελευθερία.
με στοιχεία από τους Financial Times