Επιστήμονες κατάφεραν να απομονώσουν απειροελάχιστα ίχνη DNA πάνω σε αντικείμενα της Αναγέννησης που συνδέονται με τον Λεονάρντο ντα Βίντσι και το οικογενειακό του περιβάλλον.
Οι ίδιοι εκτιμούν ότι ένα μέρος του ανθρώπινου γενετικού υλικού που βρέθηκε θα μπορούσε να προέρχεται από τον ίδιο, όμως τονίζουν πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί προς το παρόν να αποδειχθεί με βεβαιότητα.
Η ομάδα πήρε δείγματα από ένα σχέδιο με κόκκινη κιμωλία σε χαρτί με τίτλο «Holy Child», το οποίο αποδίδεται πιθανώς στον ντα Βίντσι, καθώς και από ιστορικές επιστολές που φυλάσσονται σε ιταλικό αρχείο και έχουν γραφτεί από συγγενείς του. Σε ορισμένα δείγματα εντοπίστηκαν ανδρικοί δείκτες του Υ-χρωμοσώματος, τόσο στο σχέδιο όσο και σε επιστολή που αποδίδεται σε ξάδελφό του.
Όταν οι ερευνητές συνέκριναν τις ακολουθίες αυτές με μεγάλες βάσεις δεδομένων, η πιο κοντινή αντιστοίχιση εντάχθηκε σε μια ευρεία γενεαλογική γραμμή που αναφέρεται ως E1b1 ή E1b1b. Πρόκειται για γενετική γραμμή που σήμερα εμφανίζεται συχνότερα στη νότια Ευρώπη, ενώ καταγράφεται επίσης στη Βόρεια Αφρική και σε περιοχές της Εγγύς Ανατολής. Με βάση τη μελέτη, κάποια από τα ευρήματα μοιάζουν επίσης συμβατά με κοινή προέλευση στην Τοσκάνη, την περιοχή όπου γεννήθηκε ο ντα Βίντσι.
Παρά τα στοιχεία, οι ερευνητές επιμένουν ότι η ταυτοποίηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Δεν υπάρχει επιβεβαιωμένο δείγμα DNA του ίδιου του Λεονάρντο για άμεση σύγκριση. Δεν είχε παιδιά και δεν υπάρχει επιβεβαιωμένο δείγμα DNA για σύγκριση, ενώ ο τόπος ταφής του έχει υποστεί παλαιότερες παρεμβάσεις, γεγονός που δυσκολεύει κάθε προσπάθεια ταυτοποίησης. Έτσι, ακόμη κι αν ένα ίχνος DNA φαίνεται «ταιριαστό», δεν αρκεί για να αποδοθεί με ασφάλεια σε ένα συγκεκριμένο πρόσωπο.
Η τεχνολογία πίσω από την μελέτη
Η μελέτη βασίζεται σε «ελάχιστα παρεμβατική» δειγματοληψία, ώστε να περιοριστεί ο κίνδυνος φθοράς ή επιμόλυνσης. Με ήπιο στυλεό, αντίστοιχο με εργαλεία μουσειακών διαδικασιών, συλλέχθηκαν μικροσκοπικά κατάλοιπα από τις επιφάνειες, όπως υπολείμματα δέρματος και ιδρώτα, μικροοργανισμοί, γύρη, ίνες και σκόνη. Από αυτό το υλικό εξήχθησαν μικρές ποσότητες DNA. Τα περισσότερα ίχνη ήταν μη ανθρώπινης προέλευσης και μπορούν να δώσουν ενδείξεις για τα υλικά, τις συνθήκες φύλαξης και τις επεμβάσεις συντήρησης των αντικειμένων.
Στα περισσότερα δείγματα, το γενετικό υλικό δεν ήταν ανθρώπινο. Κυριαρχούσαν βακτήρια, μύκητες, φυτά και ιοί. Αυτά τα ευρήματα μπορούν να δώσουν χρήσιμες πληροφορίες για τα υλικά των αντικειμένων, τις συνθήκες φύλαξης και την ιστορική διαδρομή τους. Οι ερευνητές αναφέρουν, για παράδειγμα, ότι ο εντοπισμός συγκεκριμένων φυτικών ιχνών θα μπορούσε να συνδέεται με την προέλευση ή τις διαδρομές που ακολούθησαν τα αντικείμενα, αν και τέτοιες ερμηνείες χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή.
Το ανθρώπινο DNA που βρέθηκε είναι λίγo και αποσπασματικό. Αυτό από μόνο του είναι αναμενόμενο, καθώς τα αντικείμενα αυτού του τύπου «συλλέγουν» γενετικό υλικό από ανθρώπους που τα άγγιξαν σε διαφορετικές εποχές, από τα υλικά και τις θήκες όπου φυλάχθηκαν, ακόμη και από τη σκόνη του χώρου. Γι’ αυτό οι ερευνητές λένε ότι το επόμενο βήμα είναι να ξεχωρίσουν όσο γίνεται καλύτερα το παλιό αποτύπωμα από το σύγχρονο, ώστε να μπορούν να γίνουν πιο ισχυροί ισχυρισμοί για προέλευση, γεωγραφική σύνδεση ή ιστορική χρήση.
Η μελέτη έχει αναρτηθεί ως προδημοσίευση και δεν έχει ακόμη περάσει από πλήρη αξιολόγηση ομοτίμων.
Με πληροφορίες από The Independent