Το KUTT ξεκίνησε όπως ξεκινούν μερικά από τα ωραιότερα πράγματα στην κουλτούρα: μισό αστείο, μισή πρόκληση, ένα βράδυ σε μπαρ. Το 2002, η Jessica Gysel βρισκόταν με τους Jop van Bennekom και Gert Jonkers, τους δημιουργούς του BUTT, όταν έπεσε η ιδέα: γιατί να μην υπάρξει μια λεσβιακή εκδοχή του περιοδικού που μόλις είχε αρχίσει να αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αποτυπωνόταν η gay ανδρική ζωή στο χαρτί;
Το αποτέλεσμα ήταν το KUTT, ένα cult lesbian zine που κυκλοφόρησε μόλις τρία τεύχη, από το 2002 έως το 2003, και μετά εξαφανίστηκε σχεδόν όσο γρήγορα είχε εμφανιστεί. Είκοσι τέσσερα χρόνια αργότερα, όλα τα τεύχη του επανεκδίδονται σε πιστή ανατύπωση από την IDEA, επιστρέφοντας ένα από τα πιο δυσεύρετα queer έντυπα των ’00s σε μια νέα γενιά αναγνωστών.
Το όνομά του προερχόταν από το ολλανδικό «kut», δηλαδή «cunt», και η επιλογή του έμοιαζε ήδη τότε με χειρονομία επανακατάκτησης. Όχι ακριβώς σαν άμυνα, περισσότερο σαν δήλωση ύπαρξης: αυτό είμαστε, αυτά αγαπάμε, έτσι μιλάμε, έτσι κάνουμε σεξ, έτσι υπάρχουμε όταν δεν προσπαθούμε να γίνουμε αποδεκτές από κανέναν.
Το KUTT γεννήθηκε στη σκιά και στο πλάι του BUTT, όμως η ιστορία του είναι πιο παράξενη από μια απλή «λεσβιακή απάντηση» σε ένα γκέι ανδρικό περιοδικό. Το BUTT είχε γίνει γρήγορα φαινόμενο επειδή ήταν ωμό, αστείο, σεξουαλικά ευθύ και απίστευτα συγκεκριμένο ως προς το τι σημαίνει να καταγράφεις μια κουλτούρα από μέσα. Το KUTT πήρε αυτή την ενέργεια και τη μετέφερε σε έναν χώρο όπου η λεσβιακή ζωή σπάνια εμφανιζόταν έτσι: καθημερινή, αμήχανη, ερωτική, αστεία, κοινωνική, χωρίς υπερβολικό γυάλισμα και χωρίς να πρέπει πρώτα να εκπαιδεύσει τον αναγνώστη.
Στα τρία τεύχη του εμφανίστηκαν ονόματα που σήμερα μοιάζουν σχεδόν μυθολογικά μέσα σε αυτό το μικρό έντυπο σύμπαν: η Chloë Sevigny, η Eileen Myles, η Peaches, η K8 Hardy. Στις σελίδες του υπήρχαν φωτογραφίες των Ryan McGinley, Collier Schorr, Viviane Sassen, Martien Mulder και άλλων. Το περιοδικό έμοιαζε να πιάνει μια σκηνή τη στιγμή που ακόμη δεν ήξερε ότι θα γίνει αρχείο.
Η αισθητική του KUTT δεν προσπαθούσε να φανεί ακριβή. Αντλούσε από μια πιο άμεση, ακατέργαστη φωτογραφική παράδοση, από τη Nan Goldin και την Corinne Day έως εκείνη την εποχή όπου μια φωτογράφιση μπορούσε ακόμη να προκύψει από μια συνάντηση, ένα δωμάτιο, ένα τσιγάρο, ένα κρεβάτι, έναν καναπέ με ριχτάρι και όχι από έναν fashion στρατό παραγωγής που φυλάει την εικόνα σαν publicity προϊόν. Η Martien Mulder το περιγράφει ως κάτι σχεδόν ρεπορταζιακό: να μη μοιάζει με κάτι άλλο πέρα από αυτό που είναι.
Η Chloë Sevigny, που υπήρξε cover star του περιοδικού, θυμάται εκείνη την εποχή ως μια στιγμή όπου τα περιοδικά προσπαθούσαν ακόμη να ξαναφτιάξουν τον εαυτό τους. Το BUTT, με τη λιτότητα και την text-heavy αισθητική του, είχε ήδη μοιάσει ανατρεπτικό. Το KUTT κινήθηκε στο ίδιο πνεύμα, αλλά με άλλη θερμοκρασία. Οι φωτογραφίες της Sevigny δεν ήταν από εκείνες τις τέλεια ελεγχόμενες celebrity εικόνες που αργότερα θα γίνονταν κανόνας. Ήταν πιο κοντά σε μια επίσκεψη, μια συζήτηση, μια στιγμή που δεν έχει ακόμη αποφασίσει αν είναι φωτογράφιση ή προσωπική ανάμνηση.
Αυτό ακριβώς είναι και το πιο γοητευτικό στοιχείο του KUTT σήμερα. Δεν μοιάζει να κατασκευάζει έναν κόσμο όσο να τον αφήνει να φανεί. Οι άνθρωποι συχνά είχαν ήδη σχέση με τους φωτογράφους. Τα shoots έρχονταν μέσα από φίλους, εραστές, παρέες, νυχτερινές διαδρομές, κοινές σκηνές. Ο Ryan McGinley φωτογράφισε τη Lissy Trullie στη σειρά «Lizzy the Lezzy», με την οικειότητα ανθρώπων που είχαν υπάρξει μαζί μέσα στο ίδιο queer downtown οικοσύστημα της Νέας Υόρκης. Ο ίδιος θυμάται μια εποχή όπου οι queer φίλοι έπιναν στην Avenue A, το The Cock λειτουργούσε σαν clubhouse και οι φωτογραφίες μπορούσαν να γεννηθούν από ένα μίνι τραμπολίνο στο μπάνιο.
Η Collier Schorr, από την άλλη, φωτογράφισε τη σειρά «My Girlfriend’s Cousin Karin», που στην πραγματικότητα απεικόνιζε την ανιψιά της τότε συντρόφου της. Οι εικόνες τραβήχτηκαν μέσα στον χρόνο, σε ένα καλοκαίρι, σε ένα οικογενειακό περιβάλλον στη Γερμανία, όταν η νεαρή κοπέλα άρχισε να βγαίνει με το κορίτσι απέναντι. Εδώ η λεσβιακή εικόνα δεν είναι performance για τη δημόσια σφαίρα. Είναι κάτι που συμβαίνει μέσα στην καθημερινότητα, μέσα στην οικογένεια, μέσα στο βλέμμα μιας φωτογράφου που ξέρει ότι η τρυφερότητα μπορεί να είναι και αρχείο και ρίσκο.
Η σειρά «Mattress» της Martien Mulder συμπυκνώνει ίσως καλύτερα αυτή τη λεπτή διαφορά ανάμεσα στο ερωτικό και το πορνογραφικό. Οι πρώτες εικόνες ήταν της ίδιας και της τότε συντρόφου της, τραβηγμένες σε διακοπές, πάνω σε ένα στρώμα. Το γεγονός ότι οι φωτογραφίες έγιναν από ερωμένες αλλάζει τα πάντα. Τα ακέφαλα σώματα δεν φαίνονται σαν αντικείμενα. Φαίνονται σαν ίχνη μιας οικειότητας που υπήρξε πριν και πέρα από τη φωτογραφία.
Σε μια εποχή με ελάχιστη λεσβιακή ορατότητα, το KUTT γέμιζε ένα κενό. Όχι με τη λογική της εκπροσώπησης όπως τη μάθαμε αργότερα, αλλά με τη λογική της καταγραφής. Τι σημαίνει να είσαι λεσβία; Πώς ζεις με τις πρώην σου; Πώς φτιάχνεις σχέσεις; Πώς βγαίνεις από την ντουλάπα; Πώς είναι είσαι απλώς μια γυναίκα που εργάζεται, πίνει, γράφει, φωτογραφίζεται, κάνει παρέα, κάνει σεξ, γελά, χάνεται, επιστρέφει;
Η Jessica Gysel ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για ζωές «έξω από το spotlight». Αυτό είναι κρίσιμο. Γιατί η queer ιστορία δεν γράφεται μόνο από τα πρόσωπα που έγιναν εικόνες. Γράφεται και από τις γυναίκες που κράτησαν κοινότητες ζωντανές, που δούλεψαν αθόρυβα, που υπήρξαν στη διάρκεια της κρίσης του AIDS, που έφτιαξαν σπίτια, σχέσεις, έντυπα, παρέες, μικρές δομές επιβίωσης χωρίς να μπουν απαραίτητα στο κέντρο της πολιτισμικής μυθολογίας
Γι’ αυτό και η παρουσία της Eileen Myles στο σύμπαν του KUTT μοιάζει τόσο σωστή. Η Myles, με τη δική της γραφή που δεν κρύβει το αλκοόλ, τα ναρκωτικά, τις δυσκολίες, την επιθυμία, την ακατέργαστη υλικότητα της queer ζωής, συνοψίζει σχεδόν το πνεύμα του περιοδικού: η ειλικρίνεια είναι η πιο ελκυστική ποιότητα σε ένα ζωντανό πλάσμα.
Το KUTT δεν κράτησε πολύ. Το 2003 σταμάτησε, όχι δραματικά αλλά με την αίσθηση ότι το format είχε φτάσει στα όριά του. Η ίδια η Gysel έχει πει ότι το περιοδικό δεν κατάφερε να εκπροσωπήσει πλήρως τη λεσβιακή κουλτούρα της εποχής. Ίσως επειδή είχε ξεκινήσει ως παράγωγο του BUTT. Ίσως επειδή η σεξουαλική ευθύτητα που λειτουργούσε τόσο καθαρά σε ένα γκέι ανδρικό έντυπο ήταν δυσκολότερο να μεταφραστεί σε λεσβιακό πλαίσιο χωρίς να μείνει κάτι στη σκιά. Ίσως επειδή, όπως παραδέχονται οι άνθρωποι που το έφτιαξαν, το να δημιουργείς έναν κόσμο που δεν υπάρχει ακόμη είναι πάντα δύσκολο.
Αυτό το ατελές, όμως, είναι μέρος της αξίας του. Το KUTT δεν επέστρεψε επειδή ήταν πλήρες. Επέστρεψε επειδή ήταν σπάνιο, τολμηρό, πρόχειρα λαμπερό, ανοιχτό, ανεπαρκές με τον τρόπο που είναι ανεπαρκή όλα τα ζωντανά αρχεία. Δεν προσπάθησε να λύσει τη λεσβιακή αναπαράσταση. Προσπάθησε να της δώσει χώρο για να αναπνεύσει.
Σήμερα, η επανέκδοση του KUTT από την IDEA δεν λειτουργεί απλώς ως νοσταλγία για τα 00s. Λειτουργεί σαν επιστροφή σε μια στιγμή πριν από την απόλυτη αυτοεπιτήρηση της εικόνας. Πριν από τα brands που έμαθαν να μιλούν queer. Πριν από το social media polish. Πριν από την ανάγκη κάθε πρόσωπο να έχει πάντα μια σωστή, ασφαλή, προστατευμένη εκδοχή του εαυτού του. Στο KUTT, οι άνθρωποι μοιάζουν ακόμη απροστάτευτοι με έναν τρόπο που σήμερα φαίνεται σχεδόν πολυτελής.
Η Chloë Sevigny το συνοψίζει απλά: είναι ένα ωραίο αντικείμενο και είναι σημαντικό. Αλλά το KUTT είναι κάτι παραπάνω από ωραίο αντικείμενο. Είναι ένα μικρό μνημείο σε μια κουλτούρα που ήθελε να μιλήσει για σεξ όσο και για αγάπη, για αγάπη όσο και για καθημερινότητα, για καθημερινότητα όσο και για cult celebrity, για cult celebrity όσο και για erotic comics.
Και ίσως γι’ αυτό η φράση της Gysel στην επανέκδοση λειτουργεί τόσο καλά ως σύνθημα, αστείο και ευχή μαζί: Long live the lesbians. Ή, στα ελληνικά, ζήτω οι λεσβίες!
Με στοιχεία από Dazed.